Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας [απόσπασμα] Ελύτης Oδυσσέας






28-10-1940  ------------ 28-10-2015



ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ ΠΟΥ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ
ΚΑΙ ΕΦΥΓΑΝ ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΞΑΝΑ ΣΚΛΑΒΩΜΕΝΗ




Ζητώ συγνώμη.... - Γιάννης Μηλιώκας











 A´

 Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
 Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
 Kαθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
 Kι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες
 
 Eκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
 Kαι μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό
 Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
 Mα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
 Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
 Πρωί, στα πόδια του βουνού
 
 Tώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.
 
 Tώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
 Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της·
 Mες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
 Aπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια·
 Bράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
 Kόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.
 
 Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
 Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου
 
 Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού.
 
 




 
 B´
 
 Τώρα μες στα θολά νερά μια ταραχή ανεβαίνει·
 
 O άνεμος αρπαγμένος απ’ τις φυλλωσιές
 Φυσάει μακριά τη σκόνη του
 Tα φρούτα φτύνουν το κουκούτσι τους
 H γη κρύβει τις πέτρες της
 O φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
 Tην ώρα που μέσ’ από τα ουράνια θάμνα
 Tο ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
 Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας
 Κι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο
 Kι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες
 Kι ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν’ αντιχαιρετίσουνε:
 Φωτιά ή μαχαίρι!
 
 Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
 Kακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός
 Mόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!
 
 
 





 Γ´
 
 Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
 Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
 O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο
 
 Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
 Kάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
 Στο θάνατο ―κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.
 
 Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
 Kαταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο
 Kιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!
 
 Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
 Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
 Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...
 
 Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
 Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
 Nα ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια
 
 Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
 Mόλις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος―
 Kι ύστερα χύθηκε μεμιάς ώς τα χλωμά του νύχια!
 
 




 
 Δ´
 
 Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
 M’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
 M’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
 Mοιάζει μπαξές που τού ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά
 Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
 Mοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
 Mόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
 Kι η απορία μαρμάρωσε...
 
 Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
 Αιώνες μαύροι γύρω του
 Aλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
 Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
 Aκούν με προσοχή·
 Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε
 Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
 Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.
 
 Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
 Xωρίς άλλα κεριά
 Kείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη·
 Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα
 Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
 Kι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια―
 Mικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας
 Mικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
 Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!
 Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-
 Aπό πού του ’φυγε η ζωή. Μην πείτε πώς
 Mην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
 Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
 Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη
 Kι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!
 
 
  




 
 E´
 
 Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτινός;
 Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
 Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
 Κι εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών
 Kι εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας!
 
 Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο
 Kαι το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
 Kι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
 Kαι τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν―
 Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού ’ναι το παλικάρι;
 Κι όλα τ’ αϊτόπουλ’ απορούν πού ’ναι το παλικάρι!
 Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού ’ναι ο γιος μου;
 Κι όλες οι μάνες απορούν πού να ’ναι το παιδί!
 Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ’ναι ο αδερφός μου;
 Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να ’ναι ο πιο μικρός!
 Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
 Πιάνουν το χέρι και παγώνει
 Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
 Kοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
 Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
 Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
 Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!
 
 
 







 ΣT´
 
 Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
 Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
 Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
 Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
 Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
 Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
 Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...
 Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
 Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
 Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
 Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
 Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
 Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
 Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
 Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!
 
 Ήταν γερό παιδί·
 Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
 Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
 Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
 Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
 Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
 Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του
 H αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
 Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
 Nα βάφει τα λουλούδια
 Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
 Tις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
 Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
 Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
 Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα...
 
 Ήταν γενναίο παιδί.
 Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
 Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
 Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
 (Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
 Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
 Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
 Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
 ―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
 Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
 Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
 Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
 Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
 Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
 Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
 Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
 Δεν έκλαψαν
 Γιατί να κλάψουν
 Ήταν γενναίο παιδί!
 
 
 






 Z´
 
 Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.
 Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
 Tίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά
 Γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες βουίζοντας
 Aπ’ τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει...
 Δεν κλαίει πια ούτ’ η Λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε
 Γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού
 Δεν κλαίει. Μονάχ’ από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια
 Πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού
 Mήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες
 Kαι κρύψουν τις αχτίδες τους
 Kαι σταματήσουν
 Eκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί...
 
 Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
 Σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά
 Σκυφτή πίσω από μήνες-σύννεφα αφουκράζεται
 Tι να ’ναι που αφουκράζεται, σύννεφα-μήνες μακριά;
 Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους ―αχ αφήστε την―
 Mισή κερί μισή φωτιά μια μάνα κλαίει ―αφήστε την―
 Στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει αφήστε την!
 Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
 Kι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν
 Tα περιβόλια για ν’ ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι
 Tο αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά
 Kι η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!
 
 






 
 H´
 
 Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
 Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
 Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
 Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
 Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
 Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
 Mην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα
 Στη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιά
 Mη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!
 
 Χωρίστε από τα δάχτυλα τ’ αγριοπερίστερα
 Kαι μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
 Kαθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ’ αδειανό κοχύλι
 Mη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς
 Mόν’ φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
 Tις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
 Tις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
 Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
 Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
 Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον’ οι χρυσόμυγες
 Kαι παν με βιάση τα πουλιά ν’ ακούσουνε απ’ τα δέντρα
 Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!
 
 
 






 Θ´
 
 Φέρτε κανούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
 Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
 Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπει
 Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
 Kαινούρια μάτια ―Θε μου― τι τώρα πού θα παν
 Nα σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
 Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ’ ανάψουν
 Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο
 Tι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!»
 
 Mέρα, ποιος θ’ αψηφήσει τα ροδακινόφυλλα
 Nύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά
 Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μες στους κάμπους
 Ή θ’ αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ’ τον ήλιο
 Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ’ άτρωτο άλογο
 Kαι να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!
 Ποιος θ’ ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
 Για ν’ ασπαστεί τα βότσαλα
 Kαι ποιος θα κοιμηθεί
 Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
 Nά ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
 Aίμα και λαλιά
 Nα ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
 Kαι να ριχτεί ―αχ τούτη τη φορά―
 Kαι να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!





 I´
 
 Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
 Πάνω στα στήθη του όμοναν: «Ζωή να σε χαρώ!»
 Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
 Mόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
 Kι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
 Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
 Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
 Nα πει μεσ’ απ’ τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!»
 
 Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού ’βλεπες χαράματα
 Παρόμοιο τέκνο θεού μ’ ένα κλωνί ρογδιάς
 Στα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου·
 Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
 Kάθε που ’θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·
 Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ώς τα πόδια του
 Κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
 Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του
 Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
 Aγάπη ανθρώπου ανάβοντας
 Άστρον απ’ άστρο τα κρυφά στερεώματα,
 Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
 Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
 Mε λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών
 
 Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει―
 Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!
 
 
 

Ο Οδυσσέας Ελύτης ανθυπολοχαγός στον πόλεμο του ‘40



 IA´
 
 Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
 Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
 Γιατί τους είχε πάρει
 Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
 Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
 Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
 Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
 Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
 Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
 Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
 Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!
 
 Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
 Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
 M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
 Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
 Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
 Mε πικραμένα μάτια·
 Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
 Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
 Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
 Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
 Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!
  
 Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
 Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
 Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!
  
 




 
 IB´
 
 Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
 Aνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος...
 
 Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
 Kαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
 Γέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
 Mε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
 Mε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
 Θαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!
 Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
 Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
 Kαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!
 
 Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
 Tόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
 Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
 Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων...
 Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
 Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
 Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
 Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
 Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του
 
 Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
 Αύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!
 




 
 IΓ´
 
 Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο―
  
 Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
 Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
 Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
 Eνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
 Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
 Tότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
 Kαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!
 
 Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
 Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
 Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
 Kαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια
 Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
 Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
 Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
 Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου
 
 Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι
 Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
 Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
 Tόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!
 
 
 






 IΔ´
 
 Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
 Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
 Ελευθερία
 Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:
 EΛEYΘEPIA
 Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος
  
 Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά
 Kαράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες
 Tα πιο αθώα κορίτσια
 Tρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
 Kι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
 Παιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη...
 
 Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!
  
 Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
 Oλοένα εκείνος ανεβαίνει·
 Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
 Xαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·
 Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·
 Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
 Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
 «Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
 «Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
 Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του
  
 Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
 Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού! 







ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ - Νότης Μαυρουδής (full album)


 
                                      




                                         
Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

ΔΑΝΑΗ - ΖΕΥΣ. Η ΧΡΥΣΗ ΒΡΟΧΗ (ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΕΚΟΥ)


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΕΚΟΣ


Το απόσπασμα που παραθέτω είναι από το εξαίρετο βιβλίο "Οι ροζ ιστορίες της ελληνικής Μυθολογίας" του Δημήτρη Μπέκου που έχει συγγράψει πάνω από 120 βιβλία διδακτικού περιεχομένου στη Γαλλική γλώσσα, καθώς και μονογραφίες, δοκίμια, ποίηση, κλπ.
Το βιβλίο περιέχει ένθετο CD με 1960 εικόνες από γλυπτά, πίνακες, ψηφιδωτά, αγγειογραφίες, χαρακτικά ... που απαθανατίζουν εικαστικά τους μύθους.



 
ΔΑΝΑΗ - ΖΕΥΣ. Η ΧΡΥΣΗ ΒΡΟΧΗ

Ο βασιλιάς της Αργολίδας Άβας, που σα γιός της Δαναϊδας Υπερμνήστρας και του Λυγκέα, ένωνε το αίμα των αντιπάλων παππούδων του, Δαναού και Αίγυπτου, κληροδότησε το βασίλειό του στους δίδυμους γιούς του, τον Προίτο και τον Ακρίσιο κι όρισε να βασιλεύουν εκ περιτροπής.
Διηγούνται ότι τα δίδυμα, κληρονομώντας το αμοιβαίο μίσος των προπαππούδων τους, άρχισαν να φιλονικούν απ' την κοιλιά ακόμα της μάνας τους, της Αγλαϊας. Η διένεξη κορυφώθηκε όταν ο Προίτος αποπλάνησε τη μοναχοκόρη του αδελφού του Ακρίσιου, τη Δανάη, πράγμα που παρ' ολίγο να του στοιχίσει τη ζωή κι αναγκάστηκε να καταφύγει στη Λυκία, όπου παντρεύτηκε την κόρη του Ιοβάτη, Σβενεβοία ή Άντεια, (που έγινε γνωστή για τον έρωτά της για τον Βελλερεφόντη κι απόκτησε τρεις θυγατέρες.
Danaé, Alexandre-Jacques Chantron, 1891.
Danaé, Alexandre-Jacques Chantron, 1891.

Ήταν πανέμορφη η Δανάη (που απ' τη μητέρα της Ευρυδίκη ήταν εξάδελφη του Υάκινθου και δισέγγονη της Πλειάδας Ταϋγέτης. Αυτό όμως δεν παρηγορούσε τον πατέρα της Ακρίσιο, που ήθελε να έχει γιό. Ζήτησε λοιπόν χρησμό απ' το Μαντείο αν θ' αποκτούσε αρσενικά παιδιά κι ο Θεός του απάντησε πως όχι μόνο δεν θ' αποκτήσει γιό, μα τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα. Θα έβρισκε το θάνατο απ' τα χέρια του εγγονού του. Τρόμαξε πολύ ο Ακρίσιος, μα δεν τόλμησε να σκοτώσει την κόρη του, όπως ήταν η πρώτη του σκέψη, γιατί οι Θεοί τιμωρούν σκληρά εκείνους που χύνουν συγγενικό αίμα.
Για ν' αποτρέψει τη μοίρα, έκλεισε τη Δανάη σε υπόγεια μπρούντζινη φυλακή κι έβαλε άγριους σκύλους φύλακες να τη φυλάνε. Μόνο στην οροφή υπήρχε ένας μικρός φεγγίτης απ' όπου η κόρη έβλεπε ένα κομμάτι ουρανό. Απ' αυτόν το φεγγίτη την είδε κι ο Παντεπόπτης Δίας και την ορέχτηκε. Μιά μέρα, εκεί που η κόρη κοιτούσε ένα σύννεφο που περνούσε πάνω απ' το κεφάλι της, συνέβη κάτι μυστηριώδες. Χρυσή βροχή άρχισε να πέφτει απ' την οροφή στους κόλπους της Δανάης και σαν ο χρόνος κυκλογύρισε η ανθόκορμη κόρη έφερε στον κόσμο ένα γιό, τον Περσέα.
To μυστικό της γέννησης κρατήθηκε για μήνες, ώσπου μια μέρα ο Ακρίσιος άκουσε τις φωνές του παιδιού. Ρωτά τη θυγατέρα του ποιός είναι ο πατέρας του παιδιού κι αυτή του απαντάει ότι είναι παιδί του Δία. Ο Ακρίσιος δεν την πίστεψε, άλλωστε η ζωή αυτού του παιδιού αποτελούσε άμεσο κίνδυνο για τη δική του τη ζωή. Σκότωσε λοιπόν την παραμάνα της Δανάης σα συνεργό, μα δεν τόλμησε να σκοτώσει το μικρό Περσέα, για τον ίδιο λόγο που συγκρατήθηκε και δεν αφαίρεσε τη ζωή της θυγατέρας του. Σκέφθηκε όμως τρόπο ώστε να βάλει και τους δυο στο δρόμο ενός σίγουρου θανάτου. Έκλεισε μάνα και γιό σ' ένα μεγάλο σεντούκι, τό' ριξε στην πολυκύμαντη θάλασσα και τ' άφησε να το παρασύρουν τα ρεύματα κι οι άνεμοι.
Μέσα σ' αυτό το παράξενο πλοίο, η άμοιρη Δανάη, σφιχταγκαλιάζοντας το σπλάχνο της, προσπαθούσε, κλαίγοντας, να τ' αποκοιμίσει. Τα κύματα κι οι αέρηδες παράσυραν την κιβωτό και την ξέβρασαν στις ακτές της Σερίφου. Μα ενώ γλίτωσαν απ' τη μανία της θάλασσας, δεν είχαν τρόπο να βγουν απ' το μπαούλο.
Η Μοίρα ή ο Δίας, έστειλε έναν ψαρά, τον Δίκτυ

Η Μοίρα ή ο Δίας, έστειλε έναν ψαρά, τον Δίκτυ, που καταγόταν απ' το Ναύπλιο, το γιό της Αμυμώνης κι ήταν αδελφός του άρχοντα του νησιού Πολυδέκτη. Αυτός απελευθέρωσε τους έγκλειστους του σεντουκιού και για πολλά χρόνια ο καλός ψαράς περιποιήθηκε, μαζί με τη γυναίκα του, το μικρό Περσέα και τη μητέρα του, ως τη στιγμή που ο σκληρός Πολυδέκτης ορέχτηκε την ομορφόζωνη Δανάη. Μα για να καταφέρει το σκοπό του έπρεπε να βγάλει απ΄τη μέση τον Περσέα που είχε γίνει πιά παλικάρι. Καμώθηκε λοιπόν πως συγκεντρώνει άλογα γιατί ήθελε, τάχα, να ζητήσει σε γάμο την Ιπποδάμεια, την πεντάμορφη κόρη του Οινόμαου, για την οποία μιλούσε όλος ο κόσμος. Ο Περσέας, που δεν είχε άλογα, προσφέρθηκε να του φέρει οτιδήποτε άλλο χρειαζόταν κι ο πονηρός Πολυδέκτης, εκμεταλλευόμενος την προσφορά, του ζήτησε να του φέρει το κεφάλι της Μέδουσας, που ήταν θεία της Χίμαιρας, του τρομερού τέρατος που σκότωσε ο Βελλεροφόντης. Πίστεψε πως έτσι τον στέλνει σε βέβαιο θάνατο.
Ο ΠΕΡΣΕΑΣ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΗΣ ΜΕΔΟΥΣΑΣ


