Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΑΠΟ ΑΣΗΜΙ

ΠΗΓΗ :ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 13/7/2009

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=63053


Η «ΠΑΡΑΝΟΜΗ» ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΑΡΓΥΡΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ Κ. ΚΟΝΟΦΑΓΟ ΕΣΩΣΕ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΙΝΑ 5.000 ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΛΑΥΡΙΟΥ


Με σκουριά, λιγνίτη, σόδα και αλάτι... τέτοιες ημέρες πριν από 57 χρόνια ένας εικοσιοκτάχρονος αρχιμηχανικός στη Λαυρεωτική έσωσε κόσμο από την πείνα, εξασφαλίζοντας καθαρό άργυρο που πουλιόταν στη μαύρη αγορά προς 10 λίρες το κιλό. Τα πλακίδια δεν έφεραν ένδειξη προέλευσης επάνω τους, μεταφέρονταν στην ελβετική πρεσβεία, η οποία φιλοξενούσε τον διεθνή Ερυθρό Σταυρό. Εκεί, στον περίβολό της προσερχόταν με κάθε μυστικότητα μαυραγορίτης κοσμηματοπώλης της εποχής για να παραλάβει το ασήμι.

                           
Ο Κωνσταντίνος Κονοφάγος
ήταν αρχιμηχανικός στη Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου
Τον Απρίλη του '42 άρχισαν επιτέλους να οργανώνονται συσσίτια. Πρώτα αποκλειστικά για τους εργαζομένους στις εγκαταστάσεις της εταιρείας στο εργοστάσιο και στα μεταλλεία της Καμάρεζας, της Πλάκας και της Παλαιοκαμάρεζας.





Τα συσσίτια επεκτάθηκαν ευρύτερα στους πρώην εργαζομένους της Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου (ΓΕΜΛ) και γενικότερα στους κατοίκους της περιοχής.
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, αμέσως μετά την έναρξη των συσσιτίων τον Απρίλιο του 1942, παρατηρήθηκε μία σημαντική ανακούφιση του πληθυσμού και μια κάθετη πτώση των θανάτων στην πόλη.    



Πρύτανης και υπουργός
«Ολα αυτά οφείλονται στον Κωνσταντίνο Κονοφάγο, τον μετέπειτα καθηγητή και πρύτανη του ΕΜΠ στα δραματικά γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, όπου μαζί με ολόκληρη τη Σύγκλητο διακήρυξαν το απαραβίαστο του ακαδημαϊκού ασύλου», μας λέει η η Κωνσταντίνα Τσάιμου, καθηγήτρια στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. «Αργότερα, το 1974, εξελέγη βουλευτής Πρεβέζης και συμμετείχε στην κυβέρνηση Κ. Καραμανλή ως υπουργός Βιομηχανίας και Ενεργείας (1974-1977). Συνέγραψε επιστημονικά συγγράμματα Μεταλλογνωσίας και λογοτεχνικά έργα με το ψευδώνυμο Κ. Λότρης. Το 1940 το εργοστάσιο της ΓΕΜΛ τροφοδοτούσε την ελληνική αγορά μόνο με καθαρό μεταλλικό μόλυβδο και υποπροϊόντα μολύβδου. Ο άργυρος εξαγόταν αποκλειστικά στη Γαλλία, υπό τη μορφή τριπλού κράματος αργύρου-μολύβδου-ψευδαργύρου. Το 1940 γενικός διευθυντής της ΓΕΜΛ ήταν ο μεταλλειολόγος μηχανικός, Maurice Bremmer, βελγικής καταγωγής».
Οταν την 1η Μαΐου τα γερμανοϊταλικά στρατεύματα έφτασαν στο Λαύριο επιτάχθηκαν τα μεταλλεία και το εργοστάσιο. Οι μισθοί πείνας καθηλώθηκαν και οι Γερμανοί έδωσαν δύο επιλογές στους εργαζόμενους: Προσφορά υπηρεσίας στη Νέα Εταιρεία ή, εάν δεν το επιθυμούσαν, καταναγκαστική εργασία σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία.


Ο τάφος του στο Λαύριο κατασκευασμένος από σωρούς χοντρής σκουριάςΟ τάφος του στο Λαύριο κατασκευασμένος από σωρούς χοντρής σκουριάς

Τη νέα διοίκηση της εταιρείας ανέλαβε Ιταλός συνταγματάρχης χημικός μηχανικός, ενώ ταυτόχρονα μέσα στο εργοστάσιο εγκαταστάθηκαν μόνιμα 7 καραμπινιέροι.Την ίδια μέρα σε ιδιαίτερη συνάντηση που είχαν ο Κ. Κονοφάγος και ο γενικός διευθυντής Bremmer 




