Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

ΠΡΩΤΗ ΜΑΪΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΕΡΓΙΑ

Σιδέρης Ισιδωρόπουλος, ένας ξεχασμένος νεκρός

Παρασκευή 30 Απριλίου 1976. Παραμονή Πρωτομαγιάς -την ώρα που σε ένα «περίεργο» δυστύχημα σκοτώνεται ο Αλέκος Παναγούλης- ο αγωνιστής μαθητής Σιδέρης (Ισίδωρος) Ισιδωρόπουλος, μέλος της «Μαθητικής Πρωτοπορίας», κολλούσε αφίσες της οργάνωσης «Κ.Ο. Μαχητής» (Κομμουνιστική Οργάνωση Μαχητής), για την συγκέντρωση της επόμενης μέρας που καλούσε η εξωκοινοβουλευτική αριστερά στην πλατεία Κοτζιά.
Κοντά στην οδό Πειραιώς στην προσπάθειά του να αποφύγει τη σύλληψη ο 16χρονος Σιδέρης χτυπήθηκε από διερχόμενο αυτοκίνητο, τραυματίστηκε σοβαρά και την επόμενη μέρα πέθανε στο νοσοκομείο όπου είχε μεταφερθεί.
Στην πορεία της Πρωτομαγιάς εκείνη την ημέρα κυριάρχησε το σύνθημα «Ένας στο χώμα, χιλιάδες στον αγώνα» αναφερόμενο στον Αλέκο Παναγούλη. Η χούντα είχε τελειώσει σχεδόν δύο χρόνια πριν. Η Πρωτομαγιά όμως του 1976 είχε νεκρούς, όχι έναν αλλά δύο. Ήταν οι πρώτοι νεκροί της μεταπολίτευσης που κατά σύμπτωση και οι δύο πέθαναν σε «αυτοκινητιστικά ατυχήματα» καλά ενταγμένα μέσα στο γενικότερο κλίμα τρομοκρατίας που είχε εξαπολύσει η κυβέρνηση Καραμανλή.
Λίγες μέρες μετά στις 4 Μάη χιλιάδες κόσμου συγκεντρώνονται στο Πολυτεχνείο για να διαδηλώσουν για τη δολοφονία του Σιδέρη και παρόλο που η πορεία προς τη βουλή απαγορεύεται από την αστυνομία, η οργή και η αποφασιστικότητά κυριαρχεί η πορεία πραγματοποιείται. Την επόμενη 5 Μάη ο κόσμος βγαίνει ξανά στο δρόμο, ίσως και παραπάνω από εκατομμύριο λαού διαδηλώνουν στην κηδεία του Παναγούλη.

ΠΗΓΗ:http://orgilaou.blogspot.gr/2007/04/blog-post_7475.html



Διαβάστε Περισσότερα »

ΣΤΑΧΥΩΔΗΣ ΚΟYΡΗ

                              
Edward Burne-Jones        1833-1898

Είναι οι μέρες που ο Κίρχερ θα σε κοιτάξει στα μάτια Ασπόλια.
Η αναγέννηση είναι το ένστικτο της φύσης και της ιερής ασυμμετρίας του σύμπαντος.
Εκεί που κοιμάσαι, στα βόρεια μονοπάτια,
με το κλαδί του φοίνικα στο χέρι και το στάχυ φυλαχτό στα μάτια,
ευλόγισε στον ύπνο σου τα όνειρα του κόσμου μου, που παίζουν στα πόδια σου.
Ο Κόρακας δίπλα σου, ετοιμάζεται να μεταφέρει τους χρησμούς του Απόλλωνα
πέρα από την κόμη της Βερενίκης.
Άλλωστε η Ύδρα, ετοιμάζει αυτή την εποχή τον αγιασμό των συμπαντικών γεωργών.
Ύε, Κύε !
Ο Όφις σμίγει τα μάτια, επιλέγοντας τη σιωπή του θανάτου για να δαγκώσει το χειμώνα.
Μπόλι το δάγκωμα και το φαρμάκι βάλσαμο.
Πώς γίνεται; Πώς;
Virgo, πενήντα δύο μοίρες στρίψε το κεφάλι σου και πες μου
ποιά χιονόχερη θεά κρατά τον κρίνο του αύριο.
Μην κλαις της Περσεφόνης την άγια μοίρα
ακόμα και η Δήμητρα το ξέρει, πως αν η ίδια της η μήτρα δεν πεθάνει, άνοιξη δεν θα υπάρξει πιά.
Και συ Kanya, μητέρα του Κρίσνα, το γνωρίζεις τούτο.
Μπροστά στη μεγάλη φωτιά καθισμένη, θα αγγίξεις τον Κελεογέννητο,
προτρέποντάς τον για το μεγάλο αιώνιο όργωμα.
Ο Στάχυς και ο Προτρυγέτηρ, δεν θα χαμηλώσουν ποτέ τη λάμψη τους
γιατί η νύχτα θέλει ουράνιους φάρους να ταξιδεύουν ήσυχα και άφοβα τα όνειρά μας.
Τριπτόλεμε, στης Παρθένου τα μέρη μόνο το αλέτρι χωράει για δώρο,
αρκεί τον Διόνυσο του Νόννου να γνωρίσεις.
Γιατί η μέθη θέλει ταξίδια,θέλει πόλεμο, θέλει βωμούς σε κάθε βήμα.
Μα πάνω απ' όλα, θέλει την αχαλίνωτη οργή μιάς πίστης
πως και αύριο θα υπάρχεις έστω κι αλλού ...

ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΠΟΤΑΣ
Διαβάστε Περισσότερα »

ΟΛΗ Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ


 
Της  Σοφίας Λουκα.




Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΩΝΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης
29 Απριλίου 1863 - 29 Απριλίου 1933





Ο μεγαλύτερος ποιητής όλων των αιώνων. Ο μεγαλύτερος Νομπελίστας χωρίς Νόμπελ. Μέσα σε 153 ποιήματα κάνει όλη την φιλοσοφία ποίηση και προσκαλεί στην πρακτική που ορίζουν οι δρόμοι της φιλοσοφίας. Ποιός ασχολείται με την ύλη, όταν έχεις δημιουργήσει σύμπαν ιδεών. Αυτοί είναι οι Έλληνες για τον Καβάφη...

Όπως λέει ο Δημήτρης Λιαντίνης στο βιβλίο του "ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ" :

Αποτέλεσμα εικόνας για liantinhs ta ellhnika

"Γιατί αυτό είναι το μυστήριο της αληθινής ποίησης. Να μη συνθέτει απλά το παρόν. Αλλά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να εξαργυρώνει και το μέλλον στη γοερή Τράπεζα της προφητείας. Ο μεγάλος ποιητής γίνεται μάντης. Poeta vates, που λέγανε οι παλαιοί. Γιατί το νεύρο και το αίμα του μαγνητίζεται από τον άνθρωπο. Και κάνει ποίηση πολιτική."






ΠΕΛΑΣΓΙΚΗ ΕΙΚΩΝ..
(ANAΛΥΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ)
Όλη η ιστορία της Ελλάδος και των Ελλήνων σε αυτούς τους στίχους του μεγάλου Αλεξανδρινού. Εδώ η Πελασγική Εικών είναι η ίδια η Ελλάδα και όπως αναφέρουν όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς, οι Πελασγοί, οι Πρωτοέλληνες δηλαδή, είναι γηγενείς των εδαφών που τους ανήκουν.
Από αυτά τα σπλάχνα της γης, γεννιέται ο γίγαντας Λαός, έχει τριάντα χέρια και τριάντα πόδια και ο τράχηλός του τεράστιος, για να αντέχει να στηρίζει την βαριά Ιστορία του.
Η κεφαλή, είναι η μήτρα της σκέψης και αυτός ο γίγαντας έχει τριάντα κεφαλές και τριάντα χέρια για να πραγματώνει αυτές τις σκέψεις. Τα μάτια του ξεπερνούν ακόμα και το σκοτάδι του σύμπαντος και στα πόδια του απλώνονται γενναιόδωρα τα δώρα της Φύσης και της Ιστορίας, μεταλλεία αργύρου, διαμαντιών και χρυσού, τους θησαυρούς όμως που του αναλογούν, τους βλέπει ψυχρά, τους καταμετρά μιά φορά στο τόσο μα αδιάφορα...

Οι αιώνες δημιουργούν χάσματα μα ο γίγαντας ζει...

Χάνονται μα και γεννιώνται δίπλα του εκατομμύρια λαών μα ο γίγαντας ζει... Κουράζεται από την ίδια του την αδιαφορία ...
Και όταν σκληροί αιώνες τον ρίχνουν σε υλιστική σκλαβιά, ο γίγαντας κοιμάται
μα μες τον ύπνο του τον ταράζει εφιάλτης γέννημα της υλιστικής απολαβής και έντρομος ξυπνά και ταράζει την γη.
Μέσα στην θολή επαγρύπνηση που βιώνει, έρχονται μπροστά του "φαντάσματα άγνωστα και φρικιώδη" και τότε ενεργοποιούνται τα πελώρια χέρια και εκεί που όλοι λέγανε ότι αυτός ο γίγαντας δεν θα ξυπνήσει, η γη ταρακουνιέται από το βήμα του και η συνείδησή του γίνεται σεισμός, που αλλάζει ακόμα και την ροή των υδάτων, την ροή της Ιστορίας δηλαδή. Στο δυνατό του πάτημα ανοίγει το έδαφος και μέσα από τους σεισμούς που προκαλεί, τα βουνά του γίνονται ηφαίστεια φύλακες που με την λάβα τους κατακαίουν τους σφετεριστές των ονείρων του.
Τότε ο γίγαντας συνέρχεται από την κατάσταση μεταξύ ύπνου και εγρήγορσης και κατανοεί ότι ΖΕΙ και οι εφιάλτες με τα τρομακτικά τους γεννήματα δεν τον αγγίζουν.
Δικά του τα μεταλλεία ασημιού και χρυσού, δικά του και τα διαμάντια των αιώνων.
Χαμογελά μα αδιάφορα... Αντί να διαχειριστεί την περιουσία του, προτιμά να ξαπλώσει στο μεγάλο ξέφωτο της Ιστορίας, να συνεχίσει τον ύπνο του, γιατί κατά βάθος γνωρίζει ότι οι εχθροί του είναι μορμολύκεια της φαντασίας και πάντα η λάβα της κάθαρσης θα προστατεύει ό,τι του ανήκει.







ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

________________________________________________________

"Πελασγική Εικών"


Της γης τα σπλάχνα κατοικεί Γίγας πανάρχαιος.
Είναι τριάκοντα αι χείρες του
κ’ οι πόδες του τριάκοντα. Ο μέγας τράχηλός του
τριάκοντα στηρίζει κεφαλάς
κ’ εκάστη έχει οφθαλμούς είκοσιν οξυτάτους,
δι’ ους ημέρα είναι φωτερά
ο ζόφος ο βαθύτατος της γης της βαθυτάτης.
Είναι αργός, είν’ αδιάφορος.
Έχει απείρους θησαυρούς· μεγάλα μεταλλεία
αργύρου, αδαμάντων και χρυσού.
Τον πλούτον τον εξαίσιον, τον περιττόν τον πλούτον
με τους εξακοσίους οφθαλμούς
βλέπει ψυχρώς, κάποτε δε, ίνα ενασχολήση
κανένα του αιώνα, τον μετρά.
Κ’ έπειτα τον βαρύνεται, χασμάται δύο έτη,
και κουρασθείς αποκοιμίζεται.
Ο ύπνος του διέρχεται αιώνας ολοκλήρους·
παν όνειρόν του, μία γενεά.
Aλλ’ αίφνης αφυπνίζεται έντρομος. Εφιάλτης —
της αδεσπότου ύλης γέννημα —
ετάραξε τον ύπνον του, εν τω θολώ καθρέπτη
των απαθών και κρύων του φρενών
αντανακλών φαντάσματα άγνωστα και φρικιώδη.
Τότε τα μέλη τα πελώρια
απλώνει και μ’ εξήκοντα βραχίονας και πόδας
κτυπά τον θόλον του, λακτεί. Κ’ η γη
κλονίζετ’ εκ των βάθρων της· αι πόλεις καταπίπτουν,
και όλοι πλημμυρούν οι ποταμοί,
και ρέουν από τα βουνά ως κύματα αι φλόγες.
Aνοιγοκλείεται το έδαφος
κ’ οι άνθρωποι κατρακυλούν και θάπτονται εντός του.
Όμως ογρήγορα συνέρχεται
ο γίγας, και τους οφθαλμούς τούς παμμεγέθεις τρίβων
καταλαμβάνει ότι μάταιος
ήτο τοσούτος θόρυβος και ταραχή τοσαύτη
διά ονείρου ποταπήν σκιάν.
Γελά με την δειλίαν του και τον πολύν του τρόμον
κ’ εκ νέου εξαπλούται ήρεμος
και τα τριάκοντά του στόματα χαμογελούν.



(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)


ΠΗΓΗ:https://www.facebook.com/loukiasofou?fref=ts


Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Η "άυλη εργασία": Νέγκρι, Λατσαράτο και Χαρντ


OLYMPUS DIGITAL CAMERA
Συγγραφέας: 
Σέρτζιο Λέσα (Sergio Lessa)

Είμαστε πεισμένοι ότι η θέση για την «άϋλη εργασία», η πρωτότυπη διατύπωση της οποίας οφείλεται στους Χαρντ, Νέγκρι και Λατσαράτο, δεν αντέχει σε μια πιο προσεκτική ανάλυση.
Αυτό είναι το θέμα του άρθρου μας.

Κατ` αρχήν, ως σημείο εκκίνησης για την έκθεσή μας σε σχέση με την «άϋλη εργασία» είναι πρόσφορο να θυμηθούμε με συντομία τη διάκριση ανάμεσα στις έννοιες της διανοητικής ή πνευματικής εργασίας (geistigen Arbeit) που χρησιμοποιούνται συχνά από το Μαρξ και που έχουν μία αποφασιστική σημασία στην κριτική του στο κεφάλαιο.

Από τα Χειρόγραφα του 44, περνώντας από τη Γερμανική Ιδεολογία, τα Grundrisse και το Κεφάλαιο, δηλαδή στο σύνολο της μαρξιανής σκέψης, είναι αναρίθμητα τα αποσπάσματα στα οποία ξαναβρίσκουμε εκείνο το οποίο έχει υποδειγματικά συντεθεί στη δεύτερη παράγραφο του 14ου κεφαλαίου του Κεφαλαίου για τη σχετική και απόλυτη υπεραξία.
Στο βαθμό που η παραγωγική διαδικασία είναι απλή προσωπική διαδικασία, ο ίδιος εργαζόμενος συνενώνει στον εαυτό του όλες τις λειτουργίες που αργότερα διαχωρίζονται. Στην ατομική ιδιοποίηση των αντικειμένων που δίνονται από τη φύση για τους σκοπούς της ζωής του, ο εργαζόμενος ελέγχει τον ίδιο του τον εαυτό …