Η Αθηνά όμως που ήταν θυμωμένη από τότε που η Γοργόνα η Μέδουσα ερωτόσμιξε σ' έναν απ' τους ναούς της με τον Ποσειδώνα, εξόπλισε, με τη βοήθεια του Ερμή, κατάλληλα τον Περσέα και του έδωσαν κι οι δυό τους οδηγίες πώς θα κατορθώσει το ακατόρθωτο. Τελικά, ο Περσέας κίνησε να βρει τη Μέδουσα, την ερωμένη του Ποσειδώνα, εφοδιασμένος με τη μπρούτζινη ασπίδα της Αθηνάς, το ατσάλινο σπαθί του Ερμή, ένα ζευγάρι φτερωτά σανδάλια, ένα δερμάτινο μαγικό σακί, την "κίβισι" (που θα του επέτρεπε να μεταφέρει το τρομερό κεφάλι της Μέδουσας, που όποιος το κοίταζε μαρμάρωνε) και τέλος την περικεφαλαία του Άδη, που' κανε αόρατο όποιον τη φορούσε. Μα για το πώς ο ήρωας κατόρθωσε να γυρίσει ζωντανός και με γυναίκα, είναι μια ιστορία που θα τη διηγηθούμε όταν μιλήσουμε για τον Περσέα και την Ανδρομέδα.
Σαν επέστρεψε ο Περσέας με το κεφάλι της Μέδουσας στο σάκο (μια ιστορία που θ' ακούσουμε αργότερα) κι έχοντας μαζί του την Ανδρομέδα, βρήκε τη Δανάη και τον Δίκτυ να έχουν καταφύγει ικέτες στο ναό απειλούμενοι απ' τη συμπεριφορά του Πολυδέκτη, που ήθελε με τη βία να κάνει δική του τη Δανάη. Αποφασισμένος να βάλει τέλος στην όλη κατάσταση, κατευθύνεται ο Περσέας στο ανάκτορο του Πολυδέκτη, όπου ο τύραννος γλεντοκοπούσε με τους συντρόφους του και τους έδειξε το κεφάλι της Μέδουσας. Όταν αυτοί το κοίταξαν, απολιθώθηκαν σ' όποια στάση βρισκόταν ο καθένας τους εκείνη τη στιγμή. Αφού έκανε το Δίκτυ βασιλιά του νησιού, επέστρεψε τα σανδάλια, την περικεφαλαία και την κίβισι στον Ερμή κι έδωσε το κεφάλι της Μέδουσας στην Αθηνά που το στερέωσε στην ασπίδα της, ο Περσέας με τη μητέρα του και την Ανδρομέδα κίνησαν για τη γενέτειρα, το Άργος, για να δουν αν η καρδιά του Ακρίσιου είχε μαλακώσει.


300px-JohnWilliamWaterhouse-Danaë(1892)
O Ακρίσιος προσπαθεί να εξαφανίσει τη Δανάη και το παιδί...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/o-perseas-apokefalizi-ti-medousa-ke-skotoni-ton-pappou-tou-giati-to-pepromeno-figin-adinaton/


Σαν έμαθε ο ότι πλησίαζαν, φοβούμενος το χρησμό, εγκατέλειψε το Άργος και πήγε στη χώρα των Πελασγών, τη Θεσσαλία. Μετά από λίγο, ο Τευταμίδας, βασιλιάς των Λαρισσαίων, οργάνωσε αγώνες προς τιμήν του νεκρού πατέρα του. Μόλις τό' μαθε ο Περσέας αποφάσισε να ταξιδέψει ως εκεί για να πάρει μέρος. Καθώς όμως έριχνε το δίσκο, ο δίσκος του ξέφυγε, έπεσε ανάμεσα στους θεατές και κτύπησε θανάσιμα έναν απ' αυτούς. Ο χρησμός του Απόλλωνα επαληθεύθηκε γι' άλλη μια φορά, γιατί ο σκοτωμένος θεατής ήταν ο παππούς του, ο Ακρίσιος. Έθαψε ο Περσέας τον παππού του έξω απ' την πόλη και μην τολμώντας να διεκδικήσει την κληρονομιά εκείνου που πέθανε εξ αιτίας του, πήγε στην Τίρυνθα κι αντάλλαξε το βασίλειό του με 'κείνο του Μεγαπένθη, του γιού του Προίτου. Έτσι ο Περσέας έγινε βασιλιάς της Τίρυνθας. Έπειτα οχύρωσε την Μιδέα κι ίδρυσε τις Μυκήνες. Λένε ότι τα τείχη αυτών των δύο πόλεων τα έχτισαν οι Κύκλωπες, όπως παλιότερα είχαν κτίσει τα τείχη της Τίρυνθας οι επτά Κύκλωπες, οι "Γαστερόχειρες", που συνόδευαν τον Προίτο κατά την επιστροφή του απ' την Λυκία.

Και λίγα λόγια για το συγγραφέα :




Ο Δημήτρης Μπέκος γεννήθηκε το 1950 στη Συκιά Φωκίδος και μεγάλωσε στην Αθήνα.
Σπούδασε 'Langue et Litterature Francaises' στο Πανεπιστήμιο της Rennes
και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφία, με εξειδίκευση στις
'Ph. Sciences et Τheories des formes de l' Education'
στο Πανεπιστήμιο του Strasbourg.
Έχει παρακολουθήσει σε διάφορα Πανεπιστήμια κύκλους σπουδών που αφορούν
στη Λογοτεχνία (συγκριτική λογοτεχνία, κριτική λογοτεχνίας), στη
Λαογραφία (μυθολογία των λαών της λεκάνης της Μεσογείου, Ελληνικό
δημοτικό τραγούδι), στη Φιλοσοφία (αρχαία ελληνική φιλοσοφία), στην
Ψυχολογία - Κοινωνιολογία (συμπεριφορισμό, ψυχοκριτική), έχει εκπονήσει
αρκετές μελέτες και δίνει σειρά διαλέξεων.
Υπηρέτησε επί σειρά ετών στην Εκπαίδευση και στο Δημόσιο, σαν έφορος
βιβλιοθηκών και πινακοθηκών.
Το 1975 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο (έχουν εκδοθεί περισσότερα από 120
βιβλία του στη γαλλική, υπογράφοντας Becos), και από τότε ασχολείται
συνεχώς με τη συγγραφή και την έρευνα.