Ο Κονοφάγος ζήτησε από τον Bremmer, στην πρώτη καταγραφή προϊόντων που επρόκειτο να γίνει, να μη δηλώσουν στους Ιταλούς τον άργυρο που υπήρχε μέσα στους άμορφους σωρούς του τριπλού κράματος της εταιρείας. Τα άμορφα μεταλλουργικά ξαφρίσματα μολύβδου αφορούν αφρώδες μεταλλικό υλικό, που οπτικά μοιάζει με απόρριμμα.
«Προς μεγάλη έκπληξη του Κονοφάγου ο Bremmer δέχτηκε αμέσως», συμπληρώνει ο Η. Κ. Κονοφάγος, δρ. χημικός μηχανικός της Ecole Centrale των Παρισίων. «Κανείς όμως βεβαίως δεν ήξερε τότε ακόμη και δεν μπορούσε να το φανταστεί ότι ο Maurice Bremmer ήταν ήδη μέλος της γαλλικής αντίστασης. Αυτό διαπιστώθηκε πολύ αργότερα το 1948. Η πρόταση του Κονοφάγου έγινε πράξη. Πριν από την επικείμενη πρώτη καταγραφή των Ιταλών, πέταξαν ποσότητες ψιλής φτωχής σκουριάς πάνω στις άμορφες μάζες του τριπλού κράματος αργύρου, έτσι ώστε αυτές να μοιάζουν ακόμη περισσότερο για άχρηστο υλικό. Τον χειμώνα του '41-'42, οι ναζί εισάγουν στην Ελλάδα το μάρκο κατοχής με τη σκανδαλώδη αναλογία 1 μάρκο προς 60 δραχμές. Ταυτόχρονα, η ελληνική γεωργική σοδειά κατάσχεται ως λεία πόλεμου και το μεγαλύτερο μέρος της μεταφέρεται είτε στη Γερμανία είτε στη βόρεια Αφρική. Το Λαύριο, το οποίο παραδοσιακά δεν είχε καμιά γεωργική παραγωγή, κατέγραψε επίσημα μέσα σε 7 μήνες 800 θανάτους, και αυτό σε ένα σύνολο πληθυσμού 5.000 κατοίκων περίπου».
Ο Κωνσταντίνος Κονοφάγος σκέφθηκε ότι η μόνη λύση επιβίωσης ήταν η παραγωγή καθαρού αργύρου. Τυχόν όμως έπ' αυτοφώρω σύλληψη για διάθεση προϊόντος στη μαύρη αγορά είχε συνέπεια τον θάνατο με άμεση επί τόπου εκτέλεση. Το επιχείρημα φάνταζε αδύνατο μιας και ο άργυρος είχε τη μορφή τριπλού κράματος και τεχνικά μέσα για τον μεταλλουργικό καθαρισμό του, με απόσταξη σε υψηλές θερμοκρασίες, δεν υπήρχαν. Το ηλεκτρικό ρεύμα σπάνιζε, κοκ ή κάρβουνο δεν υπήρχε, καύσιμο πετρέλαιο δεν υπήρχε. Το μόνο που ευτυχώς υπήρχε ήταν κάποια ποσότητα φτωχού καύσιμου λιγνίτη, θαλάσσιο αλάτι και λίγη σόδα. Ο Κ. Κονοφάγος, για να πραγματοποιήσει το όραμά του, θα έπρεπε να βρει μία νέα μέθοδο παραγωγής αργύρου με ό,τι μέσα είχε στη διάθεσή του.
«Με τη βοήθεια 4 έμπιστων εργατών, άρχισε αμέσως δοκιμές με καθαρά χημικό τρόπο, αφήνοντας κατά μέρος τον κλασικό μεταλλουργικό τρόπο», προσθέτει ο Ν. Δερμάτης , δρ. ιστορικός του Πανεπιστημίου της Louvain-la-Neuve. «Πειραματιζόμενος συνεχώς επί 4,5 σκληρούς μήνες κατάφερε τελικά να το επιτύχει. Δύο όμως από τους τέσσερις έμπιστους εργάτες που τον βοηθούσαν πέθαναν μπροστά στα μάτια του από ασιτία και εξάντληση. Στις αρχές του Απρίλη του '42 άρχισε τελικά ο πρώτος χημικός καθαρισμός του τριπλού κράματος αργύρου από τον ψευδάργυρο με τη χρήση λιγνίτη, σόδας και θαλάσσιου άλατος. Αυτό έγινε μέσα στη μοναδική εν λειτουργία χαλύβδινη λεκάνη της εταιρείας, χωρητικότητας μόλις 2 τόνων (οι μεγαλύτερες απαιτούσαν επισκευή) και σε θερμοκρασία 650°C. Η χημική αντίδραση καθαρισμού πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες ισχυρής ανάδευσης του υγρού κράματος από άξονα εξοπλισμένο με πτερύγια που γύριζαν με ταχύτητα 125 περιστροφών το λεπτό. Μετά τον καθαρισμό, ο αργυρούχος μόλυβδος ήταν πλέον έτοιμος να οδηγηθεί στην κάμινο κυπέλλωσης για την παραγωγή αργύρου. Ευτυχώς κάμινος Κυπέλλωσης (ασημόφουρνος) υπήρχε στην εταιρεία και μάλιστα σε καλή κατάσταση. Ο άργυρος παραγόταν υπό τη μορφή μικρών πλακιδίων καθαρότητας 98,4%, που ευτυχώς ήταν αρκετή για διάθεσή τους στο εμπόριο».
Νύχτα και με προφύλαξη
Η παραγωγή αργύρου, για να μη γίνει αντιληπτή, έπρεπε να πραγματοποιηθεί νύχτα και μόνο νύχτα και με κάθε προφύλαξη. Ηταν η πρώτη φορά μετά τα αρχαία χρόνια, δηλαδή 2.000 χρόνια πριν, που τοπικά στο Λαύριο παρήχθη ξανά καθαρός μεταλλικός βιομηχανικός άργυρος. Η παραγωγή του 1942 ανήλθε συνολικά στα 611 κιλά και πουλήθηκε στη μαύρη αγορά προς 10 λίρες το κιλό.Τα πλακίδια του αργύρου, τα οποία δεν έφεραν καμία απολύτως ένδειξη προέλευσης επάνω τους, ο Bremmer τα μετέφερε μόνος του στην ελβετική πρεσβεία, που φιλοξενούσε τον διεθνή Ερυθρό Σταυρό. Εκεί, τα αγόραζε μαυραγορίτης κοσμηματοπώλης και με τα χρήματα ο Ερυθρός Σταυρός μπορούσε να τροφοδοτήσει το εργοστάσιο νόμιμα πλέον με όλα τα αναγκαία τρόφιμα. Η μέθοδος παραγωγής αργύρου, που επινόησε ο Κ. Κονοφάγος, εφαρμόστηκε μόνιμα από το 1946 μέχρι και το 1977, οπότε έκλεισαν οριστικά και τα μεταλλεία.
Ο πρώην πρύτανης του ΕΜΠ ζήτησε από τον δήμαρχο Λαυρίου, Κωνσταντίνο Πόγκα, να ταφεί και τάφηκε το 1989 στο κοιμητήριο του Αγ. Γεωργίου στο Θορικό στο Λαύριο, εκεί όπου επίσης τάφηκε το 1942 ο πρώτος εργάτης που του πέθανε από πείνα στις εγκαταστάσεις της Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου. Ο τάφος του (μνημείο φιλοτεχνημένο από τον καθηγητή Γ. Καλακαλλά, καθηγητή ΕΜΠ) κατασκευάστηκε από σωρούς χοντρής σκουριάς της δεκαετίας του 1940 της καμινείας του εργοστασίου της ΓΕΜΛ. *                    