Ο μεμονωμένος άνθρωπος (einzelne Mensch) δεν μπορεί να δράσει πάνω στη φύση χωρίς να ενεργοποιήσει τους μύς του κάτω από τον έλεγχο του εγκεφάλου του. Όπως στο φυσικό οργανισμό, μυαλό και μπράτσα συνδέονται, έτσι η παραγωγική διαδικασία συνενώνει διανοητική εργασία (Kopfarbeit) και χειρωνακτική εργασία (Handarbeit).
Η εργασία κατά την οποία το άτομο και η φύση τίθενται σε άμεση σχέση είναι μία «αφαίρεση», «ανεξάρτητη από τις ιστορικές της μορφές». Κάθε σχέση ανάμεσα σε ένα άτομο και τη φύση είναι πάντα και άμεσα η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε μια δοσμένη κοινωνία και στη φύση, αφού οπωσδήποτε δεν υπάρχει άτομο χωρίς κοινωνία. Γι` αυτό το λόγο, όταν αναλύεται η εργασία ως ιδιαίτερη εκδήλωση μιας ιστορικής στιγμής, αυτή η «αφαίρεση» «δεν είναι επαρκής». Για να ξεπεράσει αυτή την ανεπάρκεια, ο Μαρξ στο 19ο κεφάλαιο επιστρέφει στην κατηγορία της εργασίας, αφού την έχει σκιαγραφήσει στο 5ο κεφάλαιο («ο χειρότερος αρχιτέκτονας και η καλύτερη μέλισσα», η εργασία ως «αιώνια αναγκαιότητα»). Για τη μελέτη της «αφηρημένης εργασίας» -μία ιστορικά ιδιαίτερη μορφή της εργασίας στον καπιταλισμό- είναι αναγκαίο να συνδεθεί προς την αφηρημένη ανάλυση η εξέταση των ιστορικών μεταβολών που αρθρώνουν την εργασία ως καθολική ιστορική κατηγορία στην ιστορικά ιδιαίτερη μορφή της «αφηρημένης εργασίας».
Για να αποφύγουμε παρεξηγήσεις, ας θυμηθούμε ότι για το Μαρξ μία θεωρητική αφαίρεση δεν σημαίνει ούτε μία πλάνη ούτε ένα «παλμό» υποκειμενικότητας. Για το γερμανό διανοητή, καθολικότητα και ατομικότητα είναι διακριτές σφαίρες της γενίκευσης του πραγματικού και γι` αυτό το λόγο είναι εξ ίσου πραγματικές. Οι πραγματικές, αντικειμενικές διαδικασίες παράγουν στιγμές ατομικότητας και καθολικότητας, σαφήνειας και αφαίρεσης. Κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο το πραγματικό παράγει την ατομικότητα (αυτή την πέτρα, αυτό το άτομο, αυτή την ιστορική στιγμή) παράγει επίσης την καθολικότητα (το βασίλειο των ορυκτών, την κοινωνία, την ιστορία). Το πραγματικό «απεργάζεται αφαιρέσεις». Εκείνο που διακρίνει το πραγματικό από το ατομικό, ή το αφηρημένο από το συγκεκριμένο, δεν αποτυπώνει, ως εκ τούτου, διακριτούς βαθμούς της ύπαρξης: δεν είναι – όπως ήθελε η μεταφυσική σκέψη μέχρι το Χέγκελ – μία διάκριση του quantum από το είναι: είναι οντολογικές σφαίρες εξ ίσου πραγματικές. Εκείνο που τις διακρίνει είναι οι διαφορετικές ποιότητες της γενίκευσης καθεμιάς (το ατομικό είναι η εξατομίκευση ενός καθολικού, και αυτό, με τη σειρά του, μία γενίκευση των ατομικοτήτων).
Ως εκ τούτου, η εργασία θεωρημένη «αφηρημένα» - αυτός ο σύνδεσμος ανάμεσα στην τελεολογία και την αιτιοκρατία που σηματοδοτεί την ειδικά ανθρωπο – κοινωνική μορφή της επίλυσης της «αιώνιας αναγκαιότητας» της οργανικής ανταλλαγής με τη φύση – είναι τόσο πραγματική όσο η ιστορικά πιο ειδική μορφή της εργασίας που μετατρέπεται σε εμπόρευμα του καπιταλισμού, την «αφηρημένη εργασία». Αυτή η τελευταία είναι μία καθολική κατηγορία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, είναι τόσο πραγματική όσο και οι άλλες ατομικές εκφράσεις της αφηρημένης εργασίας, ατόμων ιστορικά καθορισμένων, χωρίς τα οποία δεν θα υπήρχε αναπαραγωγή του κεφαλαίου.
Ας ξαναγυρίσουμε στο κείμενο του Μαρξ. Εάν, κατ` αρχήν, η «πνευματική εργασία» και η «χειρωνακτική εργασία» είναι «ενωμένες», «αργότερα διαχωρίζονται μέχρι το σημείο να αντιπαρατίθενται σαν εχθροί». Εάν «στην ατομική ιδιοποίηση των αντικειμένων που δίνονται από τη φύση για τους σκοπούς της ζωής του … ο εργαζόμενος ελέγχει τον εαυτό του», αργότερα «θα ελέγχεται». Και ο Μαρξ συνεχίζει:
Το προϊόν μετασχηματίζεται γενικά από άμεσο προϊόν του ατομικού παραγωγού σε κοινωνικό προϊόν, κοινό προϊόν ενός συλλογικού εργαζόμενου, δηλαδή ενός υποκειμένου συνδυασμένης εργασίας, τα μέλη του οποίου κατέχουν ένα μέρος πιο μεγάλο ή πιο μικρό στο χειρισμό του αντικειμένου της εργασίας. Δηλαδή, με το συνεργατικό χαρακτήρα της διαδικασίας της εργασίας, διευρύνεται αναγκαστικά η έννοια της παραγωγικής εργασίας και του οχήματός της, δηλαδή του παραγωγικού εργαζόμενου. Τώρα πια, για να δουλεύει κανείς παραγωγικά δεν είναι πια αναγκαίο να βάλει προσωπικά το χέρι του στη δουλειά, αρκεί να είναι όργανο του συλλογικού εργαζόμενου (Gesamtarbeiter) και να εκπληρώνει μία, οποιαδήποτε, από τις εξαρτημένες λειτουργίες του.
Τι συμβαίνει όταν αυτή η ιστορική νέα μορφή εργασίας γίνεται κυρίαρχή στην κοινωνική παραγωγή;
… η έννοια της παραγωγικής εργασίας περιορίζεται. Η καπιταλιστική παραγωγή δεν είναι μόνο παραγωγή εμπορευμάτων, είναι ουσιαστικά παραγωγή υπεραξίας. Ο εργάτης δεν παράγει για τον εαυτό του, αλλά για το κεφάλαιο. Δηλαδή, δεν αρκεί πια να παράγει γενικά ο εργάτης. Πρέπει να παράγει υπεραξία. Παραγωγικός είναι μόνο εκείνος ο εργάτης που παράγει υπεραξία για τον καπιταλιστή, η αλλιώς που χρησιμεύει στην αυτοαξιοποίηση του κεφαλαίου.
Και συνεχίζει:
Η σύλληψη του παραγωγικού εργαζόμενου δε συνεπάγεται λοιπόν καθόλου μόνο μία σχέση ανάμεσα στη δραστηριότητα και στο ωφέλιμο αποτέλεσμα, ανάμεσα στον εργάτη και στο προϊόν της εργασίας, αλλά συνεπάγεται επίσης μία σχέση παραγωγής ειδικά κοινωνική, ιστορικής προέλευσης, που αποτυπώνει στον εργάτη τη σφραγίδα της άμεσης αξιοποίησης του κεφαλαίου. Έτσι λοιπόν το να είναι κανείς παραγωγικός εργάτης δεν είναι τύχη, αλλά δυστυχία.
Στην προηγούμενη παράγραφο, ο Μαρξ έχει ξεκαθαρίσει:
Ο … πρωταρχικός καθορισμός της παραγωγικής εργασίας, που συνάγεται από την ίδια τη φύση της υλικής παραγωγής, παραμένει πάντα αληθινός για το συλλογικό εργαζόμενο (Gesamtarbeiter), θεωρούμενο στη συλλογικότητά του (Gesamtheit). Αλλά δεν ισχύει πια για κάθε μέλος του, ατομικά παρμένο.
Το ίδιο πράγμα συναντάται στη Γερμανική Ιδεολογία. Πραγματευόμενοι τη διάκριση της εργασίας, ο Μαρξ και ο Ένγκελς ισχυρίζονται ότι:
Η διάκριση της εργασίας καθίσταται πραγματικά τέτοια τη στιγμή κατά την οποία αναδύεται ένας διαχωρισμός ανάμεσα στην υλική εργασία και την πνευματική εργασία (materiellen und geistigen Arbeit).
Στο Μαρξ, η έννοια της «διανοητικής εργασίας» ή «πνευματικής εργασίας» - εάν όντως θέλουμε να μεταφράσουμε τον όρο geistigen Arbeit – είναι πολύ ακριβής. Προκύπτοντας από τη διάκριση της εργασίας που αποσυνδέει «τη νόηση» από «το χέρι», το μόνο που δεν σημαίνει είναι η εξίσωση ή η ομογενοποίηση της διανοητικής εργασίας με τη χειρωνακτική εργασία, ώστε από την πρώτη να δημιουργηθεί μία δραστηριότητα οντολογικά εξαρτημένη από τη δεύτερη. Χωρίς ένα μετασχηματισμό της φύσης που θα έχει γίνει με το χέρι, δεν θα ήταν δυνατή καμία «διανοητική δραστηριότητα», εφόσον το άτομο και η κοινωνία που δεν θα επιτύγχαναν να σκεφτούν ή να προετοιμάσουν τις αντικειμενικοποιήσεις που μετασχηματίζουν τη φύση, δεν θα παρήγαν τα υλικά αγαθά που είναι απαραίτητα για την αναπαραγωγή. Αυτή είναι μία διάκριση – εξάρτηση που επιβεβαιώνεται σε κάθε πιθανό τρόπο παραγωγής ανεξάρτητα από τις ιστορικές μορφές που ισχύουν στις ιδιαίτερες ιστορικές στιγμές.
Με την προϊούσα «υποχώρηση των φυσικών ορίων», με την ανάπτυξη των ανθρώπινων ικανοτήτων που εκφράζεται με κομβική μορφή στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, η ανθρωπότητα πρέπει να χρησιμοποιεί πάντα λιγότερη εργασία για να μετασχηματίσει τη φύση. Αυτό είναι, πολύ απλά, το νόημα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων: είναι απαραίτητη πάντα λιγότερη εργασία στην οργανική ανταλλαγή με τη φύση. Πράγμα που ωστόσο σημαίνει ότι ένα διαρκώς μεγαλύτερο ποσό ανθρώπινης ενέργειας μπορεί να μετατοπίζεται σε άλλες δραστηριότητες, που δεν είναι η εργασία, ανοίγοντας έτσι ένα τεράστιο χώρο για την ανάπτυξη της ανθρωπότητας.
Φτάνοντας στον ώριμο καπιταλισμό, αυτό το γενικό χαρακτηριστικό της κοινωνικής αναπαραγωγής εκφράζεται με τη συνεχώς μεγαλύτερη ικανότητα από την πλευρά της κοινωνίας να απελευθερώνει μία αυξανόμενη ποσότητα εργατικής δύναμης για δραστηριότητες διαφορετικές από το μετασχηματισμό της φύσης: η αύξηση του τομέα των υπηρεσιών και των δραστηριοτήτων που προετοιμάζουν την εργασία είναι η πιο άμεση έκφραση αυτού του πράγματος. Επιβεβαιώνοντας τον εαυτό της υπό την αιγίδα του καπιταλισμού, αυτή η αύξηση των δραστηριοτήτων, που δεν σχετίζονται ειδικά με την οργανική ανταλλαγή με τη φύση, λίγο - λίγο προσαρμόζεται στη διαδικασία της αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου, η οποία έτσι μετασχηματίζει μία όλο και μεγαλύτερη ποσότητα ανθρωπίνων δραστηριοτήτων σε πηγή υπεραξίας. Για τούτο, συντελείται ένας διαρκής επανακαθορισμός των ορίων ανάμεσα στην αφηρημένη παραγωγική εργασία και στην αφηρημένη μη παραγωγική εργασία. Ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ένας τέτοιος επανακαθορισμός έχει ενταθεί πολύ με την επέλαση της κρίσης του δίπολου φορντισμός – κοινωνικό κράτος. Και συντελείται επίσης ένας σταθερός επανακαθορισμός των ορίων ανάμεσα στους τομείς και στις κοινωνικές τάξεις που παράγουν υπεραξία και σε εκείνους που δεν την πραγματοποιούν.
Παρ` όλα αυτά, αυτή η εξέλιξη αφήνει απολύτως ανέπαφη την οντολογική εξάρτηση της «διανοητικής» από την «χειρωνακτική» εργασία, της διανοητικής εργασίας από εκείνη που διεξάγει ευθέως την οργανική ανταλλαγή με τη φύση. Δεν παράγει ολόκληρη η παραγωγή της υπεραξίας το «υλικό περιεχόμενο του πλούτου» (stöfflichen Inhalt des Reichtums) με το μετασχηματισμό της φύσης στα αναγκαία αγαθά για την κοινωνική αναπαραγωγή. Ένας μηχανικός, ένας καθηγητής, ένας καλλιτέχνης, ένας κοινωνικός λειτουργός ή ένας κοινωνιολόγος μπορούν να προσληφθούν από το κεφάλαιο για την παραγωγή υπεραξίας, διαδικασία που δεν καταλήγει σε λιγότερη εξάρτηση από το μετασχηματισμό της φύσης, επειδή μπορούν να επιτελέσουν μια αναπαραγωγή των δραστηριοτήτων τους ως τμήματος του καταμερισμού εργασίας. Η οντολογική εξάρτηση των άλλων ανθρωπίνων δραστηριοτήτων από την εργασία που παράγει «το υλικό περιεχόμενο του πλούτου» παραμένει ανέπαφη στον καπιταλισμό, χωρίς την εργασία οι άλλες δραστηριότητες δεν θα μπορούσαν να είναι ούτε καν αντικείμενο φαντασίας. Το γεγονός ότι το κεφάλαιο μετασχηματίζει σε πηγή κέρδους όχι μόνο την οργανική ανταλλαγή με τη φύση, αλλά επίσης μία τεράστια σειρά ανθρωπίνων δραστηριοτήτων, καταδεικνύει την πάρα πολύ μεγάλη ικανότητα του κεφαλαίου να εξαπλώνεται σε όλες τις κοινωνικές σφαίρες: δείχνει την απίστευτη ικανότητα του κεφαλαίου να μετασχηματίζει προς όφελος της αυτοαξιοποίησής του τις πιο διαφορετικές ανθρώπινες δραστηριότητες – αλλά αυτό δε σημαίνει κατά κανένα τρόπο την ακύρωση της εργασίας οργανικής ανταλλαγής με τη φύση ως θεμελιώδους κατηγορίας του ανθρώπινου κόσμου. Γι` αυτό το λόγο, στη μαρξιστική παράδοση, η αντίθεση ανάμεσα στη διανοητική και τη χειρωνακτική εργασία, όπως ο μετασχηματισμός και των δύο σε παραγωγική εργασία (όσον αφορά την παραγωγή υπεραξίας), δεν αποτελούν στιγμές που αποκλείει η μία την άλλη – είναι αντίθετα εκφράσεις της πιο γενικής αντίθεσης ανάμεσα στην ανθρωπότητα και το κεφάλαιο.
Ωστόσο, είναι ακριβώς αυτή η θεμελιώδης θέση των Νέγκρι, Χαρντ και Λατσαράτο. Οπωσδήποτε, όπως θα δούμε, σύμφωνα με τους παραπάνω, η διάκριση ανάμεσα στο «χέρι» και στη «νόηση» θα καταργούνταν και σήμερα η δραστηριότητα της νόησης θα ήταν ταυτόσημη με εκείνη τη χεριού. Η σύλληψη της «άυλης εργασίας» άλλο δεν είναι παρά η αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση ανάμεσα στη διανοητική δραστηριότητα και τη δραστηριότητα μετασχηματισμού της φύσης, περιορίζοντας, γι` αυτό το λόγο τη μαρξιστική θέση της εργασίας ως θεμελιώδους κατηγορίας του κόσμου των ανθρώπων. Για να μείνουμε απόλυτα πιστοί σε αυτούς τους συγγραφείς, η ταυτοποίηση που προτείνουν είναι πολύ πιο πλατειά: κατανάλωση, παραγωγή και κυκλοφορία θα ήταν ένα και το ίδιο πράγμα κάτω από την ετικέτα της «άυλης εργασίας». Για τους δημιουργούς της θέσης της «άυλης εργασίας», θα ήταν καθαρή νοσταλγία του παρελθόντος των ορθόδοξων μαρξιστών, η πεποίθηση ότι η διανοητική ή πνευματική εργασία μπορεί να υπάρχει μόνο στη δεδομένη προπαρασκευαστική στιγμή αυτής της θεμελιώδους εργασίας, δηλαδή του μετασχηματισμού της φύσης σε αγαθά αναγκαία για την κοινωνική αναπαραγωγή.
Δεν είναι πλεονασμός να θυμίσουμε ότι, ξεκινώντας ακριβώς από αυτή τη διάρθρωση και σύγχρονη διάκριση ανάμεσα στη διανοητική εργασία και στην εργασία οργανικής ανταλλαγής με τη φύση, ο Μαρξ – στο απόσπασμα από το 19ο κεφάλαιο του Κεφαλαίου που παραθέσαμε – ισχυρίζεται ότι με τον καπιταλισμό «διευρύνεται η έννοια της παραγωγικής εργασίας … και του παραγωγικού εργαζόμενου» και συγχρόνως «η έννοια της παραγωγικής εργασίας συρρικνώνεται». Όταν το κεφάλαιο ενσωματώνει στη διαδικασία της αυτοαξιοποίησής του άλλες κοινωνικές σχέσεις που ξεπερνούν την οργανική ανταλλαγή με τη φύση, η σύλληψη του «παραγωγικού εργαζόμενου» περικλείει μία πάρα πολύ πλατειά γκάμα ατόμων, δραστηριοτήτων και εργασιών που δεν δρουν μόνο στη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Είναι η περίπτωση, για παράδειγμα, του μεγαλύτερου μέρους των υπηρεσιών. Γι’ αυτό το λόγο, «παραγωγοί» υπεραξίας δεν είναι μόνο οι δραστηριότητες που εκτυλίσσονται κατά την παρέμβαση του ανθρώπου στη φύση. Αυτή η ιστορικο – κοινωνική διεύρυνση του παραγωγικού εργαζόμενου σημαίνει, από την άλλη, μία «συρρίκνωση» της «παραγωγικής εργασίας»: αφού αναχθεί σε καθαρή αφηρημένη εργασία, η «παραγωγική εργασία» παράγει ακριβώς υπεραξία. Η ποιοτική της διάσταση, καθοριστική όταν επρόκειτο για παραγωγή αξίας χρήσης, ακυρώνεται στις νέες κοινωνικές σχέσεις, όπου όλα ανάγονται σε εμπόρευμα και «συρρικνώνουν» όλη την παραγωγή σε παραγωγή υπεραξίας. Από τη σκοπιά του κεφαλαίου, γι αυτό το λόγο, δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη διανοητική ή πνευματική εργασία και στην εργασία οργανικής ανταλλαγής με τη φύση: όλα ανάγονται στον κοινό παρονομαστή του να είναι κανείς πολύ ή λιγότερο παραγωγός υπεραξίας.
Αλλά αυτό συμβαίνει από τη σκοπιά του κεφαλαίου, από τη σκοπιά της διαδικασίας αυτοαξιοποίησής του. Παρ’ όλα αυτά, η ταυτότητα ανάμεσα στο κοινωνικό σύνολο και στο κεφάλαιο αποτελεί από οντολογική άποψη μια απόλυτη έλλειψη δυνατότητας. Καθώς το ανθρώπινο ον είναι κάτι πολύ περισσότερο από την αφηρημένη εργασία, της οποίας είναι φορέας, οι κοινωνικές σχέσεις είναι κάτι πολύ περισσότερο από τη διαδικασία αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου. Ας θυμηθούμε μόνο ένα πολύ γνωστό γεγονός: μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, έγινε όλο και πιο προφανές ότι οι αναγκαιότητες και οι δυνατότητες που ιστορικά παρήγαγαν οι άνθρωποι βρίσκονται σε ανταγωνιστική αντίθεση με τις αναγκαιότητες και τις δυνατότητες της αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου. Όταν, στα μέσα του 19ου αιώνα η ανάπτυξη του ανθρώπινου γένους μπήκε σε ανταγωνισμό με την εμπορευματική του διάσταση, άνοιξε μια ιστορική περίοδος κατά την οποία ή το κεφάλαιο θα κατέστρεφε την ανθρωπότητα, ή εκείνη αυτό: η εποχή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων, όπως τη σκέφτηκε ο Μαρξ.
Για να επιστρέψουμε στις θέσεις των Χαρντ, Νέγκρι και Λατσαράτο, θέλουμε να υπογραμμίσουμε ότι δεν υπάρχει ταυτότητα ανάμεσα στη σύλληψη της «παραγωγικής εργασίας» (που παράγει υπεραξία) και στην εργασία ως «αιώνια αναγκαιότητα» της ανθρώπινης ζωής: πρόκειται για διακριτές έννοιες που διεισδύουν η μία στην άλλη μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία. Τέτοια «διείσδυση» είναι μόνο αυτό, διείσδυση και ποτέ ταυτότητα.
Η νέα Weltanschauung που προτείνουν οι Χαρντ, Νέγκρι και Λατσαράτο.
Η κεντρική θέση των Χαρντ, Νέγκρι και Λατσαράτο είναι αυτή: σήμερα ζούμε μία περίοδο μετάβασης προς μία κοινωνία «μετα–βιομηχανική», «μεταφορντική» και «κομμουνιστική». Σε κάθε περίοδο μετάβασης, όχι μόνο οι παλιές κοινωνικές μορφές τείνουν να παλέψουν για την επιβίωσή τους, αλλά επίσης και οι παλιές ιδέες κάνουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να μην εγκαταλείψουν το ιστορικό προσκήνιο, αλλά δε θα αποφευχθεί η καθιέρωση των νέων παραμέτρων και η απώλεια, από την πλευρά των παλιών, της ικανότητάς τους να μορφοποιούν την κοινωνική ζωή.
Το κίνητρο αυτής της μετάβασης, σύμφωνα πάντα με τους συγγραφείς μας, είναι η ανάπτυξη μιας νέας «υποκειμενικότητας», που έχει υποκαταστήσει, στην καθημερινή πράξη, τη διαδικασία αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου με μία άλλη διαδικασία αξιοποίησης, εκείνη της αυτοαξιοποίησης της «άυλης εργασίας». Η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στη «υποκειμενικότητα» του κεφαλαίου και στη «νέα υποκειμενικότητα» είναι ότι, ενώ για την πρώτη η παραγωγή ταυτίζεται άμεσα με την κυριαρχία, με έναν άμεσο διαχωρισμό ανάμεσα στην παραγωγή και την κάρπωση της παραγωγής, η νέα υποκειμενικότητα καθιερώνεται ιστορικά με την ταυτότητα ανάμεσα στην παραγωγή και την κάρπωσή της. Η «νέα υποκειμενικότητα» αναδύεται ακριβώς ως ικανότητα κάρπωσης του παραγόμενου προϊόντος και παραγωγής των ‘καρπών’, ξεπερνώντας, γι` αυτό το λόγο, όλη την καπιταλιστική αλλοτρίωση. Μη όντας αντικείμενο αυτού του άρθρου, θα αναφερθούμε μόλις στο γεγονός ότι η σύλληψη της αποξένωσης από αυτούς τους συγγραφείς είναι θεμελιωδώς ιδεαλιστική. Αυτοί ταυτίζουν την αλλοτρίωση με τη γνωσιολογική – υποκειμενική διαδικασία της μη αναγνώρισης του εργαζομένου μέσα στο προϊόν του. Δεν περνά από το μυαλό αυτών των συγγραφέων ότι η σύγχρονη κυρίαρχη αλλοτρίωση είναι μία σχέση όχι τόσο ιδεολογική – υποκειμενική, αλλά αντιθέτως υλική, σχέση εκμετάλλευσης της εργασίας από την πλευρά του κεφαλαίου.
Η ανάδυση αυτής της «νέας υποκειμενικότητας», που κατέβασε εκατομμύρια ανθρώπους στους δρόμους το 1968, όπως και το 1989, έκανε να καταρρεύσει η παλιά καπιταλιστική τάξη τόσο στη σοβιετική πλευρά, όσο και στη δυτική. Τα πλήθη, κουρασμένα από το παλιό φορντικό καθεστώς και από το κεϋνσιανό κράτος, που έθετε ένα δοσμένο μοντέλο στη σχέση ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση, και, στο σοβιετικό μπλοκ, κουρασμένα από το καθεστώς εκμετάλλευσης που είχε εγκαθιδρυθεί εκεί, πέρασαν στην άρνηση της εργασίας στο εργοστάσιο, και εγκαταλείποντας το εργοστάσιο εγκαθίδρυσαν νέα δίκτυα κοινωνικών σχέσεων, στα «μικρά διάκενα» του καπιταλισμού, στη βάση της «άυλης εργασίας». Σ` αυτά τα νέα δίκτυα κοινωνικών σχέσεων, μία χρηματική ανταλλαγή δε σημαίνει πια την ύπαρξη της ανταλλακτικής αξίας και της αξίας των εμπορευμάτων, αφού με την «άυλη εργασία» θα καταργούνταν η διάκριση ανάμεσα στην παραγωγική και τη μη παραγωγική εργασία, καθώς και εκείνη ανάμεσα στον παραγωγικό και το μη παραγωγικό εργαζόμενο. Θα ξαναγυρίσουμε σε αυτό το ζήτημα.
Με την κατάργηση της ανταλλακτικής αξίας και με την άρνηση της αφηρημένης εργασίας, η «νέα υποκειμενικότητα» παρουσιάζει την ιστορία ως ταυτότητα ανάμεσα στη γνώση και στην παραγωγή, ανάμεσα στη «νόηση» και στο «χέρι», με μαρξιανούς όρους· η «διανοητικότητα της μάζας» είναι τώρα η νέα και μοναδική «παραγωγική δύναμη». Αυτή η νέα και μοναδική «παραγωγική δύναμη» είναι υπεύθυνη για το τέλος του φορντισμού (και, ας θυμηθούμε, του σχεδόν ψευδώνυμού του, του σοβιετικού σοσιαλισμού). Με την εγκατάλειψη των εργοστασίων από τους εργάτες, οι αστοί δε θα είχαν άλλη εναλλακτική λύση από τη δημιουργία νέων τεχνολογιών, σε εντατικό κεφάλαιο, τεχνολογιών που αντικαθιστούν τη χειρωνακτική εργασία, από την οποία δεν εξαρτώνται πια. Η ρομποτική, οι νέες μορφές ενέργειας, η «παραγωγική αναδόμηση» άλλο δεν θα ήταν παρά απαντήσεις του κεφαλαίου στην καινούργια ιστορική κατάσταση, στην οποία οι εργάτες αρνούνται να τους εκμεταλλεύεται το φορντικό κεφάλαιο.
Για τους Νέγκρι, Χαρντ και Λατσαράτο, είναι ωσάν σε ολόκληρο τον κόσμο οι εργοδότες να βρέθηκαν σε πανικό, εξ αιτίας της έλλειψης εργατών, οι οποίοι – την εποχή της «άυλης εργασίας» - δεν θα είχαν πια λόγο να δέχονται την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Η εικόνα των σειρών των ανέργων, που γεννιούνται από μια διαδικασία εντατικοποίησης της απόσπασης υπεραξίας μέσω της υιοθέτησης νέων τεχνολογιών και μορφών δράσης, γι` αυτούς τους συγγραφείς άλλο δεν είναι παρά η κληρονομιά μιας παλιάς και αρτηριοσκληρωτικής μαρξιστικής αριστεράς, που νοσταλγεί την «πειθαρχία του εργοστασίου» και που, φυλακισμένη στις παλιές ιδέες, δεν κατορθώνει να συλλάβει την πραγματικότητα. Μία αριστερά – θα κατηγορήσουν οι συγγραφείς μας – που επιμένει ακόμα να σκέφτεται τον κόσμο από τη σκοπιά του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού του Μαρξ. Ελεύθεροι από αυτές τις παλιές προκαταλήψεις, οι Νέγκρι, Χαρντ και Λατσαράτο πετυχαίνουν αντίθετα να αποκαλύψουν την αλήθεια: η αιτία της κρίσης δεν είναι οι εργαζόμενοι που πετιούνται έξω από τα φορντικά εργοστάσια, δεν είναι η νέα μορφή της παλιάς αξιοποίησης του κεφαλαίου που δεν χρειάζεται πια τόση χειρωνακτική εργασία. Η ανεργία, για την ακρίβεια, ούτε καν υπάρχει. Εντελώς αντίθετα, οι εργαζόμενοι θα αρνούνταν τη δουλειά στο εργοστάσιο, την «αφηρημένη εργασία», και θα διάλεγαν αντίθετα την «άυλη εργασία». Ο αναγνώστης θα αισθανθεί σίγουρα πολύ ανακουφισμένος, πετυχαίνοντας τελικά να καταλάβει το πιο αξιοσημείωτο κοινωνικό φαινόμενο των τελευταίων δεκαετιών: απελπισμένοι εργοδότες που προσφέρουν όλο και υψηλότερους μισθούς, για να προσελκύσουν, αφού υπάρχει έλλειψη άλλων, τουλάχιστον τους πιο καθυστερημένους πολιτισμικά εργαζόμενους για τις βιομηχανικές επιχειρήσεις τους. Οι σειρές των ανέργων, η αύξηση των «εργαζομένων σε παρένθεση» δεν είναι παρά αντικατοπτρισμοί στο φανταστικό κόσμο των θεωρητικών της «άϋλης εργασίας».
Τα παράδοξα, ωστόσο, δεν σταματούν εδώ. Οι Λατσαράτο, Νέγκρι και Χαρντ είναι πολύ σαφείς στην ανάπτυξη των θέσεών τους. Ισχυρίζονται – και η σαφήνεια εδώ είναι ανυπέρβλητη – ότι ο Μαρξ στο σύνολό του πρέπει να αναθεωρηθεί. Όχι μόνο όσον αφορά τις κατηγορίες της εργασίας, της αφηρημένης εργασίας, της παραγωγικής εργασίας κτλ., αλλά και όσον αφορά την ιστορία. Πρόκειται – τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο – για το ξαναγράψιμο της ιστορίας, ώστε να ξεπεραστεί ο Μαρξ: βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα θεωρία της ιστορίας, μία νέα Weltanschauung. Πάντοτε σύμφωνα με αυτούς τους συγγραφείς, από το 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, αυτό που συμβαίνει δεν είναι, όπως υποστήριζε ο Μαρξ, μία διαδικασία ταξικής πάλης πρώτα ανάμεσα στην αστική τάξη και στον παλιό φεουδαρχικό κόσμο και έπειτα ανάμεσα στην αστική τάξη και τους εργάτες, για να απλοποιήσουμε τα πράγματα. Δεν είναι η ταξική πάλη που σημαδεύει την ιστορία αυτών των αιώνων, αλλά η αυξανόμενη και όλο και πιο σαφής επιβεβαίωση μιας ορθολογικότητας που παρουσιάζεται σαν μια «ανθρώπινη κινητοποίηση … για να βιωθεί μία ηθική μετασχηματισμού διαμέσου μιας αγωνίας για συμμετοχή που αγάπη για τον υπό συγκρότηση χρόνο».
Γι` αυτό το λόγο, «τα πλήθη», για όλους αυτούς τους αιώνες, παρουσιάζονται στο ιστορικό προσκήνιο, ως η ανέκκλητη δύναμη που, σε κάθε στιγμή, συνδέει αυτή την «αγάπη για το χρόνο» και αυτή την «κινητοποίηση» για την ηθική με τη μορφή μιας πλημμυρίδας που ανεβαίνει, που κορυφώνεται το 1789, με τη Γαλλική Επανάσταση. Η τρίχρωμη ορθολογικότητα ξεπερνιέται από την Επανάσταση των μπολσεβίκων, που «επιτείνει τη δύναμη του κράτους για να διασφαλίσει την ελευθερία της κοινωνίας», Το αποτέλεσμα δεν μπορούσε να είναι διαφορετικό: η αναγέννηση του καπιταλισμού στο σοβιετικό μπλοκ. Μπροστά σε αυτό το αποτέλεσμα, η αγάπη για το χρόνο και η κινητοποίηση για μία ηθική ζωή τρέπονται στην εκδήλωσή τους ως «άρνησης της εργασίας», που καταστρέφει το φορντισμό και το σοσιαλισμό και θεμελιώνει μία μετάβαση στο «μεταφορντισμό» και τον «κομμουνισμό».
Σύμφωνα με αυτούς τους συγγραφείς, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η επανάσταση, έτσι διευρυμένη, δεν έχει τίποτα από αυτό το δραματικό τόνο, τον τόνο ρήξης που φαντάστηκαν είτε ο Μαρξ, είτε οι μπολσεβίκοι. Δεν πρόκειται για μια ένοπλη δράση για την κατάληψη της εξουσίας, και ούτε ακόμα για μία ριζική ρήξη με το παλιό. Πρόκειται αντίθετα, λίγο – πολύ, για μια «ειρηνική μετάβαση» που οικοδομεί «στα μικρά διάκενα του κεφαλαίου», στο εσωτερικό του ίδιου του καπιταλισμού, τον «κομμουνισμό». Και θεμέλιο αυτής της ειρηνικής και χωρίς ρήξεις μετάβασης είναι η σύγχρονη διατράνωση της «αγάπης για το χρόνο» που είναι η «άυλη εργασία».
Η «άυλη εργασία», έκφραση σύγχρονη της «αγάπης για το χρόνο», είναι το έσχατο θεμέλιο του περάσματος από το «φορντικό κόσμο» στον «κομμουνισμό», πέρασμα που επιβεβαιώνεται κάθε μέρα με το τέλος της ανταλλακτικής αξίας και της αξίας των εμπορευμάτων στα κοινωνικά δίκτυα του νέου μοντέλου της αξιοποίησης της «νέας υποκειμενικότητας» (ταυτόχρονη ικανότητα παραγωγής και κάρπωσης, ας θυμηθούμε). Αυτό είναι, σύμφωνα με αυτούς, το περιεχόμενο της κεντρικής θέσης της εργασίας στο σύγχρονο κόσμο: η κεντρική θέση της «άυλης εργασίας». Ας δούμε λοιπόν αυτή την «άυλη εργασία».
Η «άυλη εργασία»