ΤΙΤΛΟΙ ΒΙΒΛΙΩΝ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΕΚΟΥ
2007) Από τους μύθους στην επιστήμη και από τον Θαλή στον Δημόκριτο, Κλεψύδρα
(2007) Οι ροζ ιστορίες της ελληνικής μυθολογίας, Κλεψύδρα
(2003) L’arte dello scrivere, Perugia
(2002) L’arte dello scrivere, Perugia
(2001) L’arte dello scrivere, Perugia
(2000) Succès au DELF A5, Eiffel Editions
(2000) Succès au DELF A5, Eiffel Editions
(2000) Test autonomes pour le DELF A2. Nouveau, Eiffel Editions
(2000) Test autonomes pour le DELF A4. Nouveau, Eiffel Editions
(2000) Tests autonomes pour le DELF A2. Nouveau, Eiffel Editions
(1999) Annales du DELF A5, Eiffel Editions
(1999) Comment le dire en Français?, Eiffel Editions
(1999) Trésor de la communication orale 2, Eiffel Editions
(1998) Annales du DELF A2, Eiffel Editions
(1998) Annales du DELF A3, Eiffel Editions
(1998) Annales du DELF A3, Eiffel Editions
(1997) Exercices d' application, Eiffel Editions
(1997) Grammaire exercices Eiffel, Eiffel Editions
(1997) Grammaire exercices Eiffel, Eiffel Editions
(1997) Tests d' accès au DALF, Eiffel Editions
(1997) Tests d' accès au DALF, Eiffel Editions
(1996) Annales du DELF A2, Eiffel Editions
(1996) Annales du DELF A5, Eiffel Editions
(1996) La chanson démotique grecque, Eiffel Editions
(1996) Γραμματική γαλλικής για Έλληνες σπουδαστές, Eiffel Editions
(1995) Annales du DELF A1, Eiffel Editions
(1995) Annales du DELF A1, Eiffel Editions
(1995) Annales du DELF A2, Eiffel Editions
(1995) DELF A4 épreuves orales, Eiffel Editions
(1995) DELF A4 epreuves orales, Eiffel Editions
(1995) Preparation au DELF A4, Eiffel Editions
(1995) Preparation au DELF A4, Eiffel Editions
(1995) Succès au DALF B1, Eiffel Editions
(1995) Succès au DALF B1, Eiffel Editions
(1995) Succès au DELF A6, Eiffel Editions
(1994) Entrée à l' université, Eiffel Editions
(1994) Entrée à l' université, Eiffel Editions
(1994) Succès au DELF A3, Eiffel Editions
(1994) Succès au DELF A4, Eiffel Editions
(1994) Succès au DELF A4, Eiffel Editions
(1994) Succès au DELF A5, Eiffel Editions
(1994) Succès au DELF A5, Eiffel Editions
(1994) Succès au DELF A6, Eiffel Editions
(1993) Exercices d' application, Eiffel Editions
(1993) Grammaire exercices Eiffel, Eiffel Editions
(1993) La traduction à travers les textes 2, Eiffel Editions
(1993) La traduction à travers les textes 2, Eiffel Editions
(1993) Rédaction 2, Eiffel Editions
(1993) Rédaction 3, Eiffel Editions
(1993) Succès au DELF A1, Eiffel Editions
(1993) Succès au DELF A1, Eiffel Editions
(1993) Succès au DELF A2, Eiffel Editions
(1993) Succès au DELF A2, Eiffel Editions
(1993) Succès au DELF A3, Eiffel Editions
(1993) Traduction trilingue 3, Eiffel Editions
(1993) Traduction trilingue 3, Eiffel Editions
(1993) Traduction trilingue 4, Eiffel Editions
(1993) Traduction trilingue 4, Eiffel Editions
(1992) Clés de grammaire, Eiffel Editions
(1992) Corrispondenza privata e commerciale con la traduzione greca, Perugia
(1992) Grammaire exercices Eiffel, Eiffel Editions
(1992) Grammaire exercices Eiffel, Eiffel Editions
(1992) In italiano si dice così. Dizionario greco italiano, Perugia
(1992) La préposition et ses secrets, Eiffel Editions
(1992) La traduction à travers la grammaire 1, Eiffel Editions
(1992) La traduction à travers la grammaire 1, Eiffel Editions
(1992) Multibabel, Eiffel Editions
(1992) Rédaction 1, Eiffel Editions
(1992) Rédaction 4, Eiffel Editions
(1992) Rédaction 5, Eiffel Editions
(1992) Rédaction 6, Eiffel Editions
(1992) Rédaction 7, Eiffel Editions
(1992) Tous les verbes conjugués dans votre poche, Eiffel Editions
(1991) Grammaire exercices Eiffel, Eiffel Editions

Comment le dire en Grec?, Eiffel Editions

Grammaire exercices Eiffel, Eiffel Editions

L' argot moderne sans peine avec des dialogues authentiques, Eiffel Editions
 
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2003) Ολυμπιακό ενθύμιο 2004. Ολυμπιακοί Αγώνες, Ατραπός
(2002) Annales du DALF B2, Eiffel Editions
(2001) Succès au DELF A1, Eiffel Editions
(2001) Succès au DELF A2, Eiffel Editions
(2001) Succès au Delf A2 nouvelle formule, Eiffel Editions
(2001) Succès au DELF A4, Eiffel Editions
(2001) Succès au DELF A4 nouvelle formule, Eiffel Editions
(2000) Panorama de la civilisation française, Eiffel Editions
(2000) Test autonomes pour le DELF A1, Eiffel Editions
(2000) Tests autonomes pour le nouveau DELF A1, Eiffel Editions
(2000) Tests autonomes pour le nouveau DELF A4, Eiffel Editions
(2000) Tests autonomes pour le nouveau DELF Α3, Eiffel Editions
(1999) S.O.S Dalf, Eiffel Editions
(1999) Tests autonomes pour le DELF A3, Eiffel Editions
(1999) Trésor de la communication appliquée, Eiffel Editions
(1999) Trésor de la communication appliquée 3, Eiffel Editions
(1999) Trésor de la communication écrite, Eiffel Editions
(1999) Trésor de la communication orale 2, Eiffel Editions
(1998) Annales du DELF A1, Eiffel Editions
(1998) Annales du DELF A1, Eiffel Editions
(1998) L' exposé, Eiffel Editions
(1998) L' exposé, Eiffel Editions
(1998) S.O.S DALF, Eiffel Editions
(1998) Succès au DALF B3, Eiffel Editions
(1998) Trésor de la communication écrite 1, Eiffel Editions
(1997) Annales du DELF A4, Eiffel Editions
(1997) Annales du DELF A4, Eiffel Editions
(1997) Succès au DALF B3, Eiffel Editions
(1997) Succès au DALF B3, Eiffel Editions
(1997) Succès au DALF B4, Eiffel Editions
(1997) Textes, sujets, idées, Eiffel Editions
(1997) Textes. sujets, idées, Eiffel Editions
(1997) Τα θέματα για το Ιόνιο πανεπιστήμιο, Κλεψύδρα
(1996) Cómo se dice en Español ?, Eiffel Editions
(1996) Succès au DALF B2, Eiffel Editions
(1996) Succès au DALF B2, Eiffel Editions
(1995) Succès au DALF B4, Eiffel Editions
 
Λοιποί τίτλοι
(2000) Pérez - Bernal, Rosa María, Gramatica española para estudiantes griegos 1 Inicial, Polyglot [επιμέλεια, επιμέλεια σειράς]
(1999) Pérez - Bernal, Rosa María, Gramatica española para estudiantes griegos 1 inicial, Polyglot [επιμέλεια, επιμέλεια σειράς]
(1996) Guide pédagogique, Eiffel Editions [επιμέλεια, επιμέλεια σειράς]





Έχει επεξεργασθεί από την Σοφια Λουκα

Πηγή:http://educandus.forumotion.com/t582-topic
Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΕ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ (του συγγραφέα και δάσκαλου ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΕΚΟΥ)