                                                                     

Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

Κορνήλιος Καστοριάδης - Η χριστιανική ηθική


Θα έβλεπα δύο πολύ σημαντικά στοιχεία, που χαρακτηρίζουν τις διαπροσωπικές σχέσεις στην Ελλάδα και εκφράζονται με τις λέξεις φιλία και έλεος. Ας αρχίσουμε από την πρώτη. Ο Αριστοτέλης, ο οποίος είναι παραδόξως ο κατ’ εξοχήν φιλόσοφος της κλασικής πόλης, θα τη συζητήσει δια μακρών. Έχουμε συνηθίσει, μετά από τους Ρωμαίους, να μεταφράζουμε αυτή τη λέξη ως «amitié» («φιλική σχέση»), καθόλου δόκιμη απόδοση. Η φιλία προέρχεται από το ρήμα φιλώ, που σημαίνει αγαπώ. Όχι αγαπώ ερωτικά, αν και αυτό το νόημα είναι επίσης δυνατό.Η φιλία είναι το γένος, που σαν επιμέρους είδη του έχει τις διάφορες μορφές συναισθημάτων, που μπορούν να συνδέσουν τα άτομα. Και στην ελληνική πόλη, η φιλία έχει πολύ σημαντικές θεσμικές πτυχές. Βεβαίως, πρόκειται κυρίως για τη φιλική σχέση μεταξύ ανδρών, συχνά βάσει άτυπων πολιτικών συνδέσμων που ονομάζονται εταιρείαι, ενώ ο Πλάτων, όπως και ο Αριστοτέλης, θα πουν δικαίως, ότι η φιλία είναι κατ’ εξοχήν ο τύπος σχέσης, που μπορεί να ευδοκιμήσει και να αναπτυχθεί σε μια ελεύθερη κοινότητα και ότι μια τέτοια κοινότητα την προϋποθέτει.
Κατά κανόνα, η τυραννία δεν μπορεί να ανεχθεί τη φιλίαν (Πλάτων, «Πολιτεία», Ι, 576a, Αριστοτέλης, «Ηθικά Νικομάχεια», Θ, 1161a 30-35, 1161b 1-10). O τύραννος έχει κάθε συμφέρον να εμποδίσει την, ανεξάρτητα από αυτό τον ίδιο, δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, που θα μπορούσαν να ευνοήσουν τον αγώνα εναντίον της εξουσίας του και, εν πάση περιπτώσει, τη σύσταση μέσα στην κοινωνία ενός κέντρου αναφοράς που διαφεύγει του ελέγχου του. Μπορούμε να δούμε το πράγμα από μια μακιαβέλεια σκοπιά -δεν λέω μακιαβελική-, θέτοντας το ερώτημα του πώς πρέπει να ενεργήσει ο τύραννος για να κυβερνήσει. Απάντηση: πρέπει να καταστρέψει τις φιλικές σχέσεις. Ας μεταθέσουμε το ερώτημα στην εποχή μας: τι χρειάζεται ένα ολοκληρωτικό καθεστώς για να εξασφαλίσει τη θέση του; Να διαρρήξει με κάθε τρόπο όλες τις ανεξάρτητες από αυτό σχέσεις μέσα στην κοινωνία, να καταφέρει να κονιορτοποιήσει το λαό και να καταστήσει μοναδικό κέντρο αναφοράς και ενοποίησης τους την ίδια την εξουσία.
Δεν είναι εξ’ άλλου τυχαίο το γεγονός ότι, πολύ συχνά, οι αφηγήσεις των τυραννοκτόνων φέρνουν στο προσκήνιο φίλους, όπως στο περίφημο παράδειγμα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονος στην Αθήνα, οι οποίοι σκότωσαν τον Ίππαρχο, γιο του τυράννου Πεισίστρατου. Θα βρούμε και άλλους στη νότια Ιταλία… Επομένως, η πρώτη διαπροσωπική σχέση, που μετρά στην πολιτική ζωή της κοινότητας είναι η φιλία, θα επανέλθω.
Το δεύτερο στοιχείο, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Αριστοτέλη στον ορισμό της τραγωδίας, είναι ο έλεος -θα μπορούσαμε να πούμε επίσης η συμπάθεια-, δεν πρόκειται για οίκτο ή για κάπως δακρύβρεχτη συμπόνια, αλλά για το γεγονός ότι ο ένας μπαίνει στη θέση του άλλου και συμπάσχει, δηλαδή μεταφορικά, υφίσταται αυτό που κάνει τον άλλο να πάσχει, δεν μένει απαθής απέναντι στη δυστυχία του. Βρίσκουμε έτσι σε ένα λόγο του Δημοσθένη («Κατά Τιμοκράτους», 171,1) το απόσπασμα, όπου λέει, ότι κατά γενική ομολογία, πρέπει τους ασθενείς ελεείν, να επιδεικνύεται έλεος απέναντι στους αδύναμους, να λαμβάνεται υπόψη αυτό που τους συμβαίνει…
Η ιδέα, φυσικά, βρίσκεται ήδη στην Ιλιάδα. Σας θυμίζω τη σκηνή, στο τέλος του έπους, μεταξύ Αχιλλέως και Πριάμου. Βρίσκουμε εκεί όλο τον έλεον του κόσμου, ο καθένας μπαίνει στη θέση του άλλου, και μάλιστα με διάφορους τρόπους. Μπορούμε λοιπόν να συγκρατήσουμε από τη μια τη φιλίαν, και από την άλλη τον έλεον, ως τυπικά συναισθήματα, που αφορούν στις σχέσεις μεταξύ ατόμων. Το επαναλαμβάνω, έχουμε να κάνουμε εδώ, φυσικά, με μια άτυπη θέσμιση, κάτι σαν έθιμο, αλλά με την ισχυρή έννοια του όρου, δηλαδή αυτού, που κατά τα ειωθότα εφαρμόζεται στην πόλη.