Για τους Λατσαράτο, Χαρντ και Νέγκρι, η «άυλη εργασία» είναι η πράξη της «νέας υποκειμενικότητας» που αναδύεται όταν το κεφάλαιο προσλαμβάνει καθολικό χαρακτήρα σε όλη την κοινωνία. Υποτάσσοντας το κοινωνικό σύνολο, το κεφάλαιο δημιουργεί «απρόοπτα» αυτή τη «νέα υποκειμενικότητα» που αρνείται την «αξιοποίηση» του κεφαλαίου, υποκαθιστώντας την ίδια του την αυτοαξιοποίηση. Αυτό είναι δυνατό – κατά τη γνώμη τους - επειδή η υπαγωγή του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων στο κεφάλαιο οδηγεί στο να γίνει η γνώση η πραγματική παραγωγική δύναμη, πράγμα που καθιστά δυνατό η πολιτική πίεση «της εργατικής τάξης που παρακρατεί αυτή τη «γνώση» να υψώνει την τιμή πώλησης της εργατικής της δύναμης πάνω από την αξία της. Με αυτό τον τρόπο, θα καταργούνταν στην πράξη η αξία εργασίας και θα άνοιγε ο ιστορικός χώρος για μια άλλη αξιοποίηση, όχι πια του κεφαλαίου, αλλά της «διανοητικότητας της μάζας».
Σε αυτή τη νέα διαδικασία αξιοποίησης, η διανοητικότητα της μάζας καθιερώνεται ως προπομπός μιας νέας παραγωγικής διαδικασίας, ενός νέου «τρόπου παραγωγής». Με την πληροφορική, τη ρομποτική και τους νέους τρόπους επαφής και επίδρασης των πληροφοριών, η στιγμή της γνώσης και η στιγμή της υλικής παραγωγής θα ενοποιούνταν με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην μπορούμε πια να μιλήσουμε για διακριτές στιγμές μιας και της ίδιας παραγωγικής διαδικασίας και, ακόμα λιγότερο, για προπαρασκευαστικές στιγμές της παραγωγικής διαδικασίας.
Σύμφωνα με τους Νέγκρι, Λατσαράτο και Χαρντ, θα είχαμε μια απόλυτη ταυτοποίηση ανάμεσα στη γνώση και την παραγωγή, και γι` αυτό επίσης ανάμεσα στην κατανάλωση, την κυκλοφορία και την παραγωγή. Το να σκέφτεσαι, να καταναλώνεις, να πουλάς και να αγοράζεις θα ήταν το ίδιο με το να παράγεις, αφού δεν θα υπήρχε καμία παραγωγή που δεν θα ενσωμάτωνε στη στιγμή τα αιτήματα, τις αναγκαιότητες και τις δυνατότητες που θα είχαν προκύψει κατά την πράξη της σκέψης, της κατανάλωσης, της πώλησης και της αγοράς.
Ο νέος «μετα – φορντικός» και «κομμουνιστικός» τρόπος παραγωγής, χαρακτηρίζεται, γι` αυτό, κατ` αρχήν, από το ξεπέρασμα της διάκρισης ανάμεσα σε παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, όπως τις συνέλαβε ο Μαρξ. Περνάμε κατόπιν στην κριτική εκείνου που καθορίζουν ως «περιορισμένο» χαρακτήρα της έννοιας της παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας, όπως τις συνέλαβε ο Μαρξ (στην πραγματικότητα, την οντολογική άρνηση αυτής της έννοιας), ισχυριζόμενοι ότι αυτή η μαρξιανή έννοια, ήδη σπάνια εφαρμόσιμη κατά το 19ο αιώνα, σήμερα θα ήταν απολύτως ξεπερασμένη. Πέρα από αυτό, με την «ηγεμονία» της νέας διαδικασίας αξιοποίησης, η κατανάλωση και η κυκλοφορία θα ήταν εξ ίσου «παραγωγικές».
Όπως έχουμε ήδη ισχυριστεί προηγουμένως, πρέπει να αναγνωρίσουμε την αποφασιστικότητα αυτών των συγγραφέων να οδηγούν τις θέσεις τους μέχρι τις έσχατες συνέπειές τους. Οδηγούν γρήγορα στα όρια τα αξιώματά τους. Εάν τώρα πια δεν υπάρχει καμία διάκριση ανάμεσα στην παραγωγή, την κατανάλωση και την κυκλοφορία, εάν όλες οι κοινωνικές σχέσεις είναι τώρα εξ ίσου «παραγωγικές», προκύπτουν αναπόφευκτα δύο συμπεράσματα: η κατάργηση των κοινωνικών τάξεων, όπως τις συνέλαβε ο Μαρξ, και η γενίκευση των παραγωγικών ενοτήτων σε όλο τον κοινωνικό ιστό.
Εάν με το φορντισμό ο καπιταλισμός έτεινε να εξειδικεύσει και να διαχωρίσει τις στιγμές της θεωρητικής σύλληψης και της παραγωγής, και, στο εσωτερικό της, να διαχωρίσει μεταξύ τους τα συστατικά στοιχεία, οδηγώντας σε έναν ακραίο και λεπτομερειακό καταμερισμό εργασίας, με το νέο «μετα – φορντικό» και «κομμουνιστικό» τρόπο παραγωγής, θα είχαμε την αντίστροφη κίνηση. Το φορντικό εργοστάσιο παραχωρεί τη θέση του στο πέρασμα στο «κοινωνικό εργοστάσιο», μία νέα κατάσταση στην οποία όλες οι κοινωνικές σχέσεις είναι εξ ίσου παραγωγικές. Τώρα, η παραγωγή μπορεί να οδηγήσει τη δυναμική της στα άκρα, αφού δεν υπάρχει πια τίποτα που να μην είναι «παραγωγικό».
Με αυτή την εξάπλωση της παραγωγής σε όλο τον κοινωνικό ιστό, δεν υπάρχει πια θέση για μία παρασιτική τάξη που αντιπαρατίθεται σε μία παραγωγική τάξη. Αυτό ίσως μπορούσε να συμβαίνει το 19ο αιώνα. Σήμερα, όμως, δεν υπάρχει πια μία εργατική τάξη που την εκμεταλλεύεται μία αστική τάξη, για τον απλό λόγο ότι δεν υπάρχουν πια ούτε το παλιό κεφάλαιο ούτε η παλιά αφηρημένη εργασία. Καθώς δεν υπάρχει πια καμία διάκριση ανάμεσα στην παραγωγή και στην κάρπωση, ανάμεσα σε παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, εάν η διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου σβήσει, δεν έχει πια κανένα νόημα να μιλάμε για κεφάλαιο και εργασία. Αυτή η ουσιώδης αντίθεση του παλιού καπιταλισμού θα έδινε τη θέση της σε μία ταυτότητα ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία που δεν είναι πια το «παλιό κεφάλαιο» και η «παλιά αφηρημένη εργασία», αλλά αντίθετα «κοινωνικό κεφάλαιο» και «άυλη εργασία». Με την ίδια έννοια, δεν υπάρχει πια καμία διάκριση ανάμεσα σε εργάτες και αστούς, αλλά υπάρχουν μόνο «κοινωνικοί εργαζόμενοι» και «πολιτικοί επιχειρηματίες». Η διαφορά ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν είναι ότι πρώτα οι αστοί ζούσαν από την αξιοποίηση του κεφαλαίου με την εκμετάλλευση της αφηρημένης εργασίας του εργάτη: αντίθετα τώρα οι «πολιτικοί επιχειρηματίες» και οι «κοινωνικοί εργαζόμενοι» είναι εξ ίσου «παραγωγικοί» και δρουν στο εσωτερικό της ίδιας διαδικασίας αξιοποίησης. Όχι μόνο δεν υπάρχει καμία αντίθεση ανάμεσά τους – αλλά αντίθετα είναι πανομοιότυποι. Στο «νέο τρόπο παραγωγής» - ισχυρίζεται ο Νέγκρι – «δε θα είναι πια δυνατό να διακρίνουμε την εργασία από το κεφάλαιο». Στο φανταστικό βασίλειο αυτού του «κομμουνισμού», θεμελιωμένου πάνω στην «άυλη εργασία», θα πραγματοποιούνταν εκείνο που ένας από τους Αποστόλους του καθορίζει ως «συμφιλίωση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία».
Η «άυλη εργασία» είναι, γι` αυτό το λόγο, εκείνος ο νέος τρόπος δράσης που ταυτίζει τη θεωρητική σύλληψη, την απόληψη και την κυκλοφορία με την παραγωγή. Μπορούμε να πούμε λοιπόν ότι, εάν ο καπιταλισμός, στην πορεία της ανάπτυξής του, έχει συμπεριλάβει (σχεδόν) τα πάντα στο κεφάλαιο, οι θεωρητικοί της «άυλης εργασίας» επιχειρούν κάτι, το λιγότερο, συμμετρικό: γενικεύουν την έννοια της παραγωγής κατά τρόπο ώστε οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα να γίνει «παραγωγική». Κάνοντας αυτό, καταργούν τη διάκριση ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, καταργούν την πάλη των τάξεων ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας και καταργούν την αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία ως ουσία του κόσμου στον οποίο ζούμε. Σε αυτό το περιβάλλον, αυτοί μιλούν αξιωματικά για την «άυλη εργασία».
«Η μη – υλικότητα της εργασίας».
Μιλώντας για «υλική εργασία» (materiellen Arbeit), ξαναπαίρνοντας μία έκφραση που χρησιμοποιείται στη Γερμανική Ιδεολογία, ο Μαρξ έχει μία σαφή ιδέα για εκείνο στο οποίο αναφέρεται: είναι η ειδικά ανθρωπο – κοινωνική μορφή οργανικής ανταλλαγής με τη φύση, η ουσία της οποίας είναι η διάρθρωση ανάμεσα στην τελεολογία και το τυχαίο. Η «υλική εργασία» της Γερμανικής Ιδεολογίας είναι η ίδια έννοια που ο Μαρξ, στο 5ο κεφάλαιο του Κεφαλαίου, καθορίζει ως «αιώνια αναγκαιότητα» της κοινωνικής ζωής.
Η «διανοητική» ή «πνευματική εργασία» (geistigen Arbeit) είναι μία συνέπεια του καταμερισμού της εργασίας που έχουν διαφοροποιήσει οι προπαρασκευαστικές στιγμές της εργασίας ως τέτοιας. Γνωρίζουμε ότι είναι μία διαδικασία εντατικά διαφοροποιημένη, με την εγκαθίδρυση και την εξέλιξη των ταξικών κοινωνιών, και δεν θα μακρηγορήσουμε πάνω σε αυτή την ιδιαιτερότητα.
Εκείνο που μας ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή είναι ότι η διάκριση ανάμεσα στις δύο μορφές δραστηριότητας (εκείνη που προετοιμάζει την εργασία και την εργασία καθεαυτή) σημαίνει απολύτως την άρνηση οποιασδήποτε ταυτότητας ανάμεσα στις δύο. Για να συντομεύσουμε τη μακρά ιστορία, δεν υπάρχει στο Μαρξ καμία ταυτότητα ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο: το να σκέφτεσαι δε σημαίνει ακόμα να μετασχηματίζεις τον αντικειμενικό κόσμο: το να προετοιμάζεις μία πράξη εργασίας δε σημαίνει ακόμα να την υλοποιείς, το να συλλαμβάνεις με το νου ένα νέο προϊόν δε σημαίνει ακόμα να το παράγεις.
Από την άλλη, ο Μαρξ αρνείται οποιαδήποτε έννοια υλικότητας που δεν επιτρέπει να αναγνωρίσουμε την «υλική δύναμη» των ιδεών στον κόσμο των ανθρώπων. Ή, με άλλους όρους, ο Μαρξ αρνείται την παραδοσιακή υλιστική σύλληψη, για την οποία η ύλη είναι μόνο πέτρα, το σύνολο φυσικών αντικειμένων, και ότι οι κοινωνικές σχέσεις και τα ιδεολογικά σύνολα δεν ασκούν δήθεν καμία δύναμη στον καθορισμό της υλικής ανάπτυξης των ανθρώπων. Ο Μαρξ αρνείται την ταυτότητα υποκειμένου – αντικειμένου του Χέγκελ, και την ίδια στιγμή απομακρύνεται από τη μηχανιστική υλιστική σύλληψη, για την οποία οι ιδέες – μη όντας «πραγματικές» - δεν θα είχαν καμία επίδραση στον καθορισμό της υλικής ανάπτυξης της κοινωνικότητας.
Ένας πιο δυνατός οντολογικός σύνδεσμος και στην υλική ανάπτυξη της κοινωνίας συγκροτήθηκε – το γνωρίζουμε – από την εργασία, πρώτη μορφή όλων των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων. Με την εργασία, με την οποία συναρθρώνονται η τελεολογία και η αιτιοκρατία, ξεκινάει μία εξελικτική διαδικασία, η αρχή της οποίας ξαναβρίσκεται μόνο σε ανθρώπινες πράξεις που έχουν τεθεί τελεολογικά. Οι ανθρώπινες πράξεις, εξάλλου, μεταστρέφονται σε γενικές ιστορικές τάσεις μέσω της συνολικής και ευμετάβλητης διαδικασίας της κοινωνικής αναπαραγωγής – και σε αυτή τη σύνθεση η τελεολογία που είναι παρούσα στις ατομικές πράξεις μετασχηματίζεται σε καθαρή αιτιότητα των ιστορικών διαδικασιών.
Ο κόσμος των ανθρώπων, ωστόσο, κατέχει στο Μαρξ μία υλικότητα διακριτή από το σύνολο των φυσικών πραγμάτων, αλλά που, κατά κανένα τρόπο, δεν είναι το ίδιο πράγμα με την εγελιανή ιδεοκρατία. Πρόκειται για μία υλικότητα που μπορεί να αναπαραχθεί μόνο με τη μεσολάβηση των ατομικών πράξεων τελεολογικά ορισμένων από συγκεκριμένα άτομα (ιστορικά καθορισμένα), αλλά πρόκειται επίσης για μία υλικότητα που μπορεί να αναπαραχθεί μετασχηματίζοντας σε καθαρή αιτιότητα την τελεολογία των ατομικών της στοιχείων. Χωρίς την τελεολογία των ατομικών πράξεων, δεν υπάρχει κοινωνική αναπαραγωγή. Μα χωρίς ένα μετασχηματισμό μιας τέτοιας τελεολογίας των ατομικών πράξεων σε αιτιότητα των παγκόσμιων ιστορικών διαδικασιών, θα ήταν εξ ίσου αδύνατη κάθε κοινωνική αναπαραγωγή. Το να ισχυριστούμε ότι το κοινωνικό είναι αποτελεί μία οντολογική σφαίρα διακριτή από τη φύση ισοδυναμεί με το να ισχυριστούμε ότι η διαφορά ανάμεσα στη φυσική και την κοινωνική ουσία βρίσκεται στο γεγονός ότι σε αυτήν η αναπαραγωγή απαιτεί τη μεσολάβηση της συνείδησης, πάντοτε στο όριο της συνείδησης των ατομικών υποκειμένων, ιστορικά καθορισμένων. Δηλαδή, ότι στον κόσμο των ανθρώπων, διαφορετικό από το φυσικό κόσμο, οι ιδέες είναι ενεργές, ασκούν μία υλική επίδραση στην ανάπτυξη της κοινωνικότητας. Διαφορετικά από αυτό που συμβαίνει στη φύση, στο κοινωνικό είναι η συνείδηση δεν αποτελεί ένα καθαρό επιφαινόμενο .
Η στιγμή της εργασίας, με την οποία ο ιδεατά ορισμένος σκοπός μετασχηματίζεται σε κοινωνική αντικειμενικότητα, είναι η αντικειμενικοποίηση. Αυτή τη στιγμή – πάντα σε εξέλιξη – η δραστηριότητα του υποκειμένου μετασχηματίζει το πραγματικό σε ένα καινούργιο αντικείμενο. Η ιδέα ενός σκεπαρνιού δεν είναι ακόμα ένα σκεπάρνι. Η ιδιότητα του πράγματος που έχει η πέτρα ή το ξύλο δεν είναι ακόμα σκεπάρνι. Το σκεπάρνι είναι η σύνθεση, υλοποιημένη μέσω της αντικειμενικοποίησης, ανάμεσα στο ιδεατό σχέδιο του σκεπαρνιού και το μετασχηματισμό αυτής της πέτρας και αυτού του κομματιού ξύλου σε αυτό το σκεπάρνι. Και την ίδια στιγμή, έστω και με όλες τις πιθανές ιστορικά ανισορροπίες, όταν διαρθρωθεί για πρώτη φορά η αντικειμενικοποίηση, βρίσκουμε το μετασχηματισμό του υποκειμένου (άμεσα με την παραγωγή νέων ικανοτήτων και γνώσεων, που αποκτώνται κατά τη διαδικασία της αντικειμενικοποίησης, αλλά και με άλλες διαμεσολαβήσεις, πολύ σημαντικές, που δρουν σε αυτή τη διαδικασία). Το άτομο και η κοινωνία που έχουν κατασκευάσει το σκεπάρνι διαθέτουν τώρα ικανότητες, γνώσεις, αναγκαιότητες και πιθανότητες που δεν κατείχαν πριν από αυτή την αντικειμενικοποίηση.
Είναι η διαφορετική ποιότητα των αντικειμενικοποιήσεων που διαφοροποιεί τις διαφορετικές πράξεις και σε αυτό το σημείο διαφέρουν οι ποικίλες ανθρώπινες δραστηριότητες. Ή, με άλλους όρους, στην ιδιαίτερη ποιότητα της αντικειμενικοποίησης κάθε ανθρώπινης πράξης εκφράζεται η κοινωνική λειτουργία που βρίσκεται στην αρχή της. Κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, όπως δείχνει ο Λούκατς, βρίσκει στην εργασία την πρωταρχική της μορφή, με την έννοια ότι κατέχει πάντα την πιο γενική μορφή της σύνθεσης ανάμεσα στην τελεολογία και την αιτιότητα – και αυτό που τη διαφοροποιεί οντολογικά είναι η κοινωνική λειτουργία που ασκεί, και ως εκ τούτου η διαφορετική ποιότητα των αντικειμενικοποιήσεών της. Κατά τον ίδιο τρόπο, στον καπιταλιστικό κόσμο, εκείνο που καθιστά «παραγωγική» μία δραστηριότητα είναι η κοινωνική της λειτουργία παραγωγής υπεραξίας. Στην ανθρώπινη ιστορία, μία δραστηριότητα μετασχηματίζεται σε «εργασία» όταν πραγματοποιεί την οργανική ανταλλαγή με τη φύση. Η ιδεολογία διαχωρίζεται από την εργασία, επειδή πρωτίστως αντικειμενικοποιεί τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, πριν από εκείνες ανάμεσα στη φύση και στους ανθρώπους, και ούτω καθ` εξής.
Και γι` αυτό επίσης δεν υπάρχει στο Μαρξ καμία κοινωνική υλικότητα που δεν ανάγεται σε μία διαδικασία αντικειμενικοποίησης. Και η έννοια της «άυλης εργασίας» απουσιάζει ακριβώς από αυτή την κατηγορία, της αντικειμενικοποίησης. Θέλοντας να είμαστε πιο συνθετικοί, η «άυλη εργασία» είναι μόνο μία εργασία που δεν έχει στην αντικειμενικοποίηση μια ουσιώδη στιγμή. Ωστόσο, μπορούμε να αγνοήσουμε κατά απόλυτο τρόπο τις οντολογικές διακρίσεις ανάμεσα στις διαφορετικές αντικειμενικοποιήσεις. Γι` αυτό το λόγο, στη βάση αυτής της θεωρίας, ο εργάτης που μετασχηματίζει τη φύση σε αγαθά απαραίτητα για την κοινωνική αναπαραγωγή ασκεί την ίδια λειτουργία με τον καταναλωτή που αγοράζει κάλτσες ή με τον καπιταλιστή που μεταφέρει το κεφάλαιό του από μια επενδυτικό πεδίο στο χρηματιστήριο, ή τέλος με έναν ειδικό του «μάρκετινγκ» που επινοεί μία νέα διαφημιστική καμπάνια. Το να πηγαίνεις στο σινεμά, ή να μεταμορφώνεις μεταλλεύματα σιδήρου σε ατσάλινες πλάκες είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα, με την έννοια της «παραγωγής»: τα πάντα καταλήγουν σε «μη – υλικότητα» της «μεταφορντικής» εργασίας. Γι` αυτό το λόγο, κυκλοφορία, κατανάλωση, κάρπωση και παραγωγή είναι πράγματα απολύτως ταυτόσημα: να προετοιμάζεις την εργασία και να εργάζεσαι, να σχεδιάζεις, να κάνεις τη διαφήμιση ενός προϊόντος, να καταναλώνεις και να παράγεις είναι – γι` αυτούς – δραστηριότητες απολύτως ταυτόσημες. Να σκέφτεσαι και να παράγεις είναι ένα και το ίδιο πράγμα, και από αυτή τη σύλληψη αναδύεται μία θέση ότι η «γνώση» είναι η παραγωγική μορφή και ότι, γι` αυτό το λόγο, η διανοητικότητα της μάζας είναι ο φορέας της «αγάπης για το χρόνο» που προωθεί σήμερα τη μετάβαση από τη φορντική κοινωνία στον «κομμουνισμό».
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία: βρισκόμαστε μπροστά σε πλήρη μεταμοντέρνο ιδεαλισμό.
Συμπεράσματα
Ο κόσμος βρίσκεται σε μια εποχή βαθέως μετασχηματισμού. Ποικίλες διαστάσεις των φαινομένων, από τις πιο σημαντικές, δεν είναι πια οι ίδιες εδώ και δέκα χρόνια, για να μη μιλήσουμε για μια μεγαλύτερη χρονική περίοδο. Η ταχύτητα και η ποιότητα των μετασχηματισμών είναι τέτοιας τάξης ώστε καμία θεωρητική πρόβλεψη δεν έχει αντισταθεί, ακόμα και για λίγα χρόνια. Ακόμα και οι προβλέψεις που περιλαμβάνονται στις πιο φροντισμένες μελέτες, διαψεύδονται σχεδόν την επόμενη βδομάδα από τη δημοσίευσή τους.
Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σημαντικό μετασχηματισμό όχι μόνο ειδικά στο εργοστάσιο, αλλά επίσης στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Σε αυτό το περιβάλλον, αναδύονται νέες μορφές διάρθρωσης ανάμεσα σε παραγωγική και μη παραγωγική εργασία. Είναι, για τούτο, λογικό να ισχυριστούμε ότι η φυσιογνωμία των κοινωνικών τάξεων έχει αλλάξει, με απρόβλεπτες συνέπειες για την πάλη των τάξεων και – εντελώς προφανές – επίσης και για την πολιτική.
Είμαστε επίσης πεισμένοι ότι αυτοί οι μετασχηματισμοί δεν αγγίζουν αυτό που είναι η ουσία της κοινωνικότητας, που πυροδοτεί τη σημερινή κρίση: την κυριαρχία του κεφαλαίου. Στις νέες κοινωνικές συνθήκες της εξάντλησης του φορντικού μοντέλου συσσώρευσης και του κοινωνικού κράτους, το νέο επίπεδο απόσπασης υπεραξίας και οι νέες τεχνολογίες και μορφές δράσης είναι όλα όσα μπορεί να προσφέρει το κεφάλαιο για το μέλλον. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει πια ιστορική ταύτιση ανάμεσα στην αναγκαιότητα αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου και τις ανθρώπινες ανάγκες, ο καταστροφικός χαρακτήρας του κεφαλαίου ισχυροποιείται από το γεγονός αυτό, σε σημείο που να έχει υπολογιστεί μέχρι χιλιοστού, κατά τον αιώνα που μόλις έκλεισε, η πυρηνική καταστροφή ολόκληρης της ανθρωπότητας! Για ένα μοναδικό λόγο: για το κέρδος, για να θυμηθούμε τη μοναδική λέξη μιας πασίγνωστης συνέντευξης του Τζον Ρηντ.
Κατά τον ίδιο τρόπο, η συνέχιση της παραγωγής υπεραξίας, ως πηγής αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου, έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση της διάκρισης ανάμεσα σε παραγωγική και μη παραγωγική εργασία. Ακόμα και αν το κεφάλαιο μπορεί να ενσωματώσει νέες κοινωνικές σχέσεις στη διαδικασία αυτοαξιοποίησής του και, με αυτή την έννοια, μπορεί να μετασχηματίσει σε παραγωγικές εργασίες εργασίες που προηγουμένως ήσαν μη παραγωγικές, αυτό δε σημαίνει την κατάργηση της οντολογικής σχέσης ανάμεσα σε παραγωγική και μη παραγωγική εργασία. Χωρίς να μακρηγορήσουμε υπερβολικά, ένας τέτοιος επανακαθορισμός των δραστηριοτήτων δεν καταργεί ούτε τις διακρίσεις και τις διαρθρώσεις ανάμεσα σε εργαζόμενους και εργάτες, ανάμεσα σε παραγωγή, κυκλοφορία και κατανάλωση και ούτε βέβαια ανάμεσα σε «διανοητική εργασία» και «υλική εργασία», για να συνεχίσουμε με τις εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο Μαρξ στη Γερμανική Ιδεολογία.
Οι μαρξιστές θεωρητικοί της «άυλης εργασίας» (αφού οι Νέγκρι, Λατσαράτο και Χαρντ επιμένουν να αυτοαποκαλούνται «μαρξιστές») – κατά τη γνώμη μας – σφάλλουν απολύτως. Από θεωρητική σκοπιά, επειδή η «άυλη εργασία» είναι μία αντίθεση στο μαρξιανό σύμπαν: η εργασία είναι πάντα «κοινωνικά υλική» και η μη υλικότητα της εργασίας είναι απλώς ένας τετραγωνισμός του κύκλου.
Δεύτερον, επειδή η εκ νέου διευθέτηση των δραστηριοτήτων και των σκοπών στο εσωτερικό των διαδικασιών της παραγωγής ή της υλοποίησης της υπεραξίας δεν καταργεί, αλλά μάλλον επαναβεβαιώνει την οντολογική διάκριση ανάμεσα σε παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, όπως τη συνέλαβε ο Μαρξ.
Τρίτον, επειδή η εκ νέου διευθέτηση των δραστηριοτήτων και των σκοπών ως «παραγωγικών» ή «μη παραγωγικών» υπεραξίας δεν καταργεί τη διάκριση ανάμεσα στους εργάτες (τη μοναδική τάξη που ζει από τον υλικό πλούτο που παράγει) και τους άλλους, μη εργάτες, μισθωτούς εργαζόμενους (που ζουν από το υλικό περιεχόμενο του πλούτου που παράγεται από την εργασία του εργάτη). Με άλλους όρους, το κριτήριο εισόδου στην παραγωγική δομή, ως κομβικό σημείο του καθορισμού της ύπαρξης και της υποκειμενικότητας των κοινωνικών τάξεων, συνεχίζει να παραμένει σταθερό. Και αυτό είναι ανεξάρτητο από την απόλυτη ή σχετική ποσότητα με την οποία η εργατική δύναμη κατανέμεται σε παραγωγικές και μη παραγωγικές δραστηριότητες, και επίσης από την αύξηση ή τη μείωση, απόλυτη ή σχετική, του αριθμού των εργατών στην κοινωνία.
Παρόλο που δηλώνουν «μαρξιστές», οι Νέγκρι, Λατσαράτο και Χαρντ κατασκευάζουν μια νέα σύλληψη της ιστορίας που δεν μπορεί να, ούτε ισχυρίζεται ότι, είναι εκείνη του Μαρξ. Στο περιβάλλον αυτής της νέας σύλληψης της ιστορίας παρουσιάζουν μία νέα πρόταση για την επανάσταση, μια νέα σύλληψη του κομμουνισμού και μία νέα σύλληψη του επαναστατικού υποκειμένου. Η ανάγνωση, έστω και επιφανειακή, ενός οποιουδήποτε από τα βιβλία που παρατίθενται σε αυτό το άρθρο αρκεί για να ξεκαθαρίσει τα ιδιαίτερα σημεία αυτής της πρότασης. Γενικά, η «καινοτομία» της πρότασης για την επανάσταση και τον κομμουνισμό είναι, ας το πούμε, αρκετά παλιά. Δεν πάει πολύ πέρα από την παλιά αστική θέση για το κεφάλαιο ως παραγωγική δύναμη (όχι παρασιτική) και για την αστική τάξη ως υποκείμενο της παραγωγής. Σε αυτό το σαφώς αστικό ιδεολογικό σύμπαν, κεφάλαιο και εργασία του εργάτη δίνουν τη θέση τους στους «πολιτικούς επιχειρηματίες» και στους «κοινωνικούς εργαζόμενους»: οι μισθοί δεν είναι πια ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος εργατική δύναμη και μετασχηματίζονται σε κάρπωση του προϊόντος από την πλευρά του παραγωγού. Και κατά τον ίδιο τρόπο, η «παλιά» αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία αντικαθίσταται από την ενοποίηση ανάμεσα στην κατανάλωση, τη θεωρητική σύλληψη, το σχεδιασμό, την κυκλοφορία και την παραγωγή με την ανάδυση της «άυλης εργασίας». Είναι προφανές ότι η έννοια της κοινωνικής τάξης, στα λόγια του Νέγκρι, πρέπει να είναι «διευρυμένη» όχι μόνο για να περιοριστεί η «αντιπαράθεση ανάμεσα σε εργάτες και εργαζόμενους», ανάμεσα σε εργάτες και μικροαστούς, αλλά επίσης για να ενισχύσει την ταύτιση και τη «συμφιλίωση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία».
Συμπερασματικά, η θέση της «άυλης εργασίας» των Νέγκρι, Χαρντ και Λατσαράτο:
καταργεί την εργασία οργανικής ανταλλαγής με τη φύση ως θεμελιώδους κατηγορίας του ανθρώπινου κόσμου,
υποκαθιστά την πάλη των τάξεων με την «κινητοποίηση» για «συμμετοχή» που γίνεται «αγάπη για το χρόνο»,
Αξιώνει τη «συμφιλίωση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία». Καταργεί την αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία και την αντικαθιστά με την ταύτιση ανάμεσα σε «κοινωνικό κεφάλαιο» και «άυλη εργασία», ανάμεσα σε «πολιτικό επιχειρηματία» και «κοινωνικό εργαζόμενο».
«διευρύνει» την έννοια της τάξης και καταργεί τον κεντρικό ρόλο της εργατικής τάξης στην πάλη για το σοσιαλισμό. Όλα τα άτομα, σαφέστατα όλα, είναι εξ ίσου «παραγωγικά».
«αποδραματοποιεί» την έννοια της επανάστασης: είναι η συνέχιση της καπιταλιστικής ανάπτυξης που κάνει να αναδύεται η «νέα υποκειμενικότητα». Αυτή θέτει την ηγεμονία της «άυλης εργασίας» και πραγματοποιεί έτσι τη μετάβαση, ξεκινώντας από τα «μικρά διάκενα» του καπιταλισμού «προς τον κομμουνισμό».
Όσο και αν ήταν σύντομη και πολύ περιληπτική, ελπίζουμε ότι αυτή η έκθεση του πυρήνα της θέσης της «άυλης εργασίας», έχει το δικαίωμα να θέσει τουλάχιστον ένα ερώτημα: δε θα μπορούσε να είναι – αυτή η θεωρία – μία ακόμη από τις τόσες συνθηκολογήσεις ενώπιον του κεφαλαίου, που κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχουν υποχωρήσει στο κίνητρό του για αυτοαξιοποίηση, στο οποίο φαίνεται ανοιχτά ότι δεν μπορεί να αντισταθεί; Θα μπορούσε να αναδυθεί, από την πλευρά της αριστεράς, ένας μεγαλύτερος έπαινος για το «θετικό χαρακτήρα» των μετασχηματισμών που έχουμε συνηθίσει να συνοψίζουμε κάτω από τον όρο της «παραγωγικής αναδόμησης»; Εάν επρόκειτο για στοίχημα, θα έβαζα πάνω στο τραπέζι μία ωραία, παγωμένη Μοέτ – Σαντόν, απέναντι σε ένα μόλις ανοιγμένο αναψυκτικό με φυσαλίδες, και ο χρόνος θα αναλάμβανε να αποκαλύψει ότι πρόκειται για την ίδια περίπτωση.
Βιβλιογραφικές αναφορές
Antunes, R. Os sentidos do trabalho, Sao Paulo, Boitempo, 1999.
Cocco, G., Trabalho e Citadania, Sao Paulo, Ed. Cortez, 2000.
Lazzarato, M., «Le concept de travail immatériel : la grande entreprise», Futur Antérieur, n. 10, Paris, L` Harmattan, 1992/2.
Lessa, S., Sociabilidade e Individuacao – a categoria da reproducao na ontologia de Lukacs, Maceio, Edufal, 1995.
Lessa, S., Trabaldo e ser social, Maceio, Edufal, 1997.
Lukacs, G., Os principios ontologiocos fundamentais de Marx, μετάφραση Carlos Nelson Coutinho, Sao Paulo, Ed. Ciencias Humanas, 1979.
Lyotard, J.P., The post – modern condition : a report of knowledge, University of Minessota Press, 1984.
Μarx, K., O Capital, vol. 1, tomo II, Sao Paulo, Abril Cultural, 1985.
Marx, K., Das Kapital, Berlin, Dietz Verlag, 1975.
Marx, K. Engels, F., Ideologia alema, Sao Paulo, Ed. Hucitec, 1987.
Marx, K. Engels, F., Werke, Band III, Berlin, Dietz Verlag, 1958.
Negri A, Hardt M., Labour of Dionysus, University of Minessota Press, 1984.
Negri A., «La première crise du postfordisme», Futur Antérieur, n. 16, Paris, L` Harmattan, 1993/2.
Negri, A., «Valeur travail : crise et problèmes de reconstruction dans le post – moderne», Futur Antérieur, n. 10, Paris, L` Harmattan, 1992/2.
Negri, A. , Lazzarato, M., «Travail immatériel et subjectivité», Futur Antérieur, n. 10, Paris, L` Harmattan, 1991.
Negri A., El poder constituyente, Espanha, Libertarias, 1994.
Negri, A. Marx beyond Marx, EUA/Inglaterra, Atonomedia/Pluto Press, 1991.