Δημητρης Μπεκος
Δημήτρης Μπέκος
Ο Δημήτρης Μπέκος γεννήθηκε το 1950 στη Συκιά Φωκίδος και μεγάλωσε στην Αθήνα.
Σπούδασε "Langue et Litterature Francaises" στο Πανεπιστήμιο της Rennes και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφία, με εξειδίκευση στις "Ph. Sciences et Theories des formes de l' Education" στο Πανεπιστήμιο του Strasbourg.
Έχει παρακολουθήσει σε διάφορα Πανεπιστήμια κύκλους σπουδών που αφορούν στη Λογοτεχνία (συγκριτική λογοτεχνία, κριτική λογοτεχνίας), στη Λαογραφία (μυθολογία των λαών της λεκάνης της Μεσογείου, Ελληνικό δημοτικό τραγούδι), στη Φιλοσοφία (αρχαία ελληνική φιλοσοφία), στη Ψυχολογία - Κοινωνιολογία (συμπεριφορισμό, ψυχοκριτική), έχει εκπονήσει αρκετές μελέτες και δίνει σειρά διαλέξεων.
Υπηρέτησε επί σειρά ετών στην Εκπαίδευση και στο Δημόσιο, σαν έφορος βιβλιοθηκών και πινακοθηκών.
Το 1975 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο και από τότε ασχολείται συνεχώς με τη συγγραφή και την έρευνα.
Το πρόσωπό σου αντιφέγγιζε,
κι ένα αεράκι αλαργινό έφτανε γιομάτο μυρωδιές,
από γιασεμί, αρμύρα κι έρωτα.






Σ΄ ΕΡΗΜΙΚΟ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ

Κάτω απ΄ το πολύ φεγγάρι
(που ΄χε ανασηκωθεί ολόγιομο καταμεσής στον ουρανό
για να σβύσει όλα τα καντηλέρια, τα διάσπαρτα στο στερέωμα),
τ΄ ολόγυμνο κορμί σου, φάνταζε διάφανο,
ίδιο αερικό.
Κι όλη η γης, έμοιαζε ν΄ αρμενίζει ανάλαφρα
πάνω σ΄ ένα γαλαχτερό διάχυτο φως.
Το πρόσωπό σου αντιφέγγιζε,
κι ένα αεράκι αλαργινό έφτανε γιομάτο μυρωδιές,
από γιασεμί, αρμύρα κι έρωτα.
Αναδυόσουν, ίδια αρχέγονη Νηρηίδα,
απ ΄τη στραφταλιστή αγκαλιά του γαληνεμένου γαλάζιου.
Τα μάτια σου, λάγνα κι αμυγδαλωτά,
κόχευαν το γαυριασμένο αρσενικό απέναντί σου,
προκαλώντας το για σφιχταγκάλιασμα
στα σκιερά στενορύμια του πόθου.
Κάτι σαν παράκληση, μα και μετέωρη απειλή.
Γόργωσες το βήμα σου πάνω στην ψιλή άμμο
και με μιά απότομη κι αποφασιστική κίνηση
έλυσες τη μακριά κι ανέμελη κόμη σου,
τίναξες προς τα πίσω τ΄αγέρωχο κεφάλι σου,
κι η ατίθαση χαίτη
χύθηκε στους στρογγυλεμένους ώμους
στοχεύοντας ξεδιάντροπα τα καλλίπυγα ανάγλυφα,
της αέρινης σιλουέτας .
Άπλωσα τα μπράτσα ν΄ αδράξω σφιχτά τη Νηρηίδα
σε μιά πάλη άγρια και σιωπηλή,
όμοια με κείνο το αρχέγονο ερωτοσμίξιμο
του Πηλέα με τη θαλασσοθεά , τη Θέτιδα,
μια μυθική νύχτα με πανσέληνο
στις απότομες ακτές του Πηλίου.
... Η καρδιά μου κίνησε να πλαταίνει
για να χωρέσει όλη τούτη την ομορφιά
που της δινόταν
μεσ΄ την άκρα σιγαλιά της έρημης ακτής ...
Τούτος ο ανυπόταχτος λογισμός
π΄ ανάδευε τις χρονοστιβάδες της ζωής,
με βρήκε μίλια μακριά,
σε μια μισοφωτισμένη μικρόχωρη κάμαρα,
κι άρχισε να γοργοδιαβαίνει απ΄ το νου στην καρδιά
κι απ΄ την καρδιά στο κορμί.
Μέχρι που αποφασιστικά ,
κατέβηκε ως το χέρι.
"Ανιστόρισε", το πρόσταξε.
Έπιασα το μολύβι.
Μα μπροστά στα είκοσι τέσσερα γράμματα,
λύθηκαν τα γόνατά μου κι ορθοτρίχησα.
Όταν αραδιάζεις την αλφάβητο πάνω στο λευκό χαρτί,
οι λέξεις ζευγαρώνουν αναίσχυντα:
Διαλαλούν αχαλίνωτα αυτά που δε θες να μολογήσεις
κι αποκρύβουν πεισματικά
εκείνα που ποθείς να ιστορηθούν.
Κι όπως λεν ότι,
οι λέξεις βγάζουν φτερά και παίρνουν δρόμο,
πως εσύ να τις συμμαζώξεις;
Μοχτούσα ώρα πολλή
να ορντινιάσω γράμματα και συλλαβές μεσ΄το μυαλό μου
για να τις στεριώσω κατά πως θέλω,
πάνω στο λευκό χαρτί,
ώσπου τα ματόφυλλα σφάλισαν
και βυθίστηκα στον κόρφο του Μορφέα.
Κοιμόταν το κορμί,
μα η καρδιά π΄ αγρυπνούσε,
γροίκησε το σάλαγο των ποδιών σου πάνω στη λεπτή άμμο
κι οσμίστηκε την αύρα του κορμιού σου
να ΄ρχεται από χρόνια μακριά .
Ποντίστηκ΄ η καρδιά στη σάρκα
κι εκείνη κατακλύστηκε από εωσφορική πεθυμιά.
Κι όλα που ΄χα να πω ,
γένικαν στ΄ όνειρο,
πιο αληθινά κι απ΄ την αλήθεια.
Ξημέρωσε .
Το χαρτί είχε ξωμείνει μπρος μου
μοναχό, λευκό,
κι αμόλυντο
απ΄ τα λόγια τ΄ ανείπωτα.
Μα η άσπιλη λευκότης,
ανάδευε μια φλύαρη σιωπή...
Ποιός να το πρόσμενε,
κείνη τη μακρινή νύχτα
που σμίξαμε σ΄ ερημικό ακρογιάλι
κάτω απ ΄ το πολύ φεγγάρι,
πως τούτα τα μελλούμενα θα ζωντάνευαν
μέσα σε μιά ταπεινή κάμαρα,
όπου η λογοχείμαρρη σιωπή,
ακόμα μολογάει!
Γύζης Νικόλαος-Το τάμα, 1886

Πήραμε εμείς τη ζωγραφιά,
και την ανεβάσαμε σε περίβλεπτη θέση.
Κι ύστερα,
τον ταπεινό χιτώνα
τον φορτώσαμε
-όπως μας πείσανε πως το ΄χει ανάγκη-
με παράταιρο
ασήμι και χρυσάφι.