Εδώ είναι αναγκαία μια παρέκβαση. Όταν μιλάμε για συναισθήματα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα θεμελιώδες γεγονός, που αποτελεί επίσης κοινοτυπία – και τις κοινοτυπίες δεν τις πολυσκεφτόμαστε∙ τα συναισθήματα δεν λειτουργούν κατά παραγγελία. Μπορούμε, μέχρι ενός σημείου, να κατευθύνουμε την εξωτερική μας συμπεριφορά και να κυριαρχήσουμε στα συναισθήματα μας. Δεν είναι όμως δυνατό να τα αλλάξουμε επιβάλλοντας τη θέληση μας ή από απλό ηθικό καθήκον. Το περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τα διαμορφώσουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας, όπως λέει ο Αριστοτέλης στην αρχή του δεύτερου βιβλίου των «Ηθικών Νικομαχείων»: «Ουτ’ άρα φύσει ούτε παρά φύσιν εγγίνονται αι αρεταί, αλλά πεφυκόσι μεν ημίν δέξασβαι αυτάς, τελειουμένοις δε δια του εθους». [Oι αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως - ούτε όμως και είναι αντίθετη προς τη φύση μας η γένεσή τους μέσα μας; η φύση μας έκανε επιδεκτικούς στις αρετές, τέλειοι όμως σ’ αυτές γινόμαστε με τη διαδικασία του έθους (1103a 25).]
Και ιδού ένα πολύ ωραίο ανέκδοτο: κάποιοι φίλοι του Σωκράτη γνώρισαν ένα διάσημο φυσιογνωμιστή, του έδειξαν από μακριά τον Σωκράτη και του ζήτησαν να περιγράφει το χαρακτήρα του. Εκείνος, αφού τον κοίταξε καλά, απάντησε, ότι είναι ευέξαπτος και ανίκανος για αυτοέλεγχο, φιλήδονος, ψεύτης κ.λπ.. Κατάπληξη και γέλια των φίλων, που τα μετέφεραν όλα στον Σωκράτη. Έτσι ακριβώς ήμουν, τους απαντά· έκτοτε άλλαξα τον εαυτό μου, τα ελαττώματα όμως αυτά παρέμειναν χαραγμένα στο πρόσωπο μου (Κικέρων, Τusculanes, IV, 37).
Δεν πρέπει να ξεχάσουμε, ότι στην ελληνική αντίληψη -και ο Αριστοτέλης το αναφέρει ρητά-φιλία μόνο μεταξύ ίσων μπορεί να υπάρχει. Αυτό είναι εξάλλου που την ανάγει στο κατεξοχήν δημοκρατικό συναίσθημα, θα ήταν γελοίο, λέει, να φανταστούμε ότι δεσμοί φιλίας μπορούν να συνδέσουν ένα θνητό με τον Δία. Από την άλλη, το συναίσθημα αυτό απευθύνεται σε ό,τι αξιολογούμε θετικά στον άλλο. Αυτό μπορεί να φαίνεται αυτονόητο, αλλά μην ξεχνάτε ότι η χριστιανική θέση είναι εντελώς διαφορετική – θα επανέλθω επ’ αυτού. Βλέπετε λοιπόν, ότι η φιλία εξαρτάται, κατά μία έννοια, από την πολιτική θέσμιση της πόλης, δεδομένου ότι η ίδια η πόλη θέτει τα άτομα ως ίσα, δημιουργώντας ως εκ τούτου τις συνθήκες για αυτό τον τύπο δεσμών. Και ταυτόχρονα η πόλη βεβαίως δίνει σε καθένα από τα μέλη της τη δυνατότητα να εξυψωθεί ώστε να γίνει άξιο φιλίας.
Στην ελληνική αντίληψη φιλία μόνο μεταξύ ίσων μπορεί να υπάρχει.
Υποθέστε τώρα, ότι η θεμελιώδης ηθική προτροπή σε μια κοινότητα είναι η αγάπη, όχι η ανοχή ή η λύπηση, αλλά η αγάπη των πάντων ανεξάρτητα από το τι είναι ο καθένας, επιπλέον δε, ότι πρέπει η αγάπη αυτή να επιδεικνύεται ακόμη περισσότερο, όταν το άτομο δεν αξίζει ηθικά. Σε αυτό ακριβώς έγκειται, όπως ξέρουμε, το περιεχόμενο της χριστιανικής προτροπής σε ό,τι αφορά τις ατομικές σχέσεις. Ο πραγματικός χριστιανικός ήρωας είναι αυτός, που μπορεί να φιλήσει τις πληγές των λεπρών ή ο Χριστός της παραβολής του Dostoevsky, ο οποίος φιλά στο στόμα τον Μέγα Ιεροεξεταστή, που μόλις του εξήγησε τις ορθολογικές φρικαλεότητες, που γνωρίζετε.
Φυσικά, δεν υπάρχει τίποτα παρόμοιο στον ελληνικό κόσμο. Η φιλία απευθύνεται στον άλλο στο βαθμό που ενσαρκώνει μια αξία, στο μέτρο που είναι καλός καγαθός, δηλαδή ένα ον «καλό και ωραίο». Όσο για τον έλεον, απευθύνεται σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν πρόκειται για αγάπη. Είναι το γεγονός, ότι ο άλλος λαμβάνεται υπ’ όψη, η δυστυχία του μετρά και υπαγορεύει την ανάλογη δράση. Μπορεί να δείξει κανείς έλεον σε ένα λεπρό και να τον βοηθήσει χωρίς να τον αγαπά ούτε να αισθάνεται υποχρεωμένος να φιλήσει τις πληγές του.