ΠΗΓΗ:http://www.u-topia.gr/issues/71/27
Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

Επί 194 χρόνια στα νύχια των δανειστών η Ελλάδα

poliorkia ton athinvn
Η πολιορκία των Αθηνών από τον Κιουταχή, υδατογραφία του Παναγή Ζωγράφου με βάση τη διήγηση του Μακρυγιάννη

Βίκτωρ Νέτας

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 02.03.2015

Ο συγγραφέας Τάσος Λιγνάδης στο εκπληκτικό βιβλίο του:

«Η ξενική εξάρτησις κατά την διαδρομήν του Νεοελληνικού Κράτους (1821-1945).
Πολιτική Διαμόρφωσις – Εθνική Γη – Δανειοδότησις» (Αθήναι 1975), αντί εισαγωγής, παραθέτει ένα απόσπασμα από τα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη: «Αφού ο Θεός τους λυπήθη και θέλει να τους αναστήση, οι άνθρωποι τους καταπολεμούν να τους φάνε, να τους χάσουνε, να τους σβύσουνε, να μην ξαναειπωθούν Ελληνες.
Και τι σας έκαμεν αυτό το όνομα των Ελλήνων εσάς των γενναίων αντρών της Ευρώπης, εσάς των πλουσίων; (…) Εντυναν τους ανθρώπους αρετή, τους γύμνωναν από την κακή διαγωγή· και τοιούτως θεωρούσαν γενικώς την ανθρωπότη και γένονταν δάσκαλοι της αλήθειας. Κάνουν και οι μαθηταί τους οι Ευρωπαίοι την ανταμοιβήν εις τους απογόνους εμάς – γύμναση της κακίας και παραλυσίας. Τέτοι” αρετή έχουν, τέτοια φώτα μας δίνουν».

Η συμπεριφορά των Ευρωπαίων προς την Ελλάδα


Αποτέλεσμα εικόνας για Η συμπεριφορά των Ευρωπαίων προς την Ελλάδα

-ακόμη και σήμερα με τα εξοντωτικά μνημόνια- δικαιώνει την οργή του στρατηγού Μακρυγιάννη. Από τις πρώτες μέρες του απελευθερωτικού αγώνα οι Εθνικές Συνελεύσεις αποφάσισαν για την οικονομική ενίσχυση της Επανάστασης να επιδιώξουν τη σύναψη δανείων στο εξωτερικό με υποθήκευση των εθνικών κτημάτων. 
Ετσι αρχίζει η εξάρτηση του νεογέννητου κράτους. Ο Τάσος Λιγνάδης περιγράφει διεξοδικά και με πλήρη στοιχεία τις περιπέτειες των τοκογλυφικών ληστρικών δανείων προς την άμοιρη Ελλάδα.


Οι Ελληνες αντιπρόσωποι των πρώτων Εθνοσυνελεύσεων έβρισκαν κλειστές τις πόρτες των διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών.



Τελικά οι Ελληνες απεσταλμένοι Ι. Ορλάνδος και Α. Λουριώτης συνεργάστηκαν με τη Φιλελληνική Εταιρεία του Λονδίνου και πέτυχαν τη σύναψη δανείου 800.000 λιρών στερλινών. 
Καθοριζόταν διορία 36 ετών για την απόσβεση του δανείου. Για την αποπληρωμή του θα ήταν ως παρακαταθήκη η εθνική περιουσία της Ελλάδας, τα εθνικά κτήματα, οι δασμοί των τελωνείων, αλυκών και αλιεύσεων. Συγκεκριμένα, «ως εγγύησις διά την πληρωμήν των τόκων ετίθεντο πάντα τα δημόσια έσοδα, διά δε την πληρωμήν του κεφαλαίου πάντα τα εθνικά κτήματα».
Το δάνειο, πριν καν δοθεί, είχε ληστευθεί αγρίως από τους τοκογλύφους δανειστές. 
Από τις 800.000 λίρες στερλίνες μόνο οι 457.700 λίρες ήταν το ενεργητικό ποσό, το οποίο θα έπαιρνε η Ελλάδα. Από το ποσό αυτό αφαιρέθηκε η προκαταβολή τόκων δύο ετών (80.000 λίρες) και για χρεόλυτρα δύο ετών 16.000 λίρες, όποτε το αρχικό ποσό έπεφτε στις 358.700 λίρες. Νέες αφαιμάξεις γίνονταν για δαπάνες μεταφοράς, προμήθειες, έξοδα της αντιπροσωπείας που θα έφερνε τα χρήματα, όποτε έμεναν να δοθούν στην Ελλάδα 298.700 λίρες στερλίνες!
Την ίδια και χειρότερη τύχη είχε και το δεύτερο αγγλικό δάνειο ύψους 2.000.000 λιρών στερλινών, που υπεγράφη στις 7 Φεβρουαρίου 1825. Μετά τις αλλεπάλληλες άγριες αφαιμάξεις (προκαταβολή τόκων, προμήθειες, μεσιτείες, έξοδα κ.λπ.), στα ελληνικά ταμεία θα φτάσουν τελικά μόλις 232.558 λίρες στερλίνες! 
Πάντα με ληστρικούς όρους πήρε δάνεια η Ελλάδα και αργότερα κατά την περίοδο του Καποδίστρια, του Οθωνα, του Γεωργίου Α’, του Χαρίλαου Τρικούπη, όταν η χώρα οδηγήθηκε στην πτώχευση – έως και τον 20ό αιώνα. Η μακρά ιστορία των ληστρικών τοκογλυφικών δανείων δεν χωράει σε ένα άρθρο. Δώσαμε ενδεικτικά κάποια στοιχεία, από τα οποία φαίνεται πως δεν βάλαμε μυαλό για να απαλλαγούμε από την ξενική εξάρτηση. 
Και φυσικά δεν θα απαλλαγούμε με εθνικοπατριωτικές κορόνες που δεν έχουν κανένα απολύτως αντίκρισμα, αλλά με σοβαρή δουλειά για την αξιοποίηση των παραγωγικών δυνατοτήτων αυτής της ευλογημένης χώρας.

Οι μεν δανειστές τοκογλύφοι κάνουν τη δουλειά τους.




Το ερώτημα είναι τι κάνει η Ελλάδα για την απεξάρτησή της από τον δανεισμό. Δυστυχώς η Ελλάδα έφτασε και ώς τις μέρες μας να παίρνει δάνεια για να πληρώσει τις δόσεις προηγούμενων δανείων. 
Η χώρα, για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση των τελευταίων πέντε χρόνων, υπέγραψε τα γνωστά Μνημόνια που οδήγησαν στην εξαθλίωση και την ανεργία. 
Τα κόμματα της σημερινής κυβέρνησης είχαν υποσχεθεί στις εκλογές μέτρα ανακούφισης αν έπαιρναν την εξουσία. Σχημάτισαν κυβέρνηση η οποία ανακοίνωσε ότι θα αναλάβει αυτή την εβδομάδα νομοθετικές πρωτοβουλίες για: 
α) την πάταξη της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς 
β) την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και 
γ) τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Αξιέπαινες αυτές οι πρωτοβουλίες, αλλά δεν καλύπτουν το μέγα ερώτημα: Πού θα βρει η κυβέρνηση τα χρήματα για να γίνουν πράξη όσα προεκλογικά υποσχέθηκε; Εχει ακόμη περίοδο χάριτος για να απαντήσει σ” αυτό το κρίσιμο ερώτημα. Πάντως ο λαός δεν αντέχει άλλες φορολογικές επιβαρύνσεις.

ΠΗΓΗ:http://www.antifonies.gr/%CE%B5%CF%80%CE%AF-194-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B1-%CE%BD%CF%8D%CF%87%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8E%CE%BD-%CE%B7-%CE%B5/
Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

1941- 27-4 Οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα...

Toυ Χρήστου Ζουλιάτη

Χρήστος Ζουλιάτης


                                                        Για να ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΜΕ και την παλιά κατοχή,


27-4-1941


ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, 27 Απριλίου του 1941, οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα. Τους προϋπάντησαν και τους παρέδωσαν κάθε εξουσία ο ανώτερος στρατιωτικός διοικητής Αττικοβοιωτίας στρατηγός Καβράκος, ο νομάρχης Αττικοβοιωτίας Πεζόπουλος, ο Δήμαρχος Αθηναίων Αμβρόσιος Πλυτάς, ο Δήμαρχος Πειραιά Μιχ. Μανούσκος και ο συνταγματάρχης Κανελλόπουλος ως διερμηνέας. 
Η κατοχή βέβαια της χώρας, όσο δυσάρεστη κι αν ήταν, όσο αρνητική ψυχολογία κι αν δημιουργούσε, δεν πτόησε το φρόνημα του ελληνικού λαού, γεγονός που φαίνεται, αν αναλογιστεί κανείς το κύμα αντίστασης που εκδηλώθηκε, το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα. Εντούτοις δεν έλειψαν οι φωνές που, από την πρώτη στιγμή, συνιστούσαν υποταγή.





Κι ήταν η άρχουσα τάξη που συνιστούσε στο λαό να καθίσει ήσυχος. Ήταν ο Τύπος της που πότιζε τις ψυχές με το δηλητήριο της συνθηκολόγησης. Χαρακτηριστικά έγραφε η ''σοβαρή'' ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ



"«Ο αθηναϊκός λαός αντιμετωπίζει τα γεγονότα με σταθεράν πεποίθησιν ότι όλα βαίνουν προς το καλύτερον, ότι λήξαντος του πολέμου, διά την Ελλάδα τουλάχιστον, ανοίγεται η περίοδος της ειρήνης και της εντός των πλαισίων της ειρήνης αυτής παραγωγικής δραστηριότητος... Αι γερμανικαί αρχαί εμφορούμεναι από τας φιλικωτέρας των διαθέσεων απέναντι του ελληνικού πληθυσμού, τας αρετάς και τα προτερήματα του οποίου δεν ήργησαν να γνωρίσουν, θα τον συντρέξουν- περί τούτου δεν υπάρχει αμφιβολία- εις πάσαν θετικήν και οικοδομητικήν του προσπάθειαν».



Και σήμερα ακόμα αυτή η εφημερίδα είναι σε ''καλά χέρια" και ''καθαρά χέρια", στου Αλαφούζου, δηλαδή... Καταλαβαίνετε...