Δ.ΜΠΕΚΟΣ



ΤΑΜΑ

Βύθισε το χρωστήρα του
στα χρώματα της ανέχειας και της ταπεινοφροσύνης
κι έφτιαξε τη μορφή του Ναζωραίου,
ο ζωγράφος.
Καθρέφτισε στα μάτια του
τον πόνο της πληγής,
στην άκρη των χειλιών
του Γολγοθά την πίκρα,
κι έντυσε το κορμί
με φτωχικό χιτώνα.
Πήραμε εμείς τη ζωγραφιά,
και την ανεβάσαμε σε περίβλεπτη θέση.
Κι ύστερα,
τον ταπεινό χιτώνα
τον φορτώσαμε
-όπως μας πείσανε πως το ΄χει ανάγκη-
με παράταιρο
ασήμι και χρυσάφι.
Τόσο,
που ο Ναζωραίος καλύφτηκε ολάκαιρος.
Κι αντί μ΄ όλα τούτα
να του δώσουμε την τιμή
που θα του ΄πρεπε,
η θλίψη του για την βέβηλη ασέβεια
τον πληγώνει τώρα,
πιότερο
κι απ΄ τα καρφιά στο σταυρό.
Κι είναι κι ένας αβάσταχτος στοχασμός
που λογχίζει το λογισμό:
Γιατί, στη φτώχεια και τη σεμνότητα,
πρέπει να χτίζουμε πλούσια κι αλαζονικά παλάτια ;





Αποτέλεσμα εικόνας για ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ Η ΣΤΡΑΤΑ
Ρωτούσα τον καθένα τους,
που θα ΄βρω την ευτυχία!
Κι ο καθένας τους, μου ΄δινε και μια διάτα
κι ύστερα μου ΄δειχνε το σίγουρο μονοπάτι.


ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ Η ΣΤΡΑΤΑ

Στάθηκα σ΄ ένα τρίστρατο
και ρωτούσα τους κάθε λογής διαβατάρηδες :
Βοσκανθρώπους , σκορποχέρηδες και σοφούς
Ξυλοκόπους , κανταδόρους κι άγιους
Τοκογλύφους , καλαμαράδες και πένητες
Γυναικοθήρες, γλεντοκόπους, κι ασκητές
Αρχοντοπούλες, τροτέζες, και καλογριές...

Ρωτούσα τον καθένα τους,
που θα ΄βρω την ευτυχία!
Κι ο καθένας τους, μου ΄δινε και μια διάτα
κι ύστερα μου ΄δειχνε το σίγουρο μονοπάτι.
"Πήγαινε από δω ", μου ΄λεγαν
"κυνήγα την, και θα την φτάσεις" .
Μα κυνηγώντας την, βολόδερνα
κι έβγαινα αγνάντιο στην άκρη του γκρεμού!
Σάστισα. Πλάνταξα.
Έφραξα τ΄ αυτιά μου, σφάλισα τα μάτια μου
κι αγκουσεμένος έγειρα κι αποκοιμήθηκα.
Πήρε να γλυκοχαράζει
κι ένα πετειναράκι έπιασε να βραχνολαλεί
με το ράμφος του σηκωμένο ψηλά στον ουρανό.
Τέντωσα τ΄ αυτί.
"Θέλεις στ΄ αλήθεια να ξαλαφρώσεις;" με βραχνορώτησε.
"Θέλω" , έσυρα μια φωνή.
"Μίλα, κι ότι μου πεις θα το βαστάξω".
Στύλωσα τ΄ αυτί, ν΄ αφουγκραστώ το πετεινάρι.
"Τήρα τούτη την πεταλούδα
που δίχως σάλαγο σε γυροφέρνει.
Κυνήγα τη,
και ΄κείνη θ΄ αρχίσει το φευγιό.
Θα γίνει άφαντη.
Στάσου γαληνεμένος,
και θα ΄ρθει να σταθεί στο πέτο σου,
στο μέρος της καρδιάς!"
Ανακάθισα πάνω στην πέτρα, κάτω απ΄ το γεροπλάτανο.
Νίφτηκα με γάργαρο νερό.
Οι ζάρες της αγωνίας έσβησαν απ΄ το μεσοφρύδι μου.
Κι είδα για πρώτη φορά τον κόσμο μ΄ άλλα μάτια.
Το κορμί μου γιόμισε πεταλούδες!!
"Η μεγαλύτερη πηγή δυστυχίας
είναι η αγωνία κι ο μόχτος για το πολυκύμαντο κυνήγι της ευτυχίας"
μουρμούρισε το θρόισμα των φύλλων του γεροπλάτανου.



  Δεν είσαι πια το αγένειο μειράκιο
που μόλις έβλεπες το θηλυκό το περγελούσες,
γιατί το "μικρό σου καράβι ήταν αταξίδευτο".
Ύστερα,
με το πρώτο χνούδι στο πρόσωπο,
σαν πρωτανάσανες τη μυρουδιά απ΄ τη γυναικεία μασχάλη,
θόλωσε το μυαλό σου,
κι ευθύς αφανίστηκαν ο Ρεμπώ κι ο Μποντλαίρ
κι ότι απόμεινε στη μικρή κάμαρη ήταν
το κορμί της Φρανσέζας δασκάλας σου των γαλλικών,
που μεσ΄ το μυαλό σου την ξεγύμνωσες σαν ώριμο σύκο



