Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Σώπα Λουκά, οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτάνε.



Λουκάς Θάνος Αθήνα 2017

Ακούω τον Νίκο στην ανέκδοτη αυτή ηχογράφηση.
Η ίδια έκπληξη, η ίδια αποκάλυψη όπως τότε πριν σαράντα χρόνια που τον πρωτοάκουσα στα Ριζίτικα. Τότε δεν ήξερα γιατί ήθελα μόνο τον Ξυλούρη να τραγουδίσει τα τραγούδια μου. 
Τώρα ακόμα δεν ξέρω, μόνο νιώθω όπως τότε μιά ιερή τελετουργία να διαπερνά από άκρη σ' άκρη το κορμί μου. Το απώτερο παρελθόν και το μέλλον του Απόλλωνα που χορεύουν τον Διόνυσο του παρόντος μου στους ήχους της ανυπότακτης Κρήτης με τη γλώσσα την Ελληνική... αυτή νομίζω την μεγάλη εντολή μου παραδίδει ο αρχαγγελικός φίλος μου. Είπα φίλος μου...πόσο τυχερός λοιπόν άνθρωπος είμαι...
Έγραφα τραγούδια από μικρός. 
Δεν ήθελα κανέναν να μου τα τραγουδήσει. Άκουσα τα Ριζίτικα. 
Η πρώτη μεγάλη μουσική αποκάλυψη για μένα. Ένας κόσμος απλώθηκε, άνοιξε με ελευθέρωσε ο ήχος. -Μόνο αυτή τη φωνή θέλω για τα τραγούδια μου πατέρα , είπα. - που να τον βρούμε τον Ξυλούρη παιδί μου, μου απάντησε σαστισμένα ο πατέρας μου... κι όμως τον βρήκαμε. Ήρθε στο σπίτι μας. Κάθησε στη πολυθρόνα, σταύρωσε τα πόδια ρούφιξε καυτό ελληνικό καφέ και μετά τσιγάρο ηδονικά. Του έμαθα την Μπαλάντα του κυρ Μέντιου και τους Πόνους της Παναγιάς την ίδια εκείνη πρώτη μέρα μας. - Θα τον κάνουμε αυτόν το δίσκο Λουκά θυμάμαι είπε...
Έχουν περάσει χρόνια, κάθομαι στην ίδια πολυθρόνα και γράφω κάτι σαν μιαν ανάμνηση κάποιου άλλου, σαν να μην ήμουν εγώ αυτός με τον Νίκο, αλλά ένα μικρό παιδί που αψηφούσε και το θάνατο ακόμα. Εγώ, αυτός, με το Ξυλούρη, κάτι σαν όνειρο στον ύπνο κάποιου άλλου όχι δικό μου. Με τον Νίκο Ξυλούρη εγώ, σκέψου, να τραγουδάμε μαζί στα σκαλοπάτια της ουτοπίας για την χείμερα του κόσμου τα ποιήματα της Ελλάδας του Βάρναλη του Καρυωτάκη του Αλεξάνδρου...
Πρίν λίγο καιρό του έστειλα ένα γράμμα νομίζω.
Προς Νίκο Ξυλούρη Πρώτο νεκροταφείο Ελλάδας.
…τι να κάνουμε Νίκο μου που πήγε τόσο αίμα, που πάμε ,τι είναι μάχη; του έγραψα.
Χτές και ενώ άκουγα την ανέκδοτη αυτή στιγμή του, πήρα τελικά το γράμμα του
...σώπα Λουκά, οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτάνε.
Ήπια μια γουλιά καφέ κι ένιωσα λίγο μόνος, μετά πήρα μια βαθιά ανάσα και ξεχύθηκα με μεγαλύτερη ορμή προς τον Προμηθέα...

Διαβάστε Περισσότερα »