ΠΗΓΗ:https://www.facebook.com/zouliatispress
Διαβάστε Περισσότερα »

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ SLAVOJ ZIZEK: ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΤΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ



SLAVOJ ZIZEK ZERVAS
ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΤΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ
ΤΗΣ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ
Βαγγέλης Ζέρβας


Η πολιτική οικονομία του Slavoj Zizek είναι μια θεωρία που στην πραγματικότητα, δεν είναι τίποτα άλλο από μια συρραφή αστικών θεωριών που αναπαράγονται για να συγκροτήσουν τον εικονικό Καπιταλισμό και την «υπέρβαση» του Μαρξισμού, στο όνομα βέβαια του Μαρξ: η αυτοκρατορία, η επανάσταση των διευθυντών, οι μεταβιομηχανικές θεωρίες, η αστική πολιτική οικονομία είναι μόνο μερικές από αυτές. Ειδικότερα για τη «Θεωρία της Αυτοκρατορίας», ο Zizek ενσωματώνει όλο το βασικό της πλαίσιο και διαφοροποιείται μόνο σε κάποια από τα συμπεράσματα. Η κρίση και οι σημερινές αλλαγές στις παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις αποτελούν πραγματική πρόκληση για την ανάπτυξη της Μαρξιστικής Κριτικής του Καπιταλισμού της εποχής μας. Κριτική που είναι ο δρόμος για να μην ανακαλύπτουμε κάθε λίγο τον τροχό, για να μην θεωρούμε ότι η «υπέρβαση του Μαρξισμού» βρίσκεται στην επιστροφή στο κάθε λογής αστικό προμαρξιστικό ρεύμα που κάθε τόσο παρουσιάζεται με επίμονο και δογματικό τρόπο.
1. Εισαγωγή
Slavoj Zizek in Liverpool cropped.jpg
                                                                 Ο Σλάβοϊ Ζίζεκ 21 Μαρτίου 1949.
                                                           Σλοβένος φιλόσοφος και κριτικός θεωρητικός
 
Ο Slavoj Zizek δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Έχει ένα πλούσιο συγγραφικό έργο,1 που καλύπτει την πολιτική θεωρία, την θεωρία του κινηματογράφου και την θεωρητική ψυχανάλυση με αναφορές – μεταξύ άλλων – στον Χέγκελ, τον Μαρξ και την ψυχαναλυτική θεωρία του Λακάν. Τοποθετείται, σχεδόν για το σύνολο των ζητημάτων αλλά και των αγώνων της εποχής μας: H κρίση, το Occupy Wall Street, οι Αραβικές επαναστάσεις, η εξέγερση στην Αγγλία,2 η κριτική της αστικής δημοκρατίας,3 των αντιπαγκοσμιοποιητικών κινημάτων και κινημάτων «αντεξουσίας»,4 η ελληνική κρίση, η ενότητα της αριστεράς5 είναι μερικά μόνο από αυτά. Από τις θέσεις του ξεχωρίζουν η μαχητική υπεράσπιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η σκληρή κριτική όσων υποστηρίζουν την αποδέσμευση από αυτήν και το κάλεσμα σε χώρες που βρίσκονται εκτός της να την ενισχύσουν (μαζί με την υπεράσπιση του αντιδραστικού αστικού κοσμοπολιτισμού, της άλλης πλευράς του εθνικισμού).6
Δεν είναι ούτε στις προθέσεις ούτε στις δυνατότητες του παρόντος κειμένου η κριτική του συνολικού έργου του Zizek. Εδώ θα επικεντρώσουμε σε ένα πρόσφατο άρθρο του που δημοσιεύτηκε και στα Ελληνικά με τίτλο «η εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας».7 Το άρθρο ουσιαστικά επαναλαμβάνει μια σειρά θέσεις που ο Zizek είχε αναπτύξει στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου του Πρώτα σαν τραγωδία και μετά σαν φάρσα. Και αυτό γιατί στις θέσεις αυτές επιχειρείται όχι μόνο να δοθεί μία ερμηνεία τόσο του χαρακτήρα της εκμετάλλευσης στον σύγχρονο καπιταλισμό όσο και των κοινωνικών αγώνων, ζητήματα – ιδιαίτερα σήμερα που βρισκόμαστε στην καρδιά της κρίσης – εξαιρετικά κρίσιμα για το εργατικό κίνημα.
2. Η Τραγωδία και η Φάρσα του Εικονικού Καπιταλισμού: Άυλη Εργασία, Συλλογική Διάνοια και το τέλος της Υπεραξίας και του Εργατικού Κινήματος
ΕΙΚΟΝΙΚΟΣ  ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ


Για τον Zizek, ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι «μεταβιομηχανικός». Αυτή η ορολογία δεν είναι φυσικά καινούργια. Έχει την καταγωγή της, στη δεκαετία του 60.8 Τότε εμφανίστηκαν οι θεωρίες της «μεταβιομηχανικής» κοινωνίας που υποτίθεται ότι εξηγούσαν την πραγματικότητα σε αντίθεση με τον «ξεπερασμένο» Μαρξισμό.9 Πλευρές αυτών των θεωριών έχουν ενσωματωθεί και στο έργο των Negri και Hardt Αυτοκρατορία10 που αποτελεί σημείο αναφοράς για τις θέσεις που προτείνει ο Ζizek.
Στο βιβλίο του, ακολουθώντας τον Negri, επαναφέρει και αντιγράφει το απόσπασμα από τα Grundrisse που επικαλείται ο Negri για να στηρίξει τις απόψεις του.11 Πρόκειται για την απόσπαση ενός τμήματος από ένα αντιφατικό κείμενο όπου περιγράφεται, από τη μια πλευρά, η θέση ότι η ανάπτυξη της βιομηχανίας και της τεχνολογίας αναιρεί προοπτικά το νόμο της αξίας και υπονομεύει διαρκώς την βάση του Καπιταλισμού, αναίρεση που φτάνει μέχρι και την «κατάρρευση της παραγωγής που βασίζεται στην ανταλλακτική αξία».
Από την άλλη ταυτόχρονα διατυπώνεται η κλασική Μαρξιστική θέση ότι το Κεφάλαιο προσπαθώντας να αντιστρέψει αυτήν την τάση και να την μετατρέψει σε κέρδος, αυξάνει ολοένα και περισσότερο την υπερεργασία αλλά και την ιδιοποίηση της επιστήμης όχι από τη ζωντανή, αλλά από τη νεκρή εργασία, λόγω της δομής της Καπιταλιστικής παραγωγής.12
Σε αυτήν την αντίφαση του Μαρξ δεν υπάρχει τίποτα παράξενο. Τα Grundrisse ήταν χειρόγραφα που γράφτηκαν το 1858, πριν ο Μαρξ αφοσιωθεί στην «κριτική της πολιτικής οικονομίας» και στο «Κεφάλαιο».
Η διάδοση τους, εκατό χρόνια μετά, συνετέλεσε στην επαναξιολόγηση του Μαρξιστικού έργου και τροφοδότησε νέες ερμηνείες του Μαρξ.13 Όμως όσο λάθος είναι η αυτονόμηση του «ύστερου» Μαρξ από το υπόλοιπο έργο του (όπως έκανε κυρίως η Αλτουσεριανή σχολή) άλλο τόσο λάθος είναι το αναποδογύρισμα αυτής της αυτονόμησης στο όνομα των χειρογράφων των Grundrisse που έχει τον κίνδυνο άλλων επιλεκτικών ερμηνειών.
Η σκέψη του Μαρξ είναι ένα σύνολο έργων που δεν μπορούν μελετηθούν ανεξάρτητα από την Μαρξιστική συζήτηση, την ιστορική εμπειρία και την ση-μερινή πραγματικότητα. Στο βαθμό που το έργο του χρησιμοποιείται για να αναγγείλει την «κατάργηση της εκμετάλλευσης με την Μαρξιστική έννοια» στον σημερινό Καπιταλισμό τότε δεν έχει σχέση με την σημερινή πραγματικότητα, ακόμα και αν αυθαίρετα-όπως κάνουν οι παραπάνω συγγραφείς- απομονώσουμε τις φράσεις του Μαρξ.
Αντίστοιχα αντιμετωπίζεται και η έννοια του «παγίου κεφαλαίου» ως ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης του εργαζόμενου ανθρώπου, η οποία αποκόβεται επίσης από το κείμενο και παρουσιάζεται σαν ο παράγοντας που «υπονομεύει την καπιταλιστική εκμετάλλευση» επηρεάζοντας την «γενική κοινωνική γνώση» όταν ακόμα και στο απόσπασμα που παραθέτει ο Zizek αυτή η ανάπτυξη περιγράφεται από τον Μαρξ σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης του ελεύθερου χρόνου και της μείωσης του εργάσιμου (το αντίθετο δηλαδή από αυτό που συμβαίνει σήμερα) και όχι σαν συνέπεια της κατάργησης της υπεραξίας και της διάκρισης εργάσιμου και ελεύθερου χρόνου όπως οι Negri-Hardt (και ο Zizek αναπαράγοντας το κείμενο) υποστηρίζουν.
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ  ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

14Τη βιομηχανική επανάσταση του 19ου αιώνα ο Μαρξ δεν την είδε σαν απλή τεχνολογική πρόοδο, αλλά σαν επανάσταση που μεταμόρφωνε τον τρόπο παραγωγής και το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων. Και ακριβώς γι’ αυτό, ενώ ήταν υπέρ της επιστήμης και της τεχνολογικής προόδου, απέφυγε (έστω και με αντιφάσεις) την αφελή αισιοδοξία του επιστημονισμού και των τεχνοκρατικών ιδεολογιών. Στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου αφιερώνει ένα εκτεταμένο τμήμα με τίτλο «Οι μηχανές και η μεγάλη βιομηχανία» που περιγράφει – μεταξύ άλλων – την κυριαρχία του κεφαλαίου στη διαδικασία της εργασίας μέσα από την πλήρη ένταξη των τεχνολογικών καινοτομιών με Καπιταλιστικούς όρους στο εσωτερικό της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής.15 Στον δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου το διατυπώνει με ακόμα πιο καθαρό τρόπο: «….Όπως κάθε άλλη ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας έτσι και η ανάπτυξη της με τις μηχανές έχει σκοπό να φτηναίνει τα εμπορεύματα και να συντομέψει το μέρος εκείνο της εργάσιμης ημέρας που ο εργάτης εργάζεται για τον εαυτό του, για να μεγαλώσει το άλλο μέρος της ημέρας που εργάζεται για τον Καπιταλιστή».16 Όμως ακόμα και αν φύγουμε από τις διαφορετικές ερμηνείες του Μαρξ υπάρχει ολόκληρη η ιστορική Μαρξιστική συζήτηση.17
Ο Zizek και ο Negri μετατρέπουν το σχήμα-ανάπτυξη της βιομηχανίας και της επιστήμης = κατάρρευση της ανταλλακτικής αξίας/υπεραξίας – σε υπεριστορική αρχή που έχει ήδη σήμερα υποκαταστήσει στην πράξη του σημερινού Καπιταλισμού την υπερεργασία. H έννοια-κλειδί εδώ είναι αυτή της «άυλης εργασίας» (immaterial labour) την οποία ο Zizek αναπαράγει από τον Negri. H έννοια αυτή περιγράφεται τόσο στοΠλήθος όσο και στην Αυτοκρατορία.
Στο πρώτο-που είναι και το πιο πρόσφατο-ορίζεται ως εργασία που παράγει «άυλα προϊόντα όπως γνώση, πληροφορία, επικοινωνία, σχέσεις η συναισθηματικές αντιδράσεις».18
Οι Negri-Hardt ξεκαθαρίζουν ότι η «άυλη εργασία» έχει υλική υπόσταση: τα προϊόντα που παράγει δεν έχουν. Προτείνουν και έναν εναλλακτικό ορισμό αυτόν της «βιοπολιτικής εργασίας» η οποία παράγει «όχι μόνο υλικά προϊόντα αλλά ακόμα και κοινωνικές σχέσεις και τελικά την ίδια την κοινωνική ζωή». Έχουμε λοιπόν μια «άυλη εργασία» η οποία γίνεται «βιοπολιτική εργασία» (ένας όρος που εισήχθηκε και χρησιμοποιήθηκε με διαφορετικό περιεχόμενο στο παρελθόν από τον Foucault)19 για να παράγει ουσιαστικά τα πάντα: από υλικά προϊόντα μέχρι και κοινωνικές σχέσεις.
Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν την πραγματικότητα της βιομηχανικής παραγωγής και εργατών σε όλο τον κόσμο. Υποστηρίζουν όμως ότι η «άυλη εργασία» που αναπτύσσεται στις ανεπτυγμένες Καπιταλιστικές κοινωνίες έχει γίνει «ηγεμονική» από ποιοτική (και όχι απαραίτητα ποσοτική) άποψη, επηρεάζοντας και προσδιορίζοντας όλα τα υπόλοιπα είδη εργασίας.
Όλα αυτά έχουν ανατρέψει τον κόσμο όπως τον γνωρίζαμε (και ειδικότερα την Μαρξιστική κριτική όπως προσπαθούσε να τον εξηγήσει). Η διάκριση εργάσιμου και μη χρόνου καταργείται (άρα δεν υπάρχει πια και εκμετάλλευση/υπεραξία) και άρα τα πάντα παράγουν τα πάντα-ακόμα και οι άνεργοι συμμετέχουν στην βιοπολιτική παραγωγή και η «κοινότητα» προϊόντων και σχέσεων γίνεται η «βιοπολιτική κατάσταση του Πλήθους» που αντικαθιστά τα προϋπάρχοντα κοινωνικά υποκείμενα.
Αποτέλεσμα εικόνας για Negri-Hardt

20.Για τους Negri-Hardt η άυλη εργασία βρίσκεται ουσιαστικά έξω από τον έλεγχο του Κεφαλαίου: «η συνεργατική διάσταση της άυλης εργασίας δεν επιβάλλεται ούτε οργανώνεται έξωθεν, όπως ίσχυε για προγενέστερες μορφές εργασίας, αλλά μάλλον η συνεργασία είναι απολύτως ενταγμένη στην ίδια την εργασιακή δραστηριότητα. Το γεγονός αυτό καθιστά προβληματική την παλαιά αντίληψη (κοινή στην κλασική και τη μαρξική πολιτική οικονομία) σύμφωνα με την οποία η εργασία νοείται ως «μεταβλητό κεφάλαιο», διότι οι συνεργατικές δυνάμεις της εργατικής δύναμης (ιδίως της άυλης εργατικής δύναμης) παρέχουν στην εργασία τη δυνατότητα της αυτοαξιοποίησης […] με αυτόν τον τρόπο, η άυλη εργασία φαίνεται να παρέχει τη δυνατότητα για ένα είδος αυθόρμητου και στοιχειώδους κομμουνισμού».21
Αυτές οι αλλαγές έχουν αποφασιστική επίδραση στην ταξική δομή. Για τους Negri-Hardt έρχεται στο προσκήνιο η έννοια του «φτωχού»22 καθώς και των μεταναστών και κοινωνικά αποκλεισμένων που υποτίθεται ότι υπερβαίνει την παραδοσιακή έννοια της εργατικής τάξης. Το συμπέρασμα είναι ότι «η παλιά μορφή του συνδικάτου δεν επαρκεί πλέον […] καθώς οι συνθήκες και οι σχέσεις εργασίας γίνονται κοινές, οι παραδοσιακές αυτές διαιρέσεις ( η ακόμα και νεοπαγείς διαιρέσεις) δεν έχουν πια νόημα και μόνο εμπόδιο συνιστούν».23
Ο Zizek, βασισμένος στις παραπάνω θεωρίες, υποστηρίζει ότι καθώς οι αλλαγές στην εργασία, ιδιαίτερα των «διανοητικών εργατών», καταργούν την υπεραξία, η εκμετάλλευση παίρνει την μορφή «μισθώματος» του προϊόντος που δημιουργεί η «γενική διάνοια» μέσα στην παραγωγή (η οποία περιγράφεται ουσιαστικά ως μη-καπιταλιστική). Αντιπαραθέτει μάλιστα αυτήν την οπτική με τη θεωρία του Μαρξ: «Πρέπει να τροποποιήσουμε κριτικά την εννοιολογική σκέψη του Μαρξ. Επειδή αγνόησε την κοινωνική διάσταση της γενικής διάνοιας, ο Μαρξ δεν εξέτασε την πιθανότητα ιδιωτικοποίησης της [...] ο Negri έχει δίκιο επί αυτού [...] μέσα στο σημερινό πλαίσιο, η εκμετάλλευση κατά την κλασική μαρξιστική έννοια δεν είναι δυνατή […] και για αυτό ακριβώς είναι ανάγκη να επιβάλλεται με άμεσα νομικά μέτρα, δηλαδή με μη οικονομικά μέτρα. η εκμετάλλευση ολοένα και περισσότερο παίρνει τη μορφή μισθώματος».24
Εδώ αντιγράφει από τους Negri-Hardt το παράδειγμα της Microsoft: «πάρτε το παράδειγμα του Bill Gates. Πώς έγινε ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου; Ο πλούτος του δεν έχει καμία σχέση με το κόστος παραγωγής των προϊόντων που πουλάει η Microsoft (μπορεί κανείς να υποστηρίξει ακόμη και ότι η Microsoft αμείβει τους πνευματικούς εργάτες της με σχετικά υψηλούς μισθούς)».25
Αν ισχύουν τα παραπάνω από πού προκύπτει η κερδοφορία των Καπιταλιστών; «γιατί τότε εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να αγοράζουν τα προϊόντα της Microsoft; Επειδή αυτή έχει επιβληθεί ως ένα σχεδόν οικουμενικό πρότυπο, μονοπωλώντας ουσιαστικά το πεδίο, σε ένα είδος άμεσης ενσάρκωσης της «γενικής διάνοιας»».26 «[Α]ληθεύει […] ότι οι σημερινοί πνευματικοί εργάτες δεν είναι πλέον αποχωρισμένοι από το προϊόν της εργασίας τους […] επιφανειακά ναι […] αλλά […] παραμένουν αποκομμένοι από το κοινωνικό πεδίο της εργασίας τους, από τη «γενική διάνοια» γιατί αυτή διαμεσολαβείται από το ιδιωτικό κεφάλαιο».27 Ο Zizek επιχειρεί και ένα δεύτερο παράδειγμα που υποτίθεται ότι αναιρεί τον Μαρξ με βάση την τιμή του πετρελαίου η οποία δεν έχει σχέση με την τιμή της εργατικής δύναμης.
Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

28.Ο Καπιταλιστής παίρνει έτσι την εικόνα ενός «παράσιτου» που βρίσκεται ουσιαστικά εκτός της Καπιταλιστικής παραγωγής, στο κοινωνικό πεδίο και αρπάζει το προϊόν που έφτιαξε η «γενική διάνοια» ή, για να χρησιμοποιήσουμε άλλον ένα νεολογισμό που διατυπώνει ο Zizek περιγράφοντας τη θεωρία του Negri, η «συλλογική συνεργεία των δημιουργικών γνωστικών μοναδικοτήτων».29
Η θεωρία του Zizek για την Καπιταλιστική παραγωγή οδηγεί και σε μια αντίστοιχη θεωρία για την κατανάλωση. Η ιδιωτικοποίηση της «γενικής διάνοιας» είναι και η αιτία για την επιβολή των πολυεθνικών ως «καθολικό πρότυπο» που οδηγεί στην κερδοφορία τους. Ούτε εδώ γλιτώνει ο Μαρξ: ο Zizek υποστηρίζει ότι λόγω των αλλαγών στην εργασία «πια δεν αγοράζεις πράγματα αλλά εμπειρίες». Έχουμε λοιπόν και την «ανατροπή του φετιχισμού του εμπορεύματος». Ο φετιχισμός που περιέγραφε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο έχει μεταφερθεί «στις σχέσεις μεταξύ πραγμάτων» και έτσι, πέρα από αλλοτριωτική έχει και απελευθερωτική επίδραση. Αφού επιτρέπει πια στις ανθρώπινες σχέσεις να αποκτήσουν έστω «τυπική ελευθερία και αυτονομία» κάτι που περιγράφεται ως «η δύναμη της αφαίρεσης, που καταλύει τον οργανικό βιόκοσμο, είναι ταυτόχρονα και το μέσον της χειραφετητικής πολιτικής αφού «όπως η τυπική υπαγωγή της παραγωγικής διαδικασίας στο Κεφάλαιο προηγείται της πραγματικής υπαγωγής έτσι και η τυπική ελευθερία προηγείται της πραγματικής ελευθερίας δημιουργώντας τις προϋποθέσεις της τελευταίας».30
Έχουμε έτσι όλο το πλαίσιο του «εικονικού καπιταλισμού»: Οι αλλαγές στην εργασία (άυλη εργασία/κατάργηση διάκρισης εργάσιμου/μη εργάσιμου χρόνου) έχουν καταργήσει την Καπιταλιστική εκμετάλλευση (δηλαδή τον Καπιταλισμό) στην παραγωγή και άρα την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης με την Μαρξιστική έννοια. Οι Καπιταλιστές κλέβουν την «γενική διάνοια» με έξω-οικονομικά μέτρα και «μίσθωμα» και επιβάλλονται ως καθολικά πρότυπα στην αγορά. Καθώς η εργασία που κυριαρχεί είναι η «άυλη» αυτό οδηγεί στην αποφετιχοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων και στην φετιχοποίηση των σχέσεων μεταξύ πραγμάτων.
Τα παραπάνω προφανώς αλλάζουν εντελώς την κοινωνική δομή των Καπιταλιστικών κοινωνιών. «Περισσότερο και από τους εργάτες οι αστοί έχουν γίνει περιττοί»31 και τα συνδικάτα χάνουν το νόημα ύπαρξης τους. Οι άνεργοι δεν είναι πια εφεδρικός εργατικός στρατός.32 Σε ότι αφορά την κυρίαρχη τάξη, το κέντρο βάρους δεν βρίσκεται πια στους ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής, στους επιχειρηματίες αλλά στους μάνατζερ και τους διευθυντές οι οποίοι δεν είναι ιδιοκτήτες αλλά μισθωτοί με υψηλούς μισθούς και μπόνους.
Οι Καπιταλιστές σήμερα είναι ένα «υποσύνολο των μισθωτών» μια «μισθωτή μπουρζουαζία»,33 που αποσπά και αυτή, κατά τον Zizek, υπεραξία αλλά με μια «νέου-τύπου μυστικοποιημένη μορφή»: τον «υπερμισθό», ο οποίος «είναι ένας αυθαίρετος μηχανισμός εξουσίας και ιδεολογίας, χωρίς σοβαρή σχέση με την πραγματική ανταγωνιστικότητα».34
Τι σημαίνουν τα παραπάνω για τους κοινωνικούς αγώνες; Οι πρόσφατες απεργίες και διαδηλώσεις «είναι κυρίως απεργίες από μέρους της «μισθωτής μπουρζουαζίας» που καθοδηγούνται από το φόβο ότι θα χάσει τα προνόμιά της […] δεν είναι προλεταριακές διαδηλώσεις αυτές, αλλά διαδηλώσεις ενάντια στην απειλή της προλεταριοποίησης». Βέβαια αμέσως μετά ο Zizek υποστηρίζει ότι «κάθε περίπτωση θα πρέπει να μελετάται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της». Παρόλα αυτά ενώ οι ταραχές του Αυγούστου στην Αγγλία ήταν ένα «ένα καταναλωτικό καρναβάλι καταστροφής»,35 ο ξεσηκωμός στην Αίγυπτο άρχισε «εν μέρει σαν εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας», ενώ για την Ελλάδα δεν υπάρχουν αμφιβολίες: «Η Ελλάδα είναι ειδική περίπτωση: τις τελευταίες δεκαετίες, μια νέα μισθωτή μπουρζουαζία (ειδικά στον υπερεκτεταμένο τομέα δημόσιας διοίκησης) δημιουργήθηκε χάρη στην οικονομική βοήθεια και τα δάνεια της ΕΕ, και οι διαμαρτυρίες κινητοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την απειλή να χαθεί αυτό το προνόμιο».36