Τ΄ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ


- Πατέρα, αγαπημένε μου,
πως ψυχανεμίστηκες πως είμ΄ εδώ
κι έγινες όνειρο για να μ΄ ανταμώσεις ;
- Ήρθα σιμά σου ακολουθώντας την αύρα της αγάπης, γιέ μου,
να μου ιστορίσεις τι θολερό βαθιά μέσα σου, μοχτάς να λαγαρίσεις.
- Δεν κατέχω Πατέρα, αν είμαι θυμωμένος, θλιμμένος ή χαρούμενος.
Όλα τούτα, ένα κουβάρι μπλεγμένο εντός μου
που μου γυρεύουν να τα ξεδιαλύνω.
- Στη Μάνα Γη, γιέ μου, όλα φυτρώνουν, ανθίζουν, καρπίζουν, μαραίνονται,
ο σπόρος πέφτει βαθειά στον κόλπο της Μάνας
με τη σιγουριά ότι θα σαπίσει,
για να φυτρώσει και να ξανάρθει η ποθούμενη άνοιξη!
- Σοφέ Πατέρα μου ,
πιότερο με μπέρδεψε τούτος ο γρίφος.
Ξεδιάλυσέ μου, τι πάει να πει αυτό;
- Κάποτε, γιέ μου, αρκούδιζες στα τέσσερα
και το στοματάκι σου βάβιζε σα νιογέννητο κουτάβι.
Τώρα το μυαλουδάκι σου έγινε μυαλό
που μοχτάει μερονυχτίς να βρει απαντήσεις.
Η καρδιά σου στηθοχτυπιέται για λευτεριά.
Τα μάτια σου γένηκαν δυό κάρβουνα αναμμένα.
Δεν είσαι πια το αγένειο μειράκιο
που μόλις έβλεπες το θηλυκό το περγελούσες,
γιατί το "μικρό σου καράβι ήταν αταξίδευτο".
Ύστερα,
με το πρώτο χνούδι στο πρόσωπο,
σαν πρωτανάσανες τη μυρουδιά απ΄ τη γυναικεία μασχάλη,
θόλωσε το μυαλό σου,
κι ευθύς αφανίστηκαν ο Ρεμπώ κι ο Μποντλαίρ
κι ότι απόμεινε στη μικρή κάμαρη ήταν
το κορμί της Φρανσέζας δασκάλας σου των γαλλικών,
που μεσ΄ το μυαλό σου την ξεγύμνωσες σαν ώριμο σύκο.
Μια πρωτόγνωρη γλύκα κυρίεψε το κορμί σου,
ξεκινώντας απ΄ τ΄ αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο,
πήγε στο λαιμό, κι ύστερα κατέβηκε στην κοιλιά.
Η μαγνητισμένη παλάμη σου
την ακράγγιξε δήθεν τυχαία στο μπράτσο
- ή στο γλουτό, τι σημασία έχει -
Μα σαν αντίκρισες τη Φρανσέζα
να σε λογχίζει με ΄κείνη τη φλογερή ματιά
που μέσα της στραφτοβολούσαν άντρες και πεθυμιά,
δεν τόλμησες να ξεστομίσεις λόγο.
Χαμήλωσες τα μάτια , σήκωσες το μάνταλο της πόρτας
και χάθηκες πανικοβλημένος στο μούχρωμα.
Σε κατάτρεχε ακόμα εκείνο το καταραμένο δέντρο της γνώσης
κι ο αρχαίος όφις που σού ΄χαν ιστορίσει.
Και ξέμεινε το ξαναμμένο θηλυκό,
ατρύγητο αμπέλι , στην άδεια κάμαρα.
Μα όταν το χνούδι σου έγινε γένι
κι η φωνή σου χόντρυνε,
σαν έφτασε στα ρουθούνια σου η γιαβάσικη μυρουδιά
απ΄ τον κόρφο του προαιώνιου θηλυκού,
τ΄ ανασκέλωσες, σαν Άγιος Σάτυρος, πάνω στο χορτάρι
κι έτριξαν τα κόκκαλά του σπαρταρώντας ,
απ΄ την πρωτόγονη λαχτάρα να δεχτεί το σπόρο.
Κι ύστερα,
γυρεύοντας μια ασύδοτη λευτεριά,
αφουγκραζόσουν άναρχα,
άλλοτε τις πεθυμιές του κορμιού
που τις άφηνες να σ΄ οδηγήσουν
σε ξώπετσες χαρές,
άλλοτε τις ανεξέλεγκτες ορμήνιες της καρδιάς
που σε ξεστράτιζαν
άλλοτε αφηνόσουν να σε παρασέρνουν
οι παράταιρες περιέργειες του νου
- Πατέρα, γιατί μου λες πράγματα που με κάνουν να ντρέπουμαι;
Δεν έχεις άλλα, αλλιώτικα να πεις;
- Μα εγώ είμαι περήφανος γι ΄ αυτά, γιέ μου,
γιατί αυτά σε οδήγησαν σε ξάγρυπνα δημιουργικά δωμάτια.
Άκου λοιπόν και τ΄ άλλα:
Χρόνια πολλά μοχτάς σκυμένος μερονυχτίς
πάνω από σωρούς βιβλίων,
σαν το διψασμένο κυνηγιάρικο ζαγάρι
που σκύβει στα ολόδροσα λαγαρά νερά στ΄ αυλάκι της Μεγάλης Βρύσης,
για να ξεδιψάσει ως τ΄ ακρόνυχα των ποδιών του.
Χρόνια πολλά τώρα ,
κυλάς μαύρα σημάδια, πάνω στ΄ άσπρο χαρτί
κι ύστερα, τα ξαμολάς ν΄ αρμενίσουν στου κόσμου το πέλαγο.
Κι όσο ο μόχτος σου απλώνεται,
τόσο η ευθύνη του δημιουργού σε βαραίνει.
Κι όταν σου άνοιξαν τις πόρτες για να πεις
"αυτά που πρέπει να ειπωθούν",
εσύ , για να παραμείνεις ορθός στην άκρη του γκρεμού,
αναρωτήθηκες :
Τι είν΄ άραγε αυτό που αξίζει αληθινά να ειπωθεί;
Ξέφυγες απ΄ την απάτη
πως τάχατε είσαι σπουδαίος
και ξεχωριστό πρόσωπο, προνομιούχο.
Αναγνώρισες τις αρετές και τα κουσούρια σου,
τα ζύγιασες και βγήκες λειψός.
Και τώρα πασχίζεις, γιέ μου,
τούτα τα αιώνια στοιχειά να τα φιλιώσεις
το ένα με τ΄ άλλο:
το Νου, την Καρδιά και το Κορμί ,
και να γενούν τα τρία αντάμα ένα ποικιλοκάρπερο χωράφι
που να το καλλιεργείς ενιαίο και χαρούμενος.
Και μόλις νόησες τι θεριό είσαι,
λυτρώθηκες από φοβικές απαράβατες εντολές
και παρέβηκες τους άτιμους νόμους .
Νίκησες την αρετή
κι ηττήθηκες απ΄ την κακία
όμως τόσο, ώστε τίποτα να μη γίνεται
ούτε θεϊκό, μήτε ανθρώπινο.
Ναι. Πλήρωσες το φόρο σου.
Πληγώθηκες, πόνεσες
αποδοκιμάστηκες, απαξιώθηκες
μα εσύ πέρασες υπομονετικά ανάμεσα στις πέτρες που σε στόχευαν,
ατάραχος, αλέκιαστος και σιωπηλός,
χωρίς να συνορίζεσαι.
Ίσως, γιατί έχεις γευτεί την απλοχωριά των ιδεών.
Καλές ή κακές, μην περιμένεις να σου πει με σιγουριά κανείς.
Μα ήταν πέρα απ΄ τη σκλαβιά της αμοιβής ή της τιμωρίας.
Ταξιδευτής,
- άξιος γιός της ράτσας σου -
σεργιάνησες, στο χρόνο, στο χώρο ,
στην αγάπη, στον έρωτα, στη γνώση..
Γέμισε η καρδιά σου αλλόκοτη ευτυχία,
Θωρώντας απ΄ τις κορφές των βουνών,
τα οργωμένα χωράφια και τα σκιερά δάση.
Οσμίζοντας ένα παλιό βιβλίο,
αλλά και τον κόρφο του ξαναμμένου θηλυκού.
Αφουγκράστηκες το πουρνό, το λάλημα του κοκκινολαίμη,
αλλά και στο δειλινό, το κύμα να ερωτοτροπεί
γλύφοντας νωχελικά την έρημη αμμουδιά.
Άγγιξες μια μετέωρη δροσοσταλίδα,
αλλά ψαχούλεψες και τη ροζιασμένη παλάμη του δουλευτή.
Δοκίμασες τον απαγορευμένο καρπό,
αλλά κι όλους τους καρπούς του δάσους
που συντύχαιναν στο διάβα σου.
Μπήκαν μέσα σου όλα τα θαύματα
κι όλα τα πάθια της ζωής
κι εσύ αντιδονείς κάθε φορά,
σαν την αναστάσιμη ανάσα του κλαρίνου,
σαν το επιδέξιο δοξάρι της βροντόλυρας
.
Πότε, μ΄ ένα
λεβέντικο τσάμικο,
πολεμικό Πυρρίχιο,
νικητήριο Πεντοζάλη,
βαρύ Απτάλικο,
χοροπηδηχτό Ικαριώτικο,
ερωτική Σούστα...
Στην αβεβαιότητα και στη βεβαιότητα ,
στον Έρωτα και στο Θάνατο.
Και τώρα, κάνεις την αποκοτιά
ν΄ αντιμετριέσαι
το κεφάλι ψηλά, χωρίς αναίδεια,
με την ελπίδα και το φόβο.
Σέβεσαι την ουσία
που όσο τη γυρεύεις
τόσο αλλάζει ονόματα κι αλαργεύει.
Χωρίς την απλοϊκή βεβαιότητα ότι θα τη φτάσεις
ή την αφέλεια ότι θα βρεις την ποθούμενη ευτυχία.
- Όμως, Πατέρα,
ξάμωσα να του αντειπώ...
Μα ΄κείνος είχε ξαναγυρίσει στον κόσμο του.
Με τ΄ όνειρο να κρέμεται ακόμα στα μισάνοιχτα βλέφαρά μου,
τον θώρησα από μακριά ν΄ αλαργεύει,
να μπαίνει στο φράχτη
με τα μαύρα κυπαρίσσια και τους λευκούς σταυρούς,
και το τσόφλι της Γής να κλείνει με σεβασμό πίσω του.
Σοφέ μου Πατέρα, σ΄ Ευχαριστώ!
Κι αν καμιά φορά κάνει κρύο εκεί που είσαι,
να σκεπάζεσαι με την αγάπη μου.