Είναι αλήθεια, ότι βρίσκουμε στον ελληνικό πνευματικό κόσμο κάτι που σηματοδοτεί ταυτόχρονα ένα όριο και μια αλλαγή, και για το οποίο ελέχθη -κακώς- ότι προανήγγειλε το χριστιανισμό. Πρόκειται βεβαίως για τη θέση, που αποδίδει ο Πλάτων στον Σωκράτη, που προέρχεται πιθανότατα από τον Σωκράτη ως ιστορικό πρόσωπο και συνίσταται στην προτροπή του να μην απαντάς στο κακό με το κακό. Είναι προτιμότερο να υφίστασαι την αδικία παρά να τη διαπράττεις. Είναι όμως διαφορετικό να πεις: μην απαντάς στο κακό με το κακό, πράγμα που αφορά στη συμπεριφορά μας και εξαρτάται από εμάς, είναι, όπως λέει ο Αριστοτέλης, «εφ’ ημίν». Και είναι άλλο να λες: να αγαπάς αυτόν που σου κάνει κακό. Αυτή η προτροπή δεν αφορά στη συμπεριφορά, αλλά στο συναίσθημα και είναι καθ’ αυτή παράλογη, διότι κανείς δεν μπορεί να κυριαρχήσει τα συναισθήματα του. Δεν συζητώ καν για το αν πρέπει ή όχι να αγαπάμε αυτούς που κάνουν κακό. Αν θεωρήσουμε όμως τι συνεπάγεται αυτό, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα, ότι όσο περισσότερο ο τάδε έχει βασανίσει στο Άουσβιτς, τόσο περισσότερο θα πρέπει να αγαπηθεί! Πρόταση απολύτως απορριπτέα.
Εδώ έγκειται η διπλοπροσωπία ή η θεμελιώδης υποκρισία του χριστιανισμού. Υποκρισία όχι με την τρέχουσα, αλλά με την οντολογική έννοια. Αυτό που προτείνεται εδώ είναι ένα είδος ψευδούς απολύτου, δεδομένου ότι πρόκειται για απόλυτο απολύτως μη πραγματοποιήσιμο και επομένως ανύπαρκτο. Και ζούμε κάτω ακριβώς από την τερατώδη κυριαρχία αυτής της αδύνατης ηθικής εδώ και σχεδόν δεκαεπτά αιώνες, πράγμα που φέρνει, φυσικά, καταστροφικά αποτελέσματα, όπως ο ουσιώδης διχασμός στον εσωτερικό κόσμο των ατόμων, που ο Ηegel είχε πολύ καθαρά δει. Όταν μιλά για τη δυστυχή συνείδηση, αναφέρεται κατά μία έννοια στο χριστιανισμό, που επιβάλλει στο άτομο έναν κανόνα, στον οποίο δεν μπορεί ποτέ να υπακούσει.
Εν ολίγοις, υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα σε μια ηθική, που λέει, ότι αυτός που κάνει το κακό (αυτό που θεωρώ, αυτό που θεωρούμε κακό) πρέπει παρά ταύτα να αντιμετωπίζεται ως άτομο, που δεν υποβιβάζεται εντελώς στο κακό που διαπράττει, ως άτομο, που μπορεί να αναπτύξει και άλλες δυνατότητες -αυτή η προτροπή έχει περιεχόμενο, δυνατότητα εφαρμογής, και αφορά σε μια συμπεριφορά, όχι σε συναισθήματα- και μια άλλη που λέει, ότι αυτόν που κάνει το κακό πρέπει να τον αγαπάς εξ’ ίσου, και μάλιστα περισσότερο από τους άλλους – πράγμα που καταλήγει σε μια ηθική η οποία, κυριολεκτικά, θα μας προέτρεπε να αγαπάμε τον Χίτλερ και τον Στάλιν. Σχηματοποιώ φυσικά, αλλά αυτή η εναλλακτική λύση είναι σαφώς παρούσα.
Η χριστιανική ηθική καταλήγει να μεταμορφώσει το άτομο σε αιώνιο ένοχο, που παραμένει πάντοτε ανεπαρκές απέναντι στον κανόνα. Είναι ως εκ τούτου καταδικασμένο να συμβιβάζεται διαρκώς με αυτό τον κανόνα, να ζει μέσα στον κομφορμισμό και στη διπλοπροσωπία.
Η δεύτερη ηθική, η χριστιανική, της οποίας εξ’ άλλου θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τους προδρόμους στην Παλαιά Διαθήκη -η Καινή είναι από αυτή την άποψη λιγότερο ανακαινιστική απ’ όσο θα ήθελε-, καταλήγει επομένως να μεταμορφώσει το άτομο σε αιώνιο ένοχο, που παραμένει πάντοτε ανεπαρκές απέναντι στον κανόνα. Είναι ως εκ τούτου καταδικασμένο να συμβιβάζεται διαρκώς με αυτό τον κανόνα, να ζει μέσα στον κομφορμισμό και στη διπλοπροσωπία, σχετικοποιώντας, ως μη όφειλε, τα πράγματα.
Όσο για το κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, ο χριστιανισμός ξεκινά αγνοώντας το αναφανδόν: δεν μας αφορά, λένε τα ευαγγέλια, πάσα εξουσία εκ θεού, τα του Καίσαρος τω Καίσαρι (είναι η Προς Ρωμαίους Επιστολή) κ.λπ.. Έτσι καταλήγουμε αναγκαστικά σε μια σχάση, σε μια διάσπαση. Από τη μια ένας δημόσιος χώρος, θεσμισμένος, όπου ο Καίσαρ κάνει ό,τι έχει να κάνει και όπου, παρ’ όλες τις συζητήσεις περί αυτού, δεν βλέπουμε με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι κανόνες της ηθικής: ο εξομολογητής του βασιλιά μπορεί βεβαίως να του επιβάλλει μια μετάνοια επειδή διέταξε τη σφαγή μερικών χιλιάδων υπηκόων του, όμως αυτό δεν αλλάζει σε τίποτα τη νομιμότητα του βασιλιά. Από την άλλη, ένας ιδιωτικός χώρος, όπου ισχύει αυτή η μη πραγματοποιήσιμη προτροπή του να αγαπάς τον πλησίον σου, όποιος κι αν είναι αυτός, περισσότερο από τον εαυτό σου. Ασφαλώς, μετά τη θέσμισή του, ο χριστιανισμός απέκτησε εξαιρετική πνευματική ευρύτητα, οικειοποιούμενος μεγάλο τμήμα της αρχαίας φιλοσοφίας και των μεθόδων της, οπότε τα προβλήματα εμφανίζονται πιο επεξεργασμένα, συμπεριλαμβανομένων και των πολιτικών και ενεργοποιείται μια ολόκληρη σοφιστεία.