3. Κριτικές Παρατηρήσεις

Η παραπάνω θεωρία για στην εργασία, όπως δείξαμε, παρά τις αναφορές της στον Μαρξ, συγκροτείται από ένα θεμελιώδες λάθος: να κριθεί η εργασία (και άρα και ο εργαζόμενος) αποκλειστικά με βάση το συγκεκριμένο αντικείμενο της (υλική/άυλη) και όχι σαν κοινωνική σχέση στην οποία ενσωματώνονται οι παραγωγικές δυνάμεις για να λειτουργήσουν προς όφελος του κεφαλαίου, θέση που όπως είδαμε παραπάνω υποστηρίζει ο Μαρξ και γενικότερα η Μαρξιστική κριτική. Η αντίληψη αυτή, πάνω στην οποία στηρίζεται η θεωρία των Negri-Hardt, που ο Zizek αναπαράγει σε όλες τις βασικές τις πλευρές, είναι τυπική για όλες τις αστικές θεωρίες της «μετά-βιομηχανικής» κοινωνίας.
Επίσης το γεγονός ότι δεν γίνεται αναφορά πουθενά στην «κοινωνικά αναγκαία εργασία» έχει σαν αποτέλεσμα και η ίδια η Μαρξιστική θεωρία της αξίας, που κριτικάρεται, να παρουσιάζεται λανθασμένα. Ο Zizek και οι Negri-Hardt κριτικάρουν εδώ όχι την θεωρία του Marx αλλά του Ricardo η οποία εί-ναι ριζικά διαφορετική από την Μαρξιστική.37 Ακόμα όμως και αν κανείς έδινε βάση στον ορισμό της εργασίας με βάση το περιεχόμενο και πάλι η εικόνα είναι πλαστή: οι «άυλες εργασίες» (όπως π.χ. οι πωλήσεις αλλά ακόμα και η πληροφορική) δεν έχουν τα χαρακτηριστικά της «γενικής διάνοιας» που ο Zizek περιγράφει.38
Η θέση για την κατάργηση της διάκρισης του εργάσιμου και μη χρόνου δεν επιβεβαιώνεται ούτε καν από το παράδειγμα της Microsoft που οι Negri-Hardt αναφέρουν (με το επιχείρημα ότι εκεί οι εργαζόμενοι παραμένουν το μεγαλύτερο μέρος της μέρας στην επιχείρηση και άρα συγχωνεύεται ο εργάσιμος με τον ελεύθερο χρόνο). Το αντίθετο συμβαίνει: η αύξηση του εργάσιμου χρόνου πραγματοποιείται κάτω από την οργάνωση του Κεφαλαίου μέσα στην παραγωγή και αυξάνει παντού τις ώρες εργασίας και το μερίδιο της απλήρωτης εργασίας που αποσπά ο κεφαλαιοκράτης. Τα στατιστικά στοιχεία για την αύξηση των εργάσιμων ωρών σε χώρες του ανεπτυγμένου Καπιταλισμού επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση.39 Επίσης θα αρκούσε κανείς να αναφερθεί στην προσπάθεια όλων των αστικών τάξεων να αυξήσουν ακριβώς αυτό που οι Negri-Hardt ισχυρίζονται ότι τείνει να εξαφανιστεί: την υπεραξία μέσω της μείωσης των μισθών (και του «κοινωνικού μισθού», δηλαδή των υπηρεσιών πρόνοιας). Κραυγαλέο παράδειγμα αυτά που συμβαίνουν αυτές τις μέρες στην Ελλάδα όπου οι κατά 20% μειωμένοι μισθοί τα τελευταία δύο χρόνια, μειώνονται επιπλέον 20% και αυτό μάλιστα τίθεται ως όρος από τα αστικά κόμματα και τις διεθνείς ολοκληρώσεις του Κεφαλαίου.40
Η άποψη ότι η «άυλη εργασία» ξεφεύγει από τον έλεγχο του Κεφαλαίου έρχεται και αυτή σε σύγκρουση με την εμπειρία. Η «πληροφοριακή επανάσταση» π.χ. αναδιοργάνωσε με αντιδραστικό τρόπο όλη την παραγωγική διαδικασία και είναι η βασική παραγωγική δύναμη και τεχνολογικό υπόβαθρο για την διεθνοποίηση του κεφαλαίου τις τελευταίες δεκαετίες.41 Αυτή η διεθνοποίηση δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιηθεί έξω από την οργάνωση της εργασίας και για αυτό εξάλλου τροποποιεί συνεχώς τις ιεραρχικές δομές, τους στόχους και τις κατευθύνσεις και στο εσωτερικό των Καπιταλιστικών πολυεθνικών.
Το «αδύνατο» της οργάνωσης της εργασίας και το «τέλος των συνδικάτων» δεν μπορεί να εξηγήσει ούτε το ξέσπασμα εργατικών αγώνων (όπως το τελευταίο διάστημα στην Ελλάδα) ούτε γιατί μεγάλο μέρος της αστικής οικονομικής πολιτικής για την υπέρβαση της κρίσης επικεντρώνεται στην κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, τον αυταρχισμό στους χώρους δουλειάς, το χτύπημα των μορφών συνδικαλιστικής οργάνωσης, δηλαδή ακριβώς στο τσάκισμα της δυνατότητας της εργατικής τάξης να παλέψει για την αξία της εργατικής δύναμης.
Ο Zizek επαναφέροντας το παράδειγμα της Microsoft ισχυρίζεται ότι στους «διανοητικούς εργάτες» στις μεγάλες επιχειρήσεις τύπου δεν υπάρχει ουσιαστικά εκμετάλλευση και λόγω υψηλών μισθών. Και εδώ βέβαια δεν πρωτοτυπεί. Το επιχείρημα της εκμετάλλευσης ή όχι με βάση μόνο το μισθό αποτελεί σήμα κατατεθέν της αγοραίας αστικής πολιτικής οικονομίας από τις απαρχές του Καπιταλισμού (και σήμερα πολύ περισσότερο). Και αντίστοιχη της αγοραίας πολιτικής οικονομίας είναι και η μέθοδος που χρησιμοποιεί.
Ας δούμε τα πράγματα συγκεκριμένα. Αν συγκρίνουμε τους «προνομιούχους» του 100 best companies to work for του Fortune με το εργατικό δυναμικό που καταγράφεται επίσημα το Δεκέμβρη του 2011 από το υπουργείο εργασίας των ΗΠΑ τότε βλέπουμε ότι το ποσοστό αυτών των «προνομιούχων» είναι 1,3%. Θα μπορούσε βέβαια κανείς να προχωρήσει και σε άλλες κατηγοριοποιήσεις στον συνολικό αριθμό που δίνει το υπουργείο αλλά αυτό δεν θα άλλαζε και πολύ τα πράγματα.42 O Zizek εξάγει λοιπόν το συμπέρασμά του από το 1,3% του εργατικού δυναμικού των ΗΠΑ στο οποίο υπάρχουν 13 εκατομμύρια 9 άνεργοι και 8 εκατομμύρια που δουλεύουν part-time (εδώ δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στον υπόλοιπο κόσμο).
Πέρα όμως από τους αριθμούς (θα μπορούσε εξάλλου κάποιος να επαναφέρει τα επιχειρήματα του Negri για «ποιοτική» και όχι «ποσοτική» υπεροχή αυτών των εργαζομένων σε σχέση με τους υπόλοιπους, αν και ούτε οι Negri-Hardt ούτε ο Zizek περιγράφουν με ποιο τρόπο συντελείται αυτή η «ηγεμονία» της υποτιθέμενης «άυλης εργασίας») υπάρχουν και άλλα ζητήματα.
Ο Ζizek δεν αναφέρει, ούτε στο βιβλίο ούτε στο άρθρο, πώς ορίζει τον «υψηλό μισθό». Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Η δυνατότητα του μισθού να καλύπτει βασικές ανάγκες και ποιότητα ζωής δεν υπόκειται σε κάποιο αφηρημένο νούμερο που προσδιορίζεται «αντικειμενικά». Καθορίζεται από πολλούς παράγοντες, όπως η προσφορά και ζήτηση εργατικής δύναμης στον εκάστοτε κλάδο, οι ιστορικές συνθήκες, η ταξική πάλη, η συνολική αξία του προϊόντος που παράγεται, «ο κοινωνικός μισθός» (για παράδειγμα στις ΗΠΑ υπάρχει σύστημα ιδιωτικής υγείας), το γενικότερο «κόστος ζωής», η φορολογία κ.α. Το ύψος του μισθού, όμως δεν αλλάζει την σχέση εκμετάλλευσης για τους εργαζόμενους. Αυτό που αλλάζει το μέγεθος του μισθού είναι το πόσο πωλούν την εργατική τους δύναμη και όχι αν αυτή είναι αντικείμενο πώλησης.
Οι υψηλοί μισθοί σε πρωτοπόρους κλάδους της Καπιταλιστικής παραγωγής δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Οι εμπνευστής του ταιηλορισμού-φορντισμού Ford ήταν διάσημος και για τους υψηλούς μισθούς στις επιχειρήσεις του. Ο όποιος «υψηλός» μισθός μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερος σε σχέση με αυτόν που έχουν άλλα τμήματα της εργατικής τάξης θα είναι όμως πάντα «μικρός» σε σχέση με το μερίδιο που παίρνει ο Καπιταλιστής χωρίς να παράγει τίποτα ο ίδιος (αλλιώς δεν έχει νόημα η αγοραπωλησία εργατικής δύναμης). Έτσι το γεγονός π.χ. ότι το 1,3% του εργατικού δυναμικού των ΗΠΑ μπορεί να έχει-λόγω του μισθού- πρόσβαση σε υπηρεσίες και τρόπο ζωής που να του δημιουργεί την αίσθηση ότι δεν είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης (όπως τη δημιουργεί και στον Zizek) δεν είναι δείκτης αλλαγής της κοινωνικής σχέσης κεφαλαίου-εργασίας.
Ατυχές είναι και το παράδειγμα της τιμής του πετρελαίου. Και αυτό γιατί ο Zizek φαίνεται να αγνοεί ότι οι διακυμάνσεις των τιμών δεν αναιρούν την θεωρία της υπεραξίας του Μαρξ. Αυτή η θεωρία εξηγεί τη διαδικασία με την οποία ο Καπιταλιστής αποσπά το κέρδος. Το ότι αυτό το κέρδος μπορεί να πολλαπλασιάζεται σε μονοπωλιακές συνθήκες με την διόγκωση των τιμών καθόλου δεν αναιρεί την θεωρία. Το ότι κερδοσκοπεί ο Καπιταλιστής πάνω στο προϊόν του εργάτη κάνει πιο κοινωνικά άδικη την εκμετάλλευση του. Δεν την αναιρεί.43
Η εκτίμηση του Zizek ότι ο Marx «υποτίμησε» την «γενική διάνοια» και την «ιδιωτικοποίηση» της αυτοαναιρείται αφού, όπως είδαμε, θεμελιώνει τη θεωρία του για αυτήν απομονώνοντας ένα απόσπασμα από τα Grundrisse. Και για το ίδιο το «μίσθωμα» το έργο του Μαρξ τον διαψεύδει, αφού στο Κεφάλαιουπάρχουν αναλυτικές αναφορές σε μορφές μισθώματος. Στα παραπάνω θα μπορούσε να προσθέσει κανείς και άλλα επιχειρήματα: Ο Zizek πχ δεν εξηγεί με πιο ακριβώς «μη οικονομικό μέτρο» ιδιοποιούνται οι Καπιταλιστές την «γενική διάνοια», ούτε μέσα από πια διαδικασία βγαίνει το κέρδος από το «μίσθωμα της γενικής διάνοιας» (αυτό δεν είναι όμως οικονομικό μέτρο»;) αν όχι από την αγοραπωλησία εργατικής δύναμης.
Σε ότι αφορά την «επιβολή των καθολικών προτύπων» αυτό που περιγράφεται ουσιαστικά είναι το φαινόμενο της διαφήμισης. Η αντίληψη ότι η διαφήμιση δεν έχει καμία σχέση με τα προϊόντα, θέση που ο Zizek διατυπώνει με ακραίο τρόπο, είναι αστική αντίληψη και της παραγωγής και της διαφήμισης. Η διαφήμιση, είναι τυπικό αποτέλεσμα της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και της δημιουργίας πολυεθνικών-πολυκλαδικών μονοπωλίων, τάση που υπήρχε από τις αρχές του Καπιταλισμού. Ο Μαρξ έγραφε ότι στον Καπιταλισμό «το προϊόν παίρνει αναγκαστικά έναν κοινωνικό και στενά συνδεδεμένο με τους κοινωνικούς συσχετισμούς χαρακτήρα, ενώ παράλληλα παρουσιάζεται σαν κάτι το τυχαίο, αδιάφορο και όχι ουσιαστικό η άμεση ιδιότητα του σαν αξία χρήσης που μπορεί να ικανοποιήσει την ανάγκη του παραγωγού». Αυτήν ακριβώς την πλευρά της αστικής ιδεολογίας ο Zizek την μετατρέπει σε θεωρία του «νέου» Καπιταλισμού το 2009, ένα χρόνο μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης που κομμάτιασε τα πρότυπα του «καταναλωτικού» Καπιταλισμού.
Το επιχείρημα ότι η διαφήμιση αυτονομεί πλήρως την παραγωγή από την προώθηση του προϊόντος αγνοεί πρώτα από όλα ότι το προϊόν της εργασίας είναι η αφετηρία και η βάση της διαφήμισης, ακόμα και όταν δημιουργείται το πιο ισχυρό «καθολικό πρότυπο». Δεν υπάρχει διαφήμιση στον Καπιταλισμό που να μην διαφημίζει κάτι, είτε πρόκειται για προϊόντα είτε για υπηρεσίες. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού δεν θα έβγαινε κέρδος. Δεύτερον η ίδια η διαδικασία της διαφήμισης δεν είναι απλά «επιβολή καταναλωτικών προτύπων». Είναι μια διαδικασία εξολοκλήρου Καπιταλιστική δηλαδή σχεδιάζεται και εκτελείται με κριτήριο την προώθηση και την πώληση των συγκεκριμένων προϊόντων και τα πρότυπα ανάγονται σε διαφορετικές εκδοχές της αστικής ιδεολογίας. Τρίτον ακόμα και η «εμπειρία» που περιγράφει ο Zizek παίρνει συγκεκριμένη μορφή με τα προϊόντα και το περιβάλλον που την διαμορφώνουν. Η διαφήμιση δηλαδή δεν θα μπορούσε να υπάρχει χωρίς έναν ολόκληρο κλάδο από εργατικό δυναμικό, κτίρια, έντυπα, οπτικοακουστικά μέσα, τραπεζικά κεφάλαια κλπ τα οποία τη δημιουργούν και τα οποία προσδιορίζουν και το περιεχόμενο της.
Η αντίληψη του Zizek για τον Καπιταλισμό ως μια αγορά «εμπειριών» τον οδηγεί στο σχήμα της «ανατροπής» του Μαρξ για τον φετιχισμό του εμπορεύματος. Τα «πράγματα», τα προϊόντα της εργασίας αποκτούν υπερφυσικές δυνάμεις: είναι τα ίδια που παράγουν, από μόνα τους, κοινωνικές σχέσεις σε «μυστικοποιημένη» μορφή («οι σχέσεις μεταξύ πραγμάτων εμφανίζονται σαν σχέσεις μεταξύ ανθρώπων»). Ο Zizek δηλαδή ανάγει την επιβολή «προτύπων» της αστικής ιδεολογίας σε ιδιότητα των «πραγμάτων» και όχι στις κοινωνικές σχέσεις και μάλιστα ισχυρίζεται ότι με αυτόν τον τρόπο οι ανθρώπινες σχέσεις «απελευθερώνονται» από τον μέχρι τώρα ιδεολογικό μανδύα, την ίδια στιγμή που η κρίση φέρνει στο προσκήνιο τα πιο αντιδραστικά ιδεολογικά ρεύματα.
Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι οι θέσεις για τα ταξικά υποκείμενα. Ο Zizek διασπά μηχανιστικά την εργατική τάξη σε τρία τμήματα («διανοητικούς εργάτες», «παλιά (;) εργατική τάξη» και «απόβλητους») και την ανάγει κατευθείαν σε τρείς εκδοχές της αστικής ιδεολογίας.44 Η πολυσύνθετη κοινωνική πραγματικότητα, η διαπάλη των ιδεολογικών ρευμάτων, οι αντιφάσεις της αστικής ιδεολογίας τακτοποιούνται σε νεκρά κουτάκια μιας καρικατούρας της πραγματικής εργατικής τάξης που έχει σχέση περισσότερο με το πώς βλέπει η αστική ιδεολογία τους εργάτες παρά η Μαρξιστική κριτική. Για παράδειγμα η ορολογία του «απόβλητου» (δηλαδή αυτού που ζει σε φτωχογειτονιά).
Καθώς για τον Zizek o Καπιταλισμός στην παραγωγή ουσιαστικά έχει καταργηθεί αναζητά τα αίτια της διάσπασης αυτών των τμημάτων όχι στην εκμετάλλευση και την ταξική πάλη αλλά στην «έλλειψη οικουμενικού δημόσιου χώρου».45 Όμως η απώλεια «δημόσιων χώρων» στον Καπιταλισμό και ιδιαίτερα στον σημερινό Καπιταλισμό της κρίσης είναι αποτέλεσμα και όχι αιτία της διάσπασης των εργαζομένων. Αυτή η έλλειψη είναι έκφραση ενός δομικού και μοναδικού στοιχείου του Καπιταλισμού, της διάσπασης «δημόσιου» και «ιδιωτικού» χώρου, «κοινωνίας των πολιτών» και «ατομικών δικαιωμάτων που ενοποιείται κάτω από την αστική εξουσία και ιδεολογία για την νομιμοποίηση της ταξικής εκμετάλλευσης στην «ιδιωτική κοινωνία». Αυτή η θεώρηση φυσικά δεν αντιστοιχεί στον εικονικό Καπιταλισμό του Zizek γιατί εκεί θεωρείται ότι η ταξική εκμετάλλευση στην ιδιωτική σφαίρα έχει ήδη καταργηθεί, οπότε η άρση της διάσπασης της εργατικής τάξης περιορίζεται στην διεκδίκηση του «δημόσιου χώρου» και όχι στην ανατροπή των Καπιταλιστικών σχέσεων στην παραγωγή.46
Η θεωρία του Zizek για την «μισθωτή μπουρζουαζία» είναι ουσιαστικά άλλη μια νεκρανάσταση, στα βασικά της σημεία, της αντιδραστικής θεωρίας της «επανάστασης των διευθυντών», θεωρία που είχε διατυπωθεί από έναν πρώην Τροτσκιστή, τον James Βurnam, το 1941,47 ο οποίος υποστήριζε ότι περνάμε σε μια μετά-καπιταλιστική «διευθυντική» κοινωνία όπου, ακριβώς όπως υποστηρίζει και ο Zizek, τα διευθυντικά στελέχη έχουν υποκαταστήσει την αστική τάξη και έχουν αποκτήσει τον πραγματικό έλεγχο της παραγωγής. To λάθος που αποκρύπτει αυτή η θεωρία είναι ότι στην πραγματικότητα αυτοί οι διευθυντές και μάνατζερ που περιγράφει μπορεί να διευθύνουν π.χ. ένα εργοστάσιο αλλά η ιδιότητα τους ως «άρχουσα τάξη» ορίζεται από τον έλεγχο στα μέσα παραγωγής. Αν αυτός δεν υπάρχει τότε υπάγονται στους ανώτατους διευθυντές του κλάδου που κατέχουν τα μηχανήματα, το κεφάλαιο, τα κτίρια κλπ. Έτσι στις «διευθυντικές θεωρίες», ο έλεγχος στα μέσα παραγωγής εξισώνεται αυθαίρετα με τον έλεγχο της πρόσβασης στα μέσα παραγωγής (που είναι διαφορετικό πράγμα), με την εξουσία της πρόσληψης η της απόλυσης κ.ά..48
Ο Zizek απλά αντιγράφει αυτά τα λάθη προσθέτοντας και την έννοια του «υπερμισθού» (αντί της «υπεραξίας») ο οποίος υποτίθεται ότι είναι η διαφορά από τον προλεταριακό «κατώτατο μισθό». Υποστηρίζει ότι αυτός ο «υπερμισθός» είναι και η βασική διαφορά από τους «κοινούς προλετάριους».49 Όπως δείξαμε και πριν αυτή η θεωρία δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Ο προλεταριακός «κατώτατος μισθός» δεν μπορεί να οριστεί αυθαίρετα (ο ίδιος ο Zizek παραδέχεται ότι είναι μια «μυθική αναφορά»). Ακόμα και αν οριστεί, ουσιαστικά ανοίγει το δρόμο για επαναφορά της Μαρξιστικής θεωρίας της υπεραξίας και της εκμετάλλευσης στην παραγωγή, την οποία όμως ο Zizek προσπαθεί να ανατρέψει χρησιμοποιώντας την έννοια του υπερμισθού. Λαθεμένο πάλι είναι και το ίδιο το κριτήριο για τον μισθό σαν μέσο διαφοροποίησης της «μισθωτής μπουρζουαζίας από τους κοινούς προλετάριους.
Αυτό ενισχύεται παραπέρα και από το επιχείρημα της «πραγματικής ανταγωνιστικότητας»50 απέναντι στους υψηλούς μισθούς της «μισθωτής μπουρζουαζίας», επιχείρημα που οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα γνωρίζουν πολύ καλά τους τελευταίους μήνες αφού ακριβώς αυτό έχει χρησιμοποιηθεί για να μειωθούν οι μισθοί τους 40%. Το επιχείρημα της «πραγματικής» ανταγωνιστικότητας και της «παρασιτικής» ανταγωνιστικότητας είναι μια κρίσιμη πλευρά της αστικής ιδεολογίας που αποκρύπτει ότι στον Καπιταλιστικό «ανταγωνισμό» το πραγματικό και το παρασιτικό είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος που επιτελούν τον ίδιο «παραγωγικό» ρόλο. Αποφέρουν κέρδη για τους Καπιταλιστές. Αυτό είναι και το μοναδικό κριτήριο του Καπιταλιστικού ανταγωνισμού που σήμερα για να επιβιώσει στρέφεται πρώτα από όλα σε αυτό που ο Zizek ισχυρίζεται ότι έχει εξαφανιστεί: την υπεραξία.
Ο εικονικός Καπιταλισμός δημιουργεί και τα δικά του εικονικά κινήματα.