Αφουγκράσου τη βραχνή σπαραχτική ανάσα
που αναδύεται απ΄ τα νεφρά του παραδομένου θηλυκού,
ανάσα που μεσ΄ την απύθμενη σιγαλιά
φαντάζει βρυχηθμός αζευγάρωτου αγριμιού.


Γυμνάσματα

Κόχεψε με τα μάτια σου το κορμί του θηλυκού
που σε διάλεξε.
Δες το πως σπαράζει αχνίζοντας,
έτοιμο να σου δοθεί
πάνω στην αμόλυντη πέτρα,
κάστρο απόρθητο
που με θαμπωμένη φωνή σε καλεί να το κουρσέψεις
μέσα στο ανερμήνευτο μούχρωμα,
διψασμένο ανέγγιχτο αγριολούλουδο
που προσμένει τη Σελήνη να σταλάξει
πάνω του, τις ζωηφόρες δροσοσταλίδες.
Αφουγκράσου τη βραχνή σπαραχτική ανάσα
που αναδύεται απ΄ τα νεφρά του παραδομένου θηλυκού,
ανάσα που μεσ΄ την απύθμενη σιγαλιά
φαντάζει βρυχηθμός αζευγάρωτου αγριμιού.
Ανέβα στ΄ ακράνυχα τα σκαλοπάτια της πεθυμιάς,
άγγιξε, οσμίσου, ψαχούλεψε με τ΄ ακροδάχτυλά σου,
ν΄ ανακαλύψεις τα προαιώνια κρυμμένα μυστικά
των πτυχών του θηλυκού κορμιού,
του ψημένου με πελαγίσια αλμύρα
και μυρωμένου με βασιλικό κι αγιόκλημα.
Κι ύστερα,
σκύψε, λάτρεψε
κι ανακάτωσε τα χνώτα σου
με την ανάσα της παραδομένης κόρης,
που σου προσφέρει τις τολμηρές καμπύλες της
καρτερώντας σε να τις σεργιανίσεις ,
όπως το επιδέξιο δοξάρι περιπλανιέται στις χορδές καλοκουρδισμένου βιολιού.. .
Μα τώρα που,
(ταξινομώντας τερψίθυμες λέξεις
που μετουσιώθηκαν σε νηφάλιο Λόγο),
έπλασες τη γυναίκα
και την κρυστάλλωσες νυν και αεί
ξαπλωμένη νωχελικά πάνω στο λευκό χαρτί σου,
(μια αιωνιότητα πιότερο σίγουρη απ΄ την αιωνιότητα,
γιατί δεν είναι από χώμα και νερό για να ΄χει τέλος)
μη λησμονάς την παλιά ανατολίτικη παροιμία:

"Σαν καβαλικέψεις τίγρη, δε μπορείς πιά να ξεπεζέψεις"






Βάρα ωρέ το νταϊρέ
και πιάσου στο χορό μωρέ
να γένει η αρρώστια έρωντας
και δραστικό ραβέντι.

Γιαράδες της ακολουθίας των "ρο" ,
που γένηκαν γιαρέδες του έρωντα.

Βάρα ωρέ το νταϊρέ
και πιάσου στο χορό μωρέ
να γένει η αρρώστια έρωντας
και δραστικό ραβέντι.
Σ΄ όποιο ντερσέκι κι αν βρεθώ
καθόλου δε ντηριέμαι
κρατώ παντζέχρι δυνατό
για τον οσκρό της κόμπρας.
Ρέζιγο είν΄ το δίκροτο
εκειού που λαθρακιάζει,
φορεί στα χέρια σίδερα
και πράγκες στα ποδάρια.
Χαϊνης ΄γω στα κράκουρα
ράϊ ποτέ δεν κάνω,
για γρέκια έχω τα κρημνά
τσέργα την κατσιφάρα.
Βαράτε ωρέ το νταγερέ
κι αδράξτε το κλαρίνο,
για να πιαστούμε στο χορό
στις Γκιώνας τις μαδάρες.
................
(Γλωσσάρι ντοπιολαλιών, απ΄ όλη την Ελλάδα)
νταϊρές ή νταγερές=ντέφι, ραβέντι=φαρμακευτικό φυτό, ντερσέκι=σταυροδρόμι, ντηριέμαι=φοβάμαι, παντζέχρι=αντιφάρμακο, οσκρός=κεντρί, δηλητήριο, Ρέζιγο=επισφαλές, δίκροτο=πολεμικὸ πλοίο που έχει τέσσερις αμφίπλευρες συστοιχίες πυροβόλων, λαθρακιάζω=με τρώει το σαράκι, πράγκα=σίδερα στα πόδια φυλακισμένου, Χαϊνης=αντάρτης, κράκουρα=κορφοβούνια, ράϊ=υποταγή, γρέκι= λημέρι, καταφύγιο, πρόχειρο αχυροκάλυβο, κρησφύγετο άγριου ζώου, τσέργα=βελέτζα, κατσιφάρα=καταχνιά, χαράκι=μεγάλος βράχος, μαδάρα=γυμνό βουνό πάνω από 1400μ, Γιαράς=λαβωματιά, γιαρές=παθιάρικο αργόσυρτο τραγούδι.






Κι ύστερα
Θα γύρω πάνω του
και βυθισμένος στη φλύαρη τη γλώσσα της σιωπής
θα ξυπνήσω Καθαρμένος,
Αναγεννημένος,
και Νικητής !!!


ΥΦΑΔΙ

Τούτο το σαββατοκύριακο, θα κάτσω στον αργαλειό να πλέξω
υφάδι αντρομιδίσιο!
Για κεντίδια
θα ΄χει όλους αυτούς π΄ αγάπησα,
τους Φίλους,
κι εκείνες που μ΄ αγάπησαν,

Θα 'χει ακόμα,
Τις ομορφιές π΄ αγνάντεψα απ΄ τις ψηλές κορφούλες,
Τα λόγια που βάλσαμο ήταν στην καρδία,
Το λάλημα του σπίνου,
το θρόϊσμα των φύλλων και τα χινοπωριάτικα χρώματα
Τις μουσικές και τους στίχους που με σημάδεψαν,
Τα όνειρα που πρόλαβα να πραγματοποιήσω...
αλλά και τα άλλα..
Θα ρίξω μέσα του κι ένα χαμίνι σύγνεφο
για το σεργιάνι στις ξαστεριές του γαλαξία
...............................................................
Κι ύστερα
Θα γύρω πάνω του
και βυθισμένος στη φλύαρη τη γλώσσα της σιωπής
θα ξυπνήσω Καθαρμένος,
Αναγεννημένος,
και Νικητής !!!





ΠΗΓΗ:https://www.facebook.com/dimitris.bekos.77?fref=ts





Διαβάστε Περισσότερα »