Όλα αυτά τα βρίσκουμε, από κάποια στιγμή και μετά, στους Πατέρες της Εκκλησίας και στη συνέχεια στους θεολόγους του Μεσαίωνα. Και τα επιχειρήματα εξακοντίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις: για να καταδικάσουν το φόνο του βασιλιά ή για να τον δικαιολογήσουν ή και τα δύο… επειδή έχει επανεισαχθεί στον δημόσιο χώρο κάτι σαν θείο φυσικό δίκαιο, που ο μονάρχης είναι παρά ταύτα υποχρεωμένος να σεβαστεί. Δεν επιτυγχάνεται όμως ποτέ μια συμφωνία, ένα μονοσήμαντο δόγμα. Παραμένει σε τελευταία ανάλυση αυτή η διπλοπροσωπία της θέσμισης, ανάμεσα σε μια πολιτική, που προέρχεται από την απλή πραγματικότητα και σε μια ηθική, που περιορίζεται στον ιδιωτικό βίο των ανθρώπων.
Όμως, το σημαντικό -αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος, που επέμεινα σε αυτή την παρέκβαση- είναι, ότι δεν υπάρχουν στον αρχαίο ελληνικό κόσμο η διπλοπροσωπία, το ενσωματωμένο ψέμα στην πραγματική λειτουργία της κοινωνίας και στην παράσταση, που φτιάχνει η ίδια για τον εαυτό της και η οποία εξακολουθεί να υφίσταται από το Μεσαίωνα μέχρι τον σύγχρονο κόσμο μας. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε, ότι απουσιάζει από όλες τις ιστορικές κοινωνίες, με εξαίρεση τις μονοθεϊστικές. Οι ασιάτες δεσπότες δεν θα πουν κάτι και θα κάνουν κάτι άλλο. Στην Ελλάδα, στη Ρώμη, δεν θα πουν, ότι όλα τα ανθρώπινα όντα είναι ίσα για να επικυρώσουν στη συνέχεια τις υπάρχουσες ιεραρχίες. Δεν θα ισχυριστούν, ότι η δικαιοσύνη οφείλει, να προέχει στις σχέσεις μεταξύ πόλεων, θα πουν ότι αυτό που υπερισχύει στις σχέσεις μεταξύ πόλεων, αν δεν είναι ίσες, είναι η βία. Δεν θα βρούμε όμως αυτές τις εξωφρενικές καταστάσεις, στις οποίες έχουμε από τη μια μεριά ένα διεθνές δίκαιο, που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει τη δικαιοσύνη στις σχέσεις μεταξύ Κρατών και από την άλλη παρεμβάσεις στη Νικαράγουα, στα νησιά Φόκλαντ, στο Αφγανιστάν κ.α., καταστάσεις στις οποίες το δίκαιο δεν παίζει απολύτως κανένα ρόλο. Εφιστώ την προσοχή σας σε αυτό το κεφαλαιώδες γεγονός: μία από τις συνθήκες ύπαρξης αυτού, που αποκαλούμε ιδεολογία -με την πραγματική έννοια του όρου και όχι με την έννοια που κολλά παντού, όπως στους αλθουσερικούς ή σε άλλους, που μιλάνε για ιδεολογία των Ελλήνων ή των Παπούα- είναι ακριβώς αυτός ο διχασμός ανάμεσα στο λέγειν και το πράττειν.
Μια τέτοια απόσταση ανάμεσα σε απατηλό λόγο και πραγματικότητα της κοινωνικής δράσης έχει σημαντικές προεκτάσεις. Μια πραγματική ηθική μόνο στα εφ’ ημίν, σε ό,τι εξαρτάται από εμάς, μπορεί να αναφέρεται. Και είναι ουσιώδες να αναγνωρίσουμε αυτόν ακριβώς το χώρο της ψυχικής ζωής, που ο άνθρωπος δεν ελέγχει – εξ’ άλλου δεν μπορούμε να δούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση τί θα σήμαινε ο έλεγχος. Μπορούμε να ελέγξουμε τη συμπεριφορά, που προέρχεται από τα συναισθήματα, όχι όμως τα ίδια τα συναισθήματα. Κατά συνέπεια, κάθε ηθική προτροπή απευθυνόμενη στα συναισθήματα είναι παράλογη. Ακόμη μεγαλύτερος παραλογισμός είναι η προσπάθεια επιβολής αδύνατων ή αντιφατικών συναισθημάτων.