Ο Zizek προβάλλει το σχήμα της «μισθωτής μπουρζουαζίας» πάνω στο σύνολο των αντιδράσεων στην Καπιταλιστική κρίση σε όλο τον κόσμο έστω και αν σπεύδει να κρατήσει αποστάσεις. Υποστηρίζει ότι η αντιδράσεις «δεν είναι προλεταριακές» αλλά αντιδράσεις της μισθωτής μπουρζουαζίας που «αντιστέκεται στην προλεταριοποίηση».51 Η συμμετοχή η και ηγεμονία των μικροαστικών στρωμάτων σε κινήματα κατά της κρίσης (όπως οι αγανακτισμένοι) προβάλλεται σαν η αντίδραση του συνόλου της κοινωνίας. Βέβαια αυτά τα στρώματα δεν έχουν σχέση ούτε με την εικονική μισθωτή μπουρζουαζία του Zizek αφού, ως γνωστόν, δεν αποσπούν κάποιον «υπερμισθό» από τα «κάτεργα της Ινδονησίας».
Έτσι όχι μόνο εξαφανίζονται, με «αριστερή φρασεολογία» οι εργατικοί αγώνες σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική (Wisconsin κ.ά.) το τελευταίο διάστημα αλλά καταγγέλλονται και σαν «μη προλεταριακοί» για να στηριχθεί το θεωρητικό του σχήμα.
Το επιχείρημα είναι ακριβώς το ίδιο με την γραμμή του μαύρου μετώπου στην Ελλάδα που βαφτίζει «προνομιούχο» όποιον κατεβαίνει στο δρόμο. Μάλιστα για την Ελλάδα ο Zizek χρησιμοποιεί και την ίδια ακριβώς φρασεολογία με την κυβέρνηση και το ΔΝΤ για τους δημόσιους υπαλλήλους. Την ώρα που οι εργαζόμενοι σε τόσες επιχειρήσεις δίνουν μάχη για την ζωή και την αξιοπρέπεια τους, η πολιτική οικονομία του Ζizek προσπαθεί να τους πείσει ότι όχι μόνο δεν τους εκμεταλλεύονται οι Καπιταλιστές μέσα στη δουλειά αλλά και ότι οι αντιδράσεις τους έχουν σαν κίνητρο την «μη προλεταριοποίηση» και δεν είναι εργατικές.
Οι παραπάνω πλευρές είναι μόνο ορισμένες από αυτές που συνθέτουν το θεωρητικό εγχείρημα του Zizek. Το έργο του προφανώς δεν εξαντλείται εκεί, αν και οι παραπάνω θέσεις έχουν κεντρικό ρόλο. Και είναι χαρακτηριστικό ότι προέρχονται από έναν συγγραφέα που στο παρελθόν άσκησε δριμύτατη κριτική στον μεταμαρξισμό επικαλούμενος συχνά και τον Lenin, απόδειξη ότι στο περιβάλλον του εκφυλισμού του Μαρξισμού ως ταξική θεωρία, ως θεωρία υπεράσπισης των συμφερόντων της εργατικής τάξης, οι «μαρξιστικές» και «λενινιστικές» αναφορές μπορούν εύκολα να μετατρέπονται σε «ταμπέλα» για θεωρητικές αντιπαραθέσεις για να εγκαταλείπονται, στην επόμενη στροφή χάριν της αστικής ιδεολογίας.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό γίνεται στην πιο κρίσιμη στιγμή της ταξικής πάλης, στην καρδιά της Καπιταλιστικής κρίσης, που η σημασία, η βαρύτητα και η ευθύνη των ιδεών πολλαπλασιάζεται. Όπως και σε προηγούμενες εποχές, τέτοιες στιγμές, διάφοροι διανοούμενοι και ρεύματα που σε προηγούμενες περιόδους μπορούσαν ανενόχλητα να προβάλλονται και να αναπαράγονται ως «μαρξιστικά» τώρα παίρνουν αναγκαστικά θέση. O Ζizek δεν γράφει (όπως οι Negri-Hardt) το κείμενο του το 2000 η το 2004. Το γράφει το 2011 και επαναλαμβάνει θέσεις που διατύπωσε το 2009, έναν χρόνο μετά το ξέσπασμα της κρίσης.
4. Συμπεράσματα
Η πολιτική οικονομία του Slavoj Zizek είναι μια θεωρία βαθιά αντιδραστική που στην πραγματικότητα, όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε, δεν είναι τίποτα άλλο από μια συρραφή αστικών θεωριών που αναπαράγονται για να συγκροτήσουν τον εικονικό Καπιταλισμό και την «υπέρβαση» του Μαρξισμού, στο όνομα βέβαια του Μαρξ: η αυτοκρατορία, η επανάσταση των διευθυντών, οι μεταβιομηχανικές θεωρίες, η αστική πολιτική οικονομία είναι μόνο μερικές από αυτές. Ειδικότερα για τη θεωρία της Αυτοκρατορίας, ο Zizek όπως είδαμε ενσωματώνει όλο το βασικό της πλαίσιο και διαφοροποιείται μόνο σε κάποια από τα συμπεράσματα.
Η κρίση και οι σημερινές αλλαγές στις παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις και κατά συνέπεια στην οργάνωση της παραγωγής, στην αστική ιδεολογία, στην ταξική συνείδηση, στην εργατική και αστική πολιτική, στα χαρακτηριστικά της εργατική τάξης και του εργατικού κινήματος αποτελούν πραγματική πρόκληση για την ανάπτυξη της Μαρξιστικής κριτικής του Καπιταλισμού της εποχής μας. Κριτική που είναι ο δρόμος για να μην ανακαλύπτουμε κάθε λίγο τον τροχό, για να μην θεωρούμε ότι η «υπέρβαση του Μαρξισμού» βρίσκεται στην επιστροφή στο κάθε λογής αστικό προμαρξιστικό ρεύμα που κάθε τόσο, με ένα επίμονο και δογματικό τρόπο, μας σερβίρεται σε καινούργιο περιτύλιγμα.
Πολύ περισσότερο όταν η κρίση φέρνει στο προσκήνιο, μαζί με όλη την σκουριά των ξεθωριασμένων αστικών ιδεολογιών (με μαρξιστική βιτρίνα η όχι) την δυνατότητα και ανάγκη για μια νέα εξόρμηση των Κομμουνιστικών ιδεών και της Μαρξιστικής κριτικής, για μια νέα συνάντηση της Μαρξιστικής και Κομμουνιστικής διανόησης με την εργατική τάξη της εποχής μας και την πάλη της για την υπεράσπιση της ζωής και μια κοινωνία πέρα από τον Καπιταλισμό.
Σημειώσεις
1. Πρώτα σαν τραγωδία και μετά σαν φάρσα (εκδόσεις Scripta), Καλώς ορίσατε στην έρημο του πραγματικού (εκδόσεις Scripta), Βία: έξι λοξοί στοχασμοί (εκδόσεις Scripta), Λακάν (εκδόσεις Πατάκη), Το υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας (εκδόσεις Scripta) κ.ά..
2. «Ο καπιταλισμός δεν έχει πια εξωτερικούς εχθρούς, έρχεται αντιμέτωπος με τα δικά του όρια. Αυτό συμβαίνει κυρίως σε ότι αφορά τα ζητήματα της οικολογίας και της πνευματικής ιδιοκτησίας»-Συνέντευξη στο Zeit online, ελληνική μετάφραση στο Red Notebook, «δώστε κόκκινο μελάνι στους διαδηλωτές της Wall Street»-Το ΒΗΜΑ 7/1/2012, Ποιος φοβάται το Αραβικό επαναστατικό πνεύμα; (άρθρο στην εφημερίδα Guardian, μετάφραση στο ιστολόγιο Παραλληλογράφος), για το νόημα των ταραχών στη Βρετανία (επίσης άρθρο στην Guardian που αναδημοσιεύσαμε και στο Praxis στα πλαίσια της συλλογής κειμένων για την πρόσφατη εξέγερση στην Αγγλία).
3. Το Πνεύμα των Ιακωβίνων (περιοδικό Jacobin), μεταφρασμένο στα ελληνικά, στο ιστολόγιο Avante Garde
4. «Ας δούμε το παράδειγμα του Πόρτο Αλέγκρε, που είναι η μετεξέλιξη και ανάπτυξη του Σηάτλ. Αυτό που με σόκαρε είναι η απόλυτη – το τονίζω, απόλυτη – έλλειψη σοβαρού εναλλακτικού προγράμματος… διαφωνώ με τη μυθολογία των αριστερών ελευθεριακών, όπως ο Holloway που είναι ο ιδεολογικός εκφραστής των ανόητων πλέον γιατί δεν ήταν διόλου έτσι στην αρχή– Ζαπατίστας. Λένε: «Δεν θέλουμε την κρατική εξουσία, αλλά μόνο ν’ αποτελέσουμε τη φωνή της συνείδησης της κοινωνίας», και γι’ αυτό όλοι τους συμπαθούν. Γι’ αυτό η κυβέρνηση τους αφήνει να παρελαύνουν στην πόλη του Μεξικού, γιατί εν τέλει δεν αποτελούν κίνδυνο για κανέναν. -Κοινή συνέντευξη Slavoi Zizek και Κώστα Δουζινά στο Red Notebook, ό.π.
5. «Αυτό που προτείνω είναι, στο πλαίσιο της Αριστεράς, να βρείτε τις τομές συμφωνίας προκειμένου να συλλειτουργήσετε. Μπορείτε ακόμα και να δώσετε διαφορετικές ερμηνείες στα συμφωνηθέντα. Έχω, ίσως αφελώς, εμπιστοσύνη στην έμπρακτη δράση. Άπαξ και ξεκινήσετε κάτι κοινό, θα δείτε μετά πώς θα το προχωρήσετε» Κοινή συνέντευξη, ό.π..
6. «Το πιο απογοητευτικό, όσον αφορά την κρίση στην Ελλάδα, είναι η στάση της Ευρώπης» […] «κάποια κομμάτια της Αριστεράς έχουν υποκύψει στον πειρασμό να θεωρήσουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απλώς ένα όργανο του ΔΝΤ. Έτσι, το μόνο που τους απομένει να προτείνουν είναι: «Αποχώρηση, Αποσύνδεση από την Ε.Ε., επανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας κ.ο.κ.». Θεωρώ ότι αυτή είναι μια πολύ επικίνδυνη ατραπός. Όχι μόνο για τον προφανή πολιτικό λόγο ότι θα μείνουμε μόνοι μας, αλλά και γιατί το πολιτικό επίδικο της νέας ρατσιστικής αντιμεταναστευτικής πολιτικής είναι, εν τέλει, αντιευρωπαϊκό». Και παρακάτω: «οι πρώην σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης, όπως η Σερβία, πρέπει να ενταχθούν στην Ε.Ε», Κοινή συνέντευξη, ό.π..
7. «Είμαι απόλυτα υπέρ της Ευρώπης. Μιλώντας ως φιλόσοφος, θα σου αποδείξω ότι η κριτική της Ευρώπης γίνεται αντιληπτή με την προϋπόθεση της ύπαρξής της. Όλα τα κινήματα αποαποικιοποίησης ξεπήδησαν από τους διανοούμενους που τα εισήγαγαν από την Ευρώπη. Τι σημαίνει ανεξάρτητη Ινδία; Είναι μια ανακάλυψη της Ινδικής Φιλελεύθερης Σχολής στο Κέμπριτζ. Μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα». – Κοινή συνέντευξη Slavoi Zizek και Κώστα Δουζινά στο Red Notebook, τα «Ενθέματα» της Κυριακάτικης Αυγής και την Εποχή […] σε ένα άλλο κείμενο-συνέντευξη ο Zizek θα κατηγορήσει όσους στην Ελλάδα ασκούν κριτική στην […] Ευρώπη «Η διάλυση της οικονομικής και πολιτικής ένωσης της Ευρώπης πρέπει να αποφευχθεί με κάθε κόστος. Οι Έλληνες δεν θα πρέπει τώρα να κατηγορούν την Ευρώπη για τα πολιτικά τους προβλήματα» – Ο αυταρχικός Καπιταλισμός είναι ο νικητής της κρίσης – Red Notebook.
8. To κείμενο δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο Λέσχη: φτιάνοντας τα τετράδια της ανυπότακτης θεωρίας (μετάφραση Κ. Μαριάς). Αναδημοσιεύτηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, σε διάφορα ιστολόγια. Εμείς το βρήκαμε από το Lenin Reloaded, που ήταν το μόνο στο οποίο βρήκα-με κριτικά σχόλια.
9. Η «μεταβιομηχανική κοινωνία» που συνοδεύτηκε από την εκτίμηση για το «τέλος των ιδεολογιών» αναγγέλθηκε από τον Daniel Bell το 1966 στο βιβλίο του End of Ideology. Μόλις δύο χρόνια αργότερα ξέσπασαν εξεγέρσεις σε όλο τον ανεπτυγμένο Καπιταλιστικό κόσμο, ενώ τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα (όπως στο Βιετνάμ) αναμετρήθηκαν με τον Ιμπεριαλισμό στις χώρες του τρίτου κόσμου. Ακολούθησε η κρίση και η νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση που αναβίωσε την πιο άγρια εκδοχή της αστικής ιδεολογίας. Το προβεβλημένο «τέλος των ιδεολογιών» αποδείχτηκε φιάσκο (το σκηνικό, σε μια διαφορετική συγκυρία, θα επαναλαμβανόταν εικοσιπέντε χρόνια αργότερα με τον F. Fukuyama και το «τέλος της ιστορίας»).
10. Πέρα από τις πολλές διαφορές ανάμεσα στις διάφορες προσεγγίσεις του «μεταβιομηχανικού» Καπιταλισμού υπήρχε πάντα μια κοινή συνισταμένη: η ανάδειξη μια τάσης-περισσότερο η λιγότερο πραγματικής- της Καπιταλιστικής παραγωγής σε αιτία δημιουργίας ενός υποτιθέμενου «νέου» κοινωνικού συστήματος-μέσα στον Καπιταλισμό- που άλλαζε ριζικά η και καταργούσε τις ταξικές αντιθέσεις (8). Έτσι, παρά τα εύσημα που απέδιδαν οι περισσότερες από αυτές τις θεωρίες στο έργο του Μαρξ, ήταν εγχειρήματα αντιπαραθετικά στον Μαρξισμό και σαν τέτοια αξιοποιήθηκαν και αξιοποιούνται ενάντια στο εργατικό κίνημα. Για αυτό άλλωστε έβρισκαν πάντα και την αντίστοιχη προβολή και αναγνώριση από τα ΜΜΕ και τους οργανικούς διανοούμενους της αστικής τάξης. Μάλιστα το γεγονός ότι αποτελούν, στις διάφορες παραλλαγές τους, μόνιμο χαρακτηριστικό της αστικής ιδεολογίας που οι ρίζες του φτάνουν μέχρι τις απαρχές της, ενισχύει την εκτίμηση ότι η «τεχνοκρατική μεταφυσική» θα συνεχίσει να εμφανίζεται (πάντα με τον μανδύα του «καινούργιου») για όσο αυτή η ιδεολογία και οι κοινωνικές σχέσεις που την αναπαράγουν παραμένουν κυρίαρχες (βλ. Η έννοια της προόδου: η αστική και η μαρξιστική αντίληψη-Ευτύχης Μπιτσάκης). Για αυτές τις θεωρίες (που βρέθηκαν σε έξαρση μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και την υποχώρηση της Μαρξιστικής θεωρίας)η «κοινωνία της πληροφορίας» και ο «νέος εργαζόμενος της γνώσης» ουσιαστικά μετέτρεπαν την γνώση και την πληροφορία σε έναν αυτόνομο παράγοντα που όχι μόνο υπερισχύει έναντι του κεφαλαίου και της εργασίας αλλά έχει και την δυνατότητα από μόνος του να διαλύει τις κοινωνικές σχέσεις και να δημιουργεί νέες «μη-Καπιταλιστικές». Έτσι ο δρόμος προς την αταξική κοινωνία δεν βρισκόταν στην αμφισβήτηση του Καπιταλισμού αλλά π.χ. στην έλευση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, στην εξάπλωση του διαδικτύου κ.α. Και είναι εν-δεικτικό ότι όσοι τις υποστήριξαν είτε κατέληξαν σε ανοιχτή απολογία και υπεράσπιση της Καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, είτε στράφηκαν στην αναζήτηση των υποτιθέμενων «μετά-βιομηχανικών» υποκειμένων που συχνά τα αποσπούσαν τεχνητά από το υπόλοιπο σώμα της εργατικής τάξης με διάφορες θεωρητικές ακροβασίες. Για παράδειγμα ο Alvin Toffler διακήρυξε το 1982 τον ερχομό της «κοινωνίας της πληροφορίας» η οποία υποτίθεται ότι θα συνέτριβε την κοινωνική πυραμίδα. Ο Andre Gorz (που βασίστηκε σε αυτές τις θεωρίες) αποχαιρέτησε το προλεταριάτο το 1986 στο βιβλίο του «Αντίο Προλεταριάτο», βέβαιος ότι ο Μαρξισμός και οι τάξεις δεν είχαν πια λόγο ύπαρξης. Ο Jeremy Rifkin στο βιβλίο του «το τέλος της εργασίας» διαβεβαίωσε το 1996 ότι «ο κόσμος χωρίς καθόλου, σχεδόν, εργαζόμενους πλησιάζει με μεγάλη ταχύτητα». Τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη. Η πληροφορική τεχνολογία π.χ. που είναι το αγαπημένο θέμα πολλών από τους παραπάνω θεωρητικούς, δεν οδήγησε στην αναβάθμιση του γνωστικού περιεχομένου της εργασίας αλλά στο ακριβώς αντίθετο (με αποτέλεσμα το φαινόμενο του «ηλεκτρονικού αναλφαβητισμού») με αποκλειστικό σκοπό το Καπιταλιστικό κέρδος. Καταρχήν ο Καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής υπήρξε πολύ πριν την κυριαρχία της βιομηχανίας. Δύσκολα θα ισχυριστεί κανείς ότι όταν έγραφε ο Adam Smith τον «Πλούτο των εθνών» το 1776 (εγκαινιάζοντας την αστική πολιτική οικονομία, κάτι που προϋπέθετε την εμφάνιση πρωτόλειων έστω Καπιταλιστικών σχέσεων) υπήρχε βιομηχανική παραγωγή. Ο Marx εντόπισε την ανάπτυξη του Καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και μαζί με αυτόν της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο σαν αναγκαία προϋπόθεση, ακόμα και τεχνολογικά, για την πραγματοποίηση της Καπιταλιστικής παραγωγής με βάση την εκμετάλλευση της απλήρωτης εργασίας. Ο Lenin δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας ως προς αυτό το ζήτημα. Στην πολεμική του στους «φίλους του λαού» έδειξε ότι το κεφάλαιο δεν είναι ένα πράγμα (π.χ. χρήμα) ούτε απλά μια τεχνική παραγωγής (π.χ. εργοστάσιο) αλλά μια κοινωνική σχέση εκμετάλλευσης και κυριαρχίας. Επομένως η ύπαρξη του Καπιταλισμού (η αντίστοιχα η υπέρβαση του) δεν μπορεί να κρίνεται αποκλειστικά με βάση την Βιομηχανική παραγωγή. Αυτός ο ισχυρισμός ήταν αναπόσπαστο στοιχείο της Μαρξιστικής κριτικής του Lenin στους Ναρόντνικους, στις απαρχές του εργατικού και Κομμουνιστικού κινήματος στη Ρωσία που προσπαθούσαν με διάφορους τρόπους (έλλειψη βιομηχανίας, αδύναμη εσωτερική αγορά κ.ά.) να αποδείξουν το αδύνατο της ανάπτυξης του Καπιταλισμού. Ακόμα όμως και αν, υποθετικά, αφήναμε στην άκρη τα παραπάνω, πάλι η έννοια του μεταβιομηχανικού Καπιταλισμού είναι λαθεμένη, αφού δεν έχει σχέση με την ίδια την πραγματικότητα. Ο μετάβιομηχανικός Καπιταλισμός είναι προϊόν της φαντασίας των διανοούμενων των ανεπτυγμένων Καπιταλιστικών χωρών που προβάλλουν (όπως και στο παρελθόν) ένα συγκεκριμένο φαινόμενο αυτό της μεταφοράς παραγωγικών μονάδων από δυτικές πολυεθνικές στον τρίτο κόσμο σαν παγκόσμια «νομοτέλεια». Αυτή η μεταφορά οδήγησε στην δημιουργία ενός νέου εξαθλιωμένου βιομηχανικού προλεταριάτου στον τρίτο κόσμο (μεγάλο μέρος του οποίου είναι ανήλικα παιδιά) το οποίο αριθμεί σήμερα εκατοντάδες εκατομμύρια και είναι η βάση για την κερδοφορία των πολυεθνικών. Από την άλλη πλευρά, ακόμα και στον «πρώτο κόσμο» η βιομηχανία και η βιομηχανική παραγωγή απέχουν πολύ από το να έχουν εξαφανιστεί. Στην πραγματικότητα οι ανεπτυγμένες Καπιταλιστικές χώρες παραμένουν οι χώρες με την μεγαλύτερη βιομηχανική παραγωγή στον πλανήτη. (βλ. και το Μεταβιομηχανικές φαντασιώσεις και σύγχρονος Καπιταλισμός – Άγγελος Καλοδούκας, ιστολόγιοAformi – αναδημοσίευση στο Praxis, εδώ).
11. Πρώτα σαν τραγωδία και μετά σαν φάρσα , σελ. 201.
Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

12. Ο Μαρξ γράφει: «Η ανάπτυξη ωστόσο των μηχανημάτων σε αυτήν την κατεύθυνση (σημ. Praxis ιδιοποίησης ζωντανής εργασίας από το κεφάλαιο) παρουσιάζεται μόνο όταν η μεγάλη βιομηχανία έχει ήδη φτάσει σε ανώτερη βαθμίδα και όλες οι επιστήμες έχουν αιχμαλωτιστεί στην υπηρεσία του κεφαλαίου. Και από την άλλη μεριά όταν τα ίδια τα διαθέσιμα μηχανήματα ήδη προσφέρουν μεγάλους πόρους.
Τότε η εφεύρεση γίνεται επιχείρηση, και η εφαρμογή της γίνεται σκοπιά που την καθορίζει και την διακινεί» (Grundrisse σελ 537). Εδώ τίθεται ένας όρος για την κυριαρχία της «επιστήμης στην ίδια την άμεση παραγωγή», μια «ανώτερη βαθμίδα» της μεγάλης βιομηχανίας όπου μόνο τότε μπορεί να εμφανιστεί. Παρακάτω ο Μαρξ σχετικοποιεί την εκτίμηση ακόμα περισσότερο: «Δεν είναι όμως αυτή η πορεία με την οποία γεννήθηκαν-σε γενικές γραμμές τα μηχανήματα-και ακόμα λιγότερο αυτή που ακολουθεί η λεπτομερειακή τους πρόοδος. Η πορεία αυτή είναι η ανάλυση-μέσα από τον καταμερισμό της εργασίας, που ήδη μετατρέπει τις ενέργειες των εργατών ολοένα περισσότερο σαν μηχανικές, ώστε σε ένα ορισμένο σημείο να μπορεί να πάρει τη θέση τους ο μηχανισμός… εδώ λοιπόν ο συγκεκριμένος τρόπος εργασίας εμφανίζεται άμεσα να μεταφέρεται από τον εργάτη στο κεφάλαιο με τη μορφή της μηχανής, και αυτή η μετάθεση να απαξιώνει το εργατικό δυναμικό του εργάτη. Για αυτό και η πάλη των εργατών ενάντια στα μηχανήματα. Αυτό που ήταν δραστηριότητα του ζωντανού εργάτη γίνεται δραστηριότητα της μηχανής. Έτσι παρουσιάζεται στον εργάτη χειροπιαστά η ιδιοποίηση της εργασίας από το κεφάλαιο, το κεφάλαιο να απορροφά τη ζωντανή εργασία-«σαν ερωτοχτυπημένο»». Εδώ ο Μαρξ περιγράφει την ακριβώς αντίθετη πορεία (η οποία μάλιστα ήταν αυτή με την οποία γεννήθηκαν τα μηχανήματα, δηλαδή η ανάπτυξη της βιομηχανίας). Αυτή η πορεία δεν οδηγεί στην «γενική διάνοια» αλλά τις θέτει ανυπέρβλητους όρους με την μόνιμη μεταφορά της τεχνογνωσίας όχι στη ζωντανή αλλά την νεκρή εργασία, τα μηχανήματα που αντικαθιστά σταδιακά τον εργάτη ο οποίος εκτελεί μηχανικές κινήσεις. Αυτή η πορεία είναι αυτή που θα διατυπώσει αργότερα στο Κεφάλαιο. Αμέσως μετά όμως ο Μαρξ αναπτύσσει το αντίθετο επιχείρημα: «Όμως στο μέτρο που αναπτύσσεται η μεγάλη βιομηχανία, η δημιουργία του πραγματικού πλούτου ολοένα και λιγότερο εξαρτιέται από το χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβεβλημένης εργασίας. Ολοένα περισσότερο από τη δύναμη των υλικών παραγόντων που κινητοποιούνται στη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου. Και η δύναμη αυτή-η ισχυρή τους αποτελεσματικότητα-δεν βρίσκεται σε καμία σχέση προς τον άμεσο χρόνο εργασίας που κοστίζει η παραγωγή τους, αλλά αντίθετα εξαρτιέται από τη γενική κατάσταση της επιστήμης και την πρόοδο της τεχνολογίας. Η εργασία δεν εμφανίζεται πια τόσο πολύ σαν ενταγμένη στην παραγωγική διαδικασία, όσο αντίθετα ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ο ίδιος σαν επόπτης και ρυθμιστής της παραγωγικής διαδικασίας. […] Προβάλλει δίπλα στην παραγωγική διαδικασία αντί να αποτελεί τον κυριότερο παράγοντά της. Σε αυτή τη μεταλλαγή, σαν ο μεγάλος ακρογωνιαίος λίθος της παραγωγής και του πλούτου δεν εμφανίζεται η άμεση εργασία που εκτελεί ο ίδιος ο άνθρωπος, ούτε ο χρόνος αυτής της εργασίας, αλλά η ιδιοποίηση της γενικής παραγωγικής δύναμης του ανθρώπου, η δική του κατανόηση της φύσης και ο εξουσιασμός της διαμέσου της ύπαρξης του ανθρώπου σαν κοινωνικού σώματος-με έναν λόγο, η ανάπτυξη του κοινωνικού ατόμου. Η κλοπή ξένου εργάσιμου χρόνου, όπου βασίζεται ο σημερινός πλούτος, παρουσιάζεται σαν μίζερη η βάση μπροστά σε αυτή τη νέα βάση που δημιούργησε και ανέπτυξε η μεγάλη βιομηχανία. Από τη στιγμή που η εργασία στην άμεση μορφή παύει να αποτελεί τη μεγάλη πηγή του πλούτου, παύει -αναγκαστικά-ο χρόνος εργασίας να είναι μέτρο του πλούτου, και άρα η ανταλλακτική αξία μέτρο της αξίας χρήσης. Η υπερεργασία των πολλών έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη του γενικού πλούτου, όπως και η μη εργασία των λίγων έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη των γενικών δυνάμεων του ανθρώπινου μυαλού. Έτσι καταρρέει η παραγωγή που βασίζεται στην ανταλλακτική αξία, και η άμεση υλική παραγωγική διαδικασία αποβάλει τη μορφή της ανέχειας και αντιθετικότητας» (Grundrisse σσ. 538-539). Σε αυτό το απόσπασμα και παρά ορισμένες αντιφατικές φράσεις φαίνεται ότι ο Μαρξ υποστηρίζει αυτό που περιγράφει ο Negri και ο Zizek: μια διαδικασία με όχημα την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας που τροποποιεί την εργασία και καταλήγει στην «κατάρρευση της παραγωγής που βασίζεται στην ανταλλακτική αξία» και σε μια υλική παραγωγή «που αποβάλλει την ανέχεια». Στις αμέσως επόμενες φράσεις θα παρουσιάσει τα παραπάνω σαν «αντίφαση»: «Το ίδιο το κεφάλαιο είναι η κινούμενη αντίφαση: προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη μεριά τοποθετεί τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου. Μειώνει άρα τον εργάσιμο χρόνο με τη μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας. Άρα τοποθετεί την υπερεργασία ολοένα και περισσότερο σαν όρο – ζήτημα ζωής και θανάτου – […] Από τη μια μεριά λοιπόν ξυπνά όλες τις δυνάμεις της επιστήμης και της φύσης, όπως και του κοινωνικού συνδυασμού και της κοινωνικής συναλλαγής, για να κάνει τη δημιουργία του πλούτου ανεξάρτητη (σχετικά) από το χρόνο εργασίας που καταβλήθηκε για αυτόν. Από την άλλη μεριά, αυτές τις γιγαντιαίες κοινωνικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν με αυτόν τον τρόπο θέλει να τις μετρήσει με τον χρόνο εργασίας, και να τις περιχαρακώσει μέσα στα όρια που απαιτούνται για τη διατήρηση της ήδη δημιουργημένης αξίας σαν αξίας. Οι παραγωγικές δυνάμεις και οι κοινωνικές σχέσεις-που και οι δύο είναι διαφορετικές πλευρές της ανάπτυξης του κοινωνικού ατόμου-εμφανίζονται στο κεφάλαιο απλά και μόνο σαν μέσα, και για το κεφάλαιο δεν είναι παρά μέσα για να συνεχίσει να παράγει πάνω στη δική του στενή του βάση. Στην πραγματικότητα όμως αποτελούν τη βάση για να το ανατινάξουν». Εδώ λοιπόν το «ξύπνημα της επιστήμης και της φύσης» είναι μια τάση που μετατρέπει το κεφάλαιο σε «κινούμενη αντίφαση». Στο τέλος του κειμένου (ο Zizek στο βιβλίο αναπαράγει εδώ αυτούσιες τις φράσεις) το συμπέρασμα είναι ότι η ανάπτυξη του παγίου κεφαλαίου χρησιμεύει σαν δείκτης της γενικής κοινωνικής γνώσης: «Η ανάπτυξη του παγίου κεφαλαίου δείχνει σε ποιο βαθμό η γενική κοινωνική γνώση έχει γίνει άμεση παραγωγική δύναμη και άρα οι όροι της κοινωνικής βιοτικής διαδικασίας έχουν οι ίδιοι υπαχθεί στον έλεγχο του γενικού νου και μετασχηματιστεί ταυτόχρονα. Σε ποιο βαθμό οι κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις έχουν παραχθεί, όχι μόνο με τη μορφή της γνώσης, αλλά σαν άμεσα όργανα της κοινωνικής πρακτικής της πραγματικής βιοτικής διαδικασίας». Έχουμε λοιπόν ένα πυκνό διφορούμενο κείμενο που ουσιαστικά καταγράφει δύο αντίθετες τάσεις τις οποίες ο Μαρξ κυριολεκτικά διατυπώνει τη μία πάνω στην άλλη: από την μία πλευρά την κυριαρχία της ιδιοποίησης της γενικής γνώσης η οποία προκύπτει από την ανάπτυξη της βιομηχανίας και οδηγεί στην κατάρρευση της παραγωγής που βασίζεται στο νόμο της αξίας. Βέβαια και εδώ ο Μαρξ προσπαθεί να βάλει όρους «ανώτερη βαθμίδα». Από την άλλη περιγράφεται η αντίστροφη τάση: Είναι η θέση που θα αναπτύξει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, (ΧVI- «καταμερισμός εργασίας και μεταποίηση» και XV «μηχανές και σύγχρονη βιομηχανία», βλ επίσης στο Σύγχρονος Καπιταλισμός και Παγκοσμιοποίηση-Σοφία Αντωνοπούλου/εκδόσεις Εξάντας, σελ 243) όπου υποστηρίζει ότι ο μετασχηματισμός της γνώσης και της επιστήμης σε τεχνολογία στον Καπιταλισμό δεν «απελευθερώνει» τον εργάτη γιατί μεταβιβάζεται διαρκώς και απορροφάται από τις μηχανές και όχι από τη ζωντανή εργασία. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται διαρκώς νέες μορφές διαχωρισμού της σύλληψης από την εκτέλεση στην παραγωγή, διαχωρισμός που αποτελεί δομικό στοιχείο του Καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και βασική του οργανωτική αρχή. Τα τμήματα π.χ. εκείνα τις εργατικής τάξης που εκτελούν εντολές και κινούν τα γρανάζια της οικονομικής μηχανής μπροστά σε έναν υπολογιστή έ-χουν την τεχνική ικανότητα να τον χειρίζονται αλλά δεν έχουν, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, συνολική αντίληψη του σχεδίου και της οικονομικής δομής στην οποία εντάσσεται η εργασία τους, ούτε κανέναν έλεγχο σε αυτήν. Ακόμα και ο τειλορισμός-φορντισμός και η ανάπτυξη του δεν οδήγησαν σε κάποια «απελευθέρωση της εργασίας» αλλά αναδιοργάνωσαν με αντιδραστικό τρόπο όλη την παραγωγική διαδικασία κάτω από τον έλεγχο του Κεφαλαίου (βλ και το έργο του Harry Braverman Εργασία και μονοπωλιακό κεφάλαιο-η υποβάθμιση της εργασίας στον 20ο αιώνα/εκδόσεις η Λέσχη Κατασκόπων του 21ου αιώνα). Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι το σχήμα που αποδίδει ο Negri (και ο Zizek) στον Μαρξ καταγράφεται μέσα σε ένα αντιφατικό κείμενο απλά σαν μία από τις πλευρές/ιστορικές τάσεις τις Καπιταλιστικής παραγωγής. Καθώς στα Grundrisse το ζήτημα μένει ανοικτό, ο Μαρξ στο συμπέρασμα περιγράφει την ανάπτυξη παγίου κεφαλαίου σαν δείκτη της μετατροπής της γενικής κοινωνικής γνώσης σε παραγωγική δύναμη. Στο Κεφάλαιο διατυπώνει με σαφήνεια την «ιδιοποίηση» της γενικής κοινωνικής γνώσης όχι από την ζωντανή αλλά από την νεκρή εργασία.

/13. Τα Grundrisse oχι μόνο δεν δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε αλλά δεν απασχόλησαν ούτε τον Ένγκελς ούτε τους υπόλοιπους Μαρξιστές για εξήντα ολόκληρα χρόνια. Ο ίδιος ο Μαρξ πουθενά στο Κεφάλαιο δεν παρέπεμψε σε αυτά. Το 1923 τα ανακάλυψε ο Ντ. Ραζιάνοφ, διευθυντής του Ινστιτούτου Μαρξ – Ένγκελς (ΜΕΙ) στη Μόσχα, και οργανωτής του Marx Engels Gesamtausgabe (MEGA), των Απάντων των Μαρξ και Ένγκελς. Λόγω των τότε συνθηκών στο κομμουνιστικό κίνημα (ο Ραζιάνοφ συνελήφθη το 1931 και εκτελέστηκε το 1937 για να αποκατασταθεί το 1958) και του πολέμου έγιναν γνωστά μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1950, εκατό χρόνια μετά την συγγραφή τους. Διάδοση και υποδοχή των Grundrisse ανά τον κόσμο- Marcello Musto Θέσεις Τεύχος 104, περίοδος Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2008.
14. Ο Μαρξ γράφει στην σελίδα που μας κατευθύνει ο Zizek: «Η εξοικονόμηση εργάσιμου χρόνου ισοδυναμεί με αύξηση του ελεύθερου χρόνου, δηλαδή του χρόνου για την πλήρη ανάπτυξη του ατόμου. Και αυτή η ανάπτυξη αντεπιδρά η ίδια με τη σειρά της, σαν η μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη, πάνω στην παραγωγικότητα της εργασίας. Από τη σκοπιά της άμεσης παραγωγικής διαδικασίας μπορεί να θεωρηθεί σαν παραγωγή πάγιου κεφαλαίου. Αυτό το πάγιο κεφάλαιο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος». Από εδώ ο Zizek αναπαράγει, σε συνδυασμό με τα προηγούμενα τις παραπάνω απόψεις. (Grundrisse σελ 544).Η επιλεκτική αξιοποίηση αποσπασμάτων από τα παραπάνω κείμενα για ένα γενικό σχήμα της Καπιταλιστικής κοινωνίας που υποτίθεται ότι αναιρεί την υπεραξία και όλες τις μαρξιστικές κατηγορίες μάλλον έχει περισσότερο σχέση με την «τσιτατολογία» που τα ρεύματα αυτά συνήθως χρεώνουν στον ιστορικό κομμουνισμό παρά με μια ολοκληρωμένη θεωρητική υποστήριξη των θέσεων που προβάλλουν. Αποσπάσματα των Grundrisse έχουν, πολύ πριν τον Zizek, αποτελέσει μόνιμη αναφορά των ρευμάτων του «εργατισμού» από τα οποία προέρχονται μια σειρά συγγραφείς (όπως ο Negri) για να εγκαταλειφτεί σταδιακά η μαρξιστική θεωρία της αξίας (βλ και Π. Σωτήρης Αντιφάσεις μιας δημοκρατικής ουτοπίας. Σημειώσεις πάνω στο Πλήθος των Negri και Hardt,, περιοδικό Θέσεις Τεύχος 110, περίοδος: Ιανουάριος – Μάρτιος 2010.)
15. Το Κεφάλαιο-τόμος πρώτος. Το τμήμα βρίσκεται στο τέταρτο μέρος («η παραγωγή της σχετικής υπεραξίας»), δέκατο τρίτο κεφάλαιο και έχει τον τίτλο «οι μηχανές και η μεγάλη βιομηχανία» (σελ 386 – 521).
16. Το Κεφάλαιο, τόμος δεύτερος.
17. Είναι γνωστό πώς στο εσωτερικό του Μαρξισμού αναπτύχθηκαν ρεύματα που τοποθετούνταν με διαφορετικό τρόπο στο ζήτημα παραγωγικών δυνάμεων-παραγωγικών σχέσεων. Όμως αυτήν ήταν μια αντιπαράθεση για το βαθμό στον οποίο καθορίζει η μία πλευρά την άλλη στον Καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και όχι για το αν μπορούσε να καταργηθεί η εκμετάλλευση – εντός του Καπιταλισμού –, όπως υποστηρίζουν οι «μεταβιομηχανικές» θεωρίες.
18. The Multitude and the Kangaroo: A Critique of Hardt and Negri’s Theory of Immaterial Labour /David Camfield, σελ. 2.
19. Ο Φουκώ εισάγει στη δεκαετία του 1970 τις έννοιες της βιοεξουσίας και της βιοπολιτικής, για να περιγράψει ένα σύνολο από πρακτικές και τεχνικές εξουσίας, πειθάρχησης και κρατικής διαχείρισης, που αφορούν τη ζωντανή εργασία, την υγεία, τη μακροζωία, τη σεξουαλικότητα, τους όρους διαβίωσης, και τα οποία συνδέει ρητά με την ανάδυση και ηγεμονία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ήδη από το 19ο αιώνα. Ως τέτοια, η «βιοπολιτική» έχει αναμφίβολο ενδιαφέρον και χρησιμότητα και μπορεί να αποτελέσει αφετηρία χρήσιμων ερευνών και επεξεργασιών. Δεν έχει, όμως, καμία σχέση με κάποια υποτιθέμενη μετάβαση του καπιταλισμού προς την εκμετάλλευση όχι μόνο της εργασίας αλλά συνολικά της σκέψης και κάθε δημιουργικής ικανότητας, της ζωής γενικά. (Σωτήρης Παναγιώτης- Αντιφάσεις μιας δημοκρατικής ουτοπίας. Σημειώσεις πάνω στο Πλήθος των Negri και Hardt, περιοδικό Θέσεις, Τεύχος 110, περίοδος: Ιανουάριος – Μάρτιος 2010) –βλ και Michel Feoucalt-Η ιστορία της σεξουαλικότητας τόμος 1 και Η δίψα για γνώση-εκδόσεις Ράππα.
20. The Multitude and the Kangaroo: A Critique of Hardt and Negri’s Theory of Immaterial Labour /David Camfield, σελ 5.
21. Η Αυτοκρατορία: A.Negri και M.Hardt, σελ 395.
22. Πλήθος: A.Negri και M.Hardt, σελ 121-170 (το υποκεφάλαιο με τίτλο οι «επικίνδυνες τά-ξεις»).
23. Πλήθος: A.Negri/M.Hardt, σελ 155.
24. Πρώτα σαν τραγωδία και μετά σαν φάρσα, σελ 209.
25. Ό.π σελ 211, επίσης στο Η εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας.
26. Η εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας.
27. Η εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας.
28. Ό.π..
29. Ό.π..
30. Ό.π..
31. Ό.π..
32. Ό.π..
33. Η εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας.
34. «Αυτή η νέα μπουρζουαζία ακόμα αποσπά υπεραξία, αλλά με τη (μυστικοποιημένη) μορφή αυτού που έχει ονομαστεί “υπέρ-μισθός” πληρώνεται περισσότερο από τον προλεταριακό “κατώτατο μισθό” (ένα συχνά μυθικό σημείο αναφοράς που το μοναδικό του πραγματικό παράδειγμα στο σημερινό παγκόσμιο καπιταλισμό είναι ο μισθός ενός εργάτη σ’ ένα κάτεργο στην Κίνα ή την Ινδονησία), και αυτή είναι η διαφοροποίησή του από τους κοινούς προλετάριους που καθορίζει και τη θέση του. Ο αστός με την κλασική έννοια του ό-ρου τείνει να εξαφανιστεί» Η εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας.
35. Για το νόημα των ταραχών στη Βρετανία.
36. Η εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας.
37. Η θεωρία του Μαρξ είναι διαφορετική γιατί δεν εστιάζεται μόνο στην παραγωγικότητα της εργασίας αλλά και στην εντατικοποίηση της εργασίας καθώς διακρίνει, αντίθετα με τη Ρικαρδιανή θεωρία, την εργασία από την εργατική δύναμη. Ο ίδιος ο Μαρξ θα κριτικάρει στο συγκεκριμένο ζήτημα τον Ricardo στον δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου. Αυτή η διαφορά είναι σημαντική γιατί θεμελιώνει την άποψη του Μαρξ ότι όλες οι τεχνικές τροποποιήσεις είναι Καπιταλιστικές (και μεγάλο μέρος τους αποσκοπεί σε μεγαλύτερη υπεραξία στην ίδια εργάσιμη μέρα) ενώ αντίθετα ο Ricardo τις περιορίζει στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Ο Εργάτης και το χρονόμετρο- Benjamin Coriat, εκδόσεις Ασυνέχεια 1985(πρώτη έκδοση 1976) σελ 190-191.
38. The Multitude and the Kangaroo: A Critique of Hardt and Negri’s Theory of Immaterial Labour /David Camfield, σελ 18.
39. The Multitude and the Kangaroo: A Critique of Hardt and Negri’s Theory of Immaterial Labour /David Camfield, σελ 20.
40. 20% κάτω οι μισθοί (που το 2010-2011 μειώθηκαν ήδη 19%! ) με τα νέα μέτραPraxis Ριζοσπάστης31/1/12.
41. Σύγχρονος Καπιταλισμός και Παγκοσμιοποίηση: Σοφία Αντωνοπούλου, εκδόσεις Εξάντας, σελ 243.
42. Εκεί βέβαια περιλαμβάνονται και διευθυντικές θέσεις, προϊστάμενοι αλλά και κλάδοι παραγωγής που δεν περιλαμβάνονται στην κατηγορία της «διανοητικής εργασίας» του Zizek κ.λ.π..
43. Salaried bourgeois on «revolt of the salaried bourgeoisie«: Lenins Tomb.
44. «Οι διανοούμενοι εργάτες έχουν ιδεολογία τον «πεφωτισμένο ηδονισμό», η παλιά εργατική τάξη τον «λαϊκιστικό φονταμενταλισμό» και οι απόβλητοι τις «ακραίες και μοναδικές μορφές». Αυτήν η νοητική κατασκευή παρουσιάζεται και ως Χεγκελιανή και συνεπάγεται και συγκεκριμένες συμπεριφορές ανά τμήμαΠρώτα σαν τραγωδία και μετά σαν φάρσα, σελ 213.
45. «Η πολιτική κοινωνία η οποία οργανώνεται γύρω από την πολιτική εξουσία στον Καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής έχει ένα χαρακτηριστικό που την διαφοροποιεί από προ-καπιταλιστικές εποχές: την διάσπαση «δημόσιου» και «ιδιωτικού» χώρου, «κοινωνίας των πολιτών» και «ατομικών δικαιωμάτων». Με άλλα λόγια, την διάσπαση ανάμεσα στην πολιτική κοινωνία όπου όλοι εμφανίζονται τυπικά ίσοι, αφού ο καθένας έχει από μία ψήφο η (ακόμα και εκεί που δεν υπάρχουν εκλογές) την ιδιότητα του «πολίτη» και στην κοινωνική πραγματικότητα όπου δεν έχει ο καθένας τα μέσα παραγωγής, την ίδια ιδιοκτησία και επομένως τον ίδιο ελεύθερο χρόνο, την ίδια παιδεία, κ.ά.. Η πολιτική εξουσία στον Καπιταλισμό, κάτω από όλες τις διάφορες μορφές που παίρνει ιστορικά, είναι η έκφραση στο πεδίο της «πολιτικής κοινωνίας» των ταξικών ανισοτήτων. Είναι η ενσωμάτωση και καταστολή των ταξικών ανταγωνισμών έτσι ώστε να διασφαλίζεται η διαιώνιση της εξουσίας της κυρίαρχης αστικής τάξης συνολικά και όχι μόνο των «προνομίων» που απολαμβάνει ένα τμήμα της (πχ τράπεζες). Αυτός είναι και ο λόγος που όλες οι «δημοκρατίες», οι «δικτατορίες», οι «βοναπαρτισμοί» κλπ στις αστικές κοινωνίες είναι εγχειρήματα νομιμοποίησης της ταξικής εκμετάλλευσης στην «ιδιωτική κοινωνία» όπου η ικανότητα για εργασία (και κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα) έχει γίνει εμπόρευμα που πουλιέται κάθε μέρα στην αγορά. Οι δύο προηγούμενες θέσεις (η πολιτική εξουσία ως ταξική εξουσία και η πολιτική εξουσία στην αστική κοινωνία ως σισύφεια απόπειρα «άρσης» της διάσπασης «δημόσιου» και «ιδιωτικού») αναβαθμίζουν (και όχι το αντίθετο όπως υποστηρίζουν διάφορα αναρχικά η αριστερίστικα ρεύματα) την ανάγκη της εκτίμησης για τις συγκεκριμένες μορφές που παίρνει κάθε φορά η πολιτική εξουσία. Αυτές οι μορφές είναι αποτέλεσμα μιας πολυσύνθετης διαδικασίας που είναι συνάρτηση της ταξικής πάλης, της φάσης του καπιταλιστικού οικονομικού κύκλου (κρίση-ύφεση-ανάπτυξη), των διεθνικών και εθνικών ενδοαστικών ανταγωνισμών, των ιδεολογικών και ευρύτερα των πολιτισμικών ρευμάτων, της ιστορικής παράδοσης και συλλογικής μνήμης γύρω από τις τομές που διαμορφώνουν τα πολιτικά ρεύματα κ.ά.. H κάλπικη δημοκρατία-Συντακτική επιτροπή της Μαρξιστικής επιθεώρησης Praxis.
46. Η θεωρία αυτή έγινε στην εποχή της αποδεκτή με ενθουσιασμό από τους Αμερικανούς επιχειρηματίες αφού τους έλυνε πολλαπλά προβλήματα: υποστηρίζοντας ότι ο Καπιταλισμός έχει καταργηθεί και ότι επίκειται το πέρασμα στην «διευθυντική κοινωνία» κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η Σοβιετική Ένωση δεν είναι σοσιαλιστική και ότι η Αμερική δεν είναι Καπιταλιστική. Η επανάσταση των διευθυντών: James Βurnam, εκδόσεις Κέδρος.
47. Η αυταπάτη της επανάστασης των διευθυντών: Paul Sweezy (περιέχεται στο: Το Παρόν σαν Ιστορία, εκδόσεις Μπουκομάνη, σελ 59).
48. Η εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας.
49. Η εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας.
50. Ό.π..
51. Ό.π..
Αναφορές
Αντωνοπούλου Σοφία, Σύγχρονος Καπιταλισμός και Παγκοσμιοποίηση, εκδόσεις Εξάντας, 2008.
Braverman Harry, Εργασία και μονοπωλιακό κεφάλαιο-η υποβάθμιση της εργασίας στον 20ο αιώνα, εκδόσεις η Λέσχη Κατασκόπων του 21ου αιώνα.
Coriat Benjamin, Ο Εργάτης και το χρονόμετρο, εκδόσεις Α/Συνέχεια, 1985 (πρώτη έκδοση 1976).
Foucault Michel, Η ιστορία της σεξουαλικότητας, εκδόσεις Ράππα (πρώτη έκδοση 1978).
Foucault Michel, Η δίψα για γνώση, εκδόσεις Ράππα, 1985.
Fukuyama Francis, Tο τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος, εκδόσεις Λιβάνη, 1993 (πρώτη έκδοση 1992).
Gorz Andre, Αντίο Προλεταριάτο, εκδόσεις Νέα Σκέψη, 1986.
Καλοδούκας Άγγελος, Μεταβιομηχανικές φαντασιώσεις και σύγχρονος Καπιταλισμός, ιστολόγιο Aformi, αναδημοσίευση στο Praxis εδώ.
Lenin V. I., Τι είναι οι φίλοι του λαού και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες, Άπαντα Τό-μος 1, σσ. 125-344, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
Lenins Tomb, Salaried bourgeois on «revolt of the salaried bourgeoisie«.
Marx Karl, Grundrisse – Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, εκδόσεις Στοχαστής, 1990
Marx Karl, Το Κεφάλαιο, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1996.
Musto Marcello, Διάδοση και υποδοχή των Grundrisse ανά τον κόσμο, Θέσεις, Τεύχος 104.
Μπιτσάκης Ευτύχης, Η έννοια της προόδου: η αστική και η μαρξιστική αντίληψη.
Negri, Α. και Hardt, M., Αυτοκρατορία, εκδόσεις Scripta 2002 (πρώτη έκδοση 2000).
Negri, A. και Hardt, M., Το Πλήθος, εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2011 (πρώτη έκδοση 2004).
Σωτήρης Παναγιώτης- Αντιφάσεις μιας δημοκρατικής ουτοπίας. Σημειώσεις πάνω στο Πλήθος των Negri και Hardt, Θέσεις, Τεύχος, 110, περίοδος: Ιανουάριος – Μάρτιος 2010
Toffler Alvin, To Σοκ του Μέλλοντος, εκδόσεις Κάκτος.
Rifkin Jeremy, Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της, εκδόσεις Λιβάνη 1996 (πρώτη έκδοση 1995).
Zizek Slavoj, Πρώτα σαν τραγωδία και μετά σαν φάρσα, εκδόσεις Scripta 2011 (πρώτη έκδοση 2009).
Zizek Slavoj, Καλώς ορίσατε στην έρημο του πραγματικού, εκδόσεις Scripta.
Zizek Slavoj, Βία: έξι λοξοί στοχασμοί, εκδόσεις Scripta
Zizek Slavoj, Λακάν, εκδόσεις Πατάκη.
Zizek Slavoij, Το υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας, εκδόσεις Scripta.
Zizek Slavoj, Ποιος φοβάται το Αραβικό επαναστατικό πνεύμα; (άρθρο στην εφημερίδα Guardian,μετάφραση στο ιστολόγιο Παραλληλογράφος).
Zizek Slavoj, Δώστε κόκκινο μελάνι στους διαδηλωτές της Wall Street», Το Βήμα, 7/1/2012.
Zizek Slavoj, Για το νόημα των ταραχών στη Βρετανία, άρθρο στην εφημερίδα Guardian.
Zizek Slavoi, Το Πνεύμα των Ιακωβίνων (περιοδικό Jacobin), μεταφρασμένο στα ελληνικά στο ιστολόγιοAvante Garde.

ΠΗΓΗ:http://www.antifonies.gr/%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7-%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-slavoj-zizek-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%86
Διαβάστε Περισσότερα »