Όποιος αγαπά όλο τον κόσμο φυσικά δεν αγαπά κανένα. Και όποιος αγαπά αυτό που μισεί δεν μισεί τίποτα – αλλά όποιος δεν μισεί τίποτα δεν επενδύει τίποτα συναισθηματικά. Πράγμα, που οριακά είναι δυνατό, αλλά αποτελεί εξ ορισμού αποκλειστικότητα ορισμένων ατόμων, χριστιανών αναχωρητών στην έρημο ή οπαδών του βουδισμού. Και η ύπαρξη αυτών των περιθωριακών ατόμων, ερημιτών ή αγίων επιτρέπει ταυτόχρονα στην κοινωνία να δικαιολογείται και να ενοχοποιείται δίνοντας στον εαυτό της την απατηλή απόδειξη της δυνατότητας να πραγματωθεί το διακηρυσσόμενο ιδεώδες. Ο άγιος τάδε το καταφέρνει, άρα η ηθική μας δεν είναι παράλογη· εμείς όμως δεν έχουμε το απαιτούμενο ανάστημα, πρέπει επομένως να εξιλασθούμε, να γονυπετήσουμε, να συνεισφέρουμε στους εράνους για την ανοικοδόμηση του ιερού ναού κ.λπ. – και ταυτόχρονα, αναμφίβολα, να μάθουμε να εξαπατάμε.
“Ο άγιος τάδε το καταφέρνει, άρα η ηθική μας δεν είναι παράλογη· εμείς όμως δεν έχουμε το απαιτούμενο ανάστημα, πρέπει επομένως να εξιλασθούμε, να γονυπετήσουμε, να συνεισφέρουμε στους εράνους για την ανοικοδόμηση του ιερού ναού κ.λπ. – και ταυτόχρονα, αναμφίβολα, να μάθουμε να εξαπατάμε”.
Ίσως υπήρξε κάποια στιγμή στην ιστορία του χριστιανισμού, που αυτή η διπλοπροσωπία δεν είχε ακόμη εμφανιστεί: Αναφέρομαι στους δύο πρώτους αιώνες της εξάπλωσής του (τον 2ο και τον 3ο μ.Χ. αιώνα) περίοδο, για την οποία έχει κανείς την εντύπωση σε μεγάλο βαθμό, ότι αυτοί οι χριστιανοί είχαν πράγματι παραιτηθεί από την εγκόσμια ζωή και περίμεναν ανά πάσα στιγμή τη Δευτέρα Παρουσία, την επιστροφή του Χριστού επί της γης. Ως εκ τούτου, η επίγεια ζωή -συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της ζωής των πολιτικών θεσμών- έχανε κάθε σημασία, αφού ο Μεσσίας θα εμφανιζόταν από τη μια στιγμή στην άλλη.
Υπό αυτές τις συνθήκες, όταν τα άτομα ζουν μια ζωή, που μόνο κατ’ όνομα είναι, ζωή, σε απόλυτη ετοιμότητα και με τις αποσκευές ανά χείρας για το ταξίδι στον άλλο κόσμο, είναι δυνατό να φανταστούμε εφαρμογή της χριστιανικής ηθικής που να μην αποτελεί διαρκή διπλοπροσωπία. Από τη στιγμή όμως που οι χριστιανοί εγκαθίστανται μόνιμα στη ζωή της κοινωνίας, και επομένως από τη στιγμή, όπου ο χριστιανισμός αναγνωρίζεται (το 313 μ.Χ., επί Κωνσταντίνου) και στη συνέχεια γίνεται η υποχρεωτική θρησκεία για όλους τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας επί ποινή διώξεων (384, ψήφισμα του Θεοδόσιου), η διπλοπροσωπία βρίσκεται στην καρδιά της χριστιανικής θέσμισης της κοινωνίας και η κατάσταση αυτή προεκτείνεται μέχρι τις μέρες μας με τη διάσταση ανάμεσα σε ένα δικαιολογητικό λόγο και στην πραγματικότητα.
Συμπεραίνοντας, ας επανέλθουμε σε δύο στοιχεία της άτυπης θέσμισης της κοινωνίας στην αρχαία Ελλάδα, δηλαδή τον έλεον και τη φιλίαν. Διαβάστε σχετικά ή ξαναδιαβάστε αυτό το υπέροχο χωρίο των «Ηθικών Νικομαχείων» (Η, 1155a 23-29), όπου ο Αριστοτέλης λέει, ότι πρόκειται για τη σημαντικότερη αρετή, σημαντικότερη ακόμη και από τη δικαιοσύνη, σε βαθμό που οι νομοθέτες δικαίως ασχολούνται περισσότερο με τη φιλία, παρά με τη δικαιοσύνη. Φράση πολύ περίεργη, που θα έπρεπε να αναλυθεί σε βάθος, τόσο σε σχέση με το ιστορικό ανάφορο, το οποίο έχει κατά νου ο Αριστοτέλης, όσο και για την κατανόηση της σημασίας της.
Όπως και να ‘χει το πράγμα, αντιμετωπίζει αρνητικά το γεγονός, ότι οι τύραννοι δεν συμβιβάζονται με τη φιλία μεταξύ πολιτών και προσθέτει, ότι αν η φιλία βασίλευε παντού στην πόλη, δεν θα υπήρχε ανάγκη δικαιοσύνης, διότι, όπως λέει η παροιμία, «τα πάντα είναι κοινά μεταξύ φίλων» («Ηθικά Νικομάχεια», Η, 1159 b 30). Χαράσσει έτσι ένα είδος προοπτικής – ορίου, ένα ιδεώδες, στο πλαίσιο του οποίου, ιδιαίτερα, το μεγάλο ερώτημα της διανεμητικής δικαιοσύνης (τι πρέπει να δοθεί σε ποιον;) δεν θα ετίθετο καν, δεδομένου, ότι δεν θα υπήρχε κανείς, που θα ήθελε να προστατεύσει τα αγαθά του ούτε θα είχε βλέψεις για τα αγαθά του άλλου, και όπου ακόμη και οι όροι «δικό μου» και «δικό σου» θα είχαν περιπέσει σε αχρησία.
Το κείμενο αποτελεί  απόσπασμα σεμιναρίου (1983) του Κορνήλιου Καστοριάδη, το οποίο έχει συμπεριληφθεί στην  “Ελληνική ιδιαιτερότητα, Τόμος Β΄, Η Πόλις και οι νόμοι” (εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2008, μετάφραση: Ζωή Καστοριάδη.Τίτλος και εικόνες δικά μου- Θ.Λ.)
Κορνήλιος Καστοριάδης (1922-1997) φιλόσοφος, οικονομολόγος και ψυχαναλυτής.

Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

Κβαντική φυσική, διαλεκτική και κοινωνία

Η κβαντική φυσική αποτελεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον τμήμα της σύγχρονης επιστημονικής έρευνας. Η θεωρία των κβάντων, αναπτυγμένη στις αρχές του 20ου αιώνα, επιτρέπει στους σημερινούς επιστήμονες να εισέλθουν σε νέα επίπεδα κατανόησης της ύλης και της κίνησης. Ένα νέο βιβλίο, Η κοινωνική επιστήμη των Κβάντων (Quantum Social Science), των Αντρέι Κρενίκοφ και Εμμάνουελ Χέιβεν προτείνει πως η εφαρμογή της λογικής της κβαντικής θεωρίας στα κοινωνικά συστήματα θα μπορούσε να οδηγήσει την κατανόησή μας για την ανθρώπινη κοινωνία σε νέα επίπεδα.
Έτσι, δίχως να έχουν επίγνωση, οι επιστήμονες αυτοί ακολουθούν τα ίχνη των Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς, οι οποίοι ανέπτυξαν τη λογική του διαλεκτικού υλισμού μέσω της φιλοσοφικής έρευνας του φυσικού κόσμου. Σε αυτή τη βάση, εφαρμόζοντας την επιστημονική λογική στην κοινωνία, ανέπτυξαν τη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού.

Η λογική πίσω από την κβαντική φυσική

Η κβαντομηχανική είναι περίπλοκη και καθώς καταλαμβάνει μια θέση στην αιχμή της ανθρώπινης γνώσης, αποτελεί ακόμα πεδίο ανταλλαγής αντίθετων επιχειρημάτων σχετικά με τη σωστή ερμηνεία και εξήγηση της κβαντικής θεωρίας. Όλα ξεκίνησαν με την παρατήρηση ότι το φως μπορεί να έχει δύο μορφές: αυτή του σωματιδίου και αυτή του κύματος.
Ο Νιλς Μπορ, διάσημος για μια σειρά από πειράματα σκέψης, τα οποία σκόπευαν να εξηγήσουν την κβαντική φυσική, έθεσε την υπόθεση ότι, με το να προσπαθήσουμε να μετρήσουμε το φως (αλλά και κάθε άλλο σωματίδιο) παρεμβαίνουμε αναπόφευκτα στο πώς αυτό συμπεριφέρεται. Το επιχείρημά του βασιζόταν στην υπόθεση ότι το ίδιο το όργανο μέτρησης επηρεάζει, με τυχαίο τρόπο και στα πλαίσια της μέτρησης, τα σωματίδια που μετρά και επομένως, προκαλεί μια σημαντική αλλαγή στη συμπεριφορά τους. Για αυτό το λόγο, υποστήριξε ότι το φως μπορεί να εμφανιστεί και ως σωματίδιο και ως κύμα, αλλά μόλις προσπαθήσουμε να το μετρήσουμε, τότε το φως, αναπόφευκτα, μετατρέπεται ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΑ ή σε σωματίδιο ή σε κύμα, ανάλογα με τη μέθοδο μέτρησης που χρησιμοποιείται. Κατ' επέκταση, δεν μπορεί να μετρηθεί και στις δύο μορφές ταυτόχρονα.
Η εκτίμηση αυτή, βασισμένη στην “Αρχή της Αβεβαιότητας” του Χάιζενμπεργκ, φέρνει στο προσκήνιο ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον σημείο σε σχέση με τη λογική της κβαντικής φυσικής. Για να εξηγήσει με ακρίβεια το φαινόμενο, ο Μπορ διαπίστωσε ότι όσο πιο ακριβής είναι η μέτρηση της θέσης ενός σωματιδίου, τόσο λιγότερο ακριβής είναι η μέτρηση της κίνησής του και αντίστροφα. Με άλλα λόγια, διαπίστωσε μια αντίθεση μεταξύ του σωματιδίου και της κίνησής του, μεταξύ της ύλης και της κίνησης.
Η αντίφαση αυτή βρίσκεται στο επίκεντρο της κατανόησης του σύμπαντος, καθώς είναι αδύνατο να αντιληφθούμε την ύλη χωρίς κίνηση. Όλη η ύλη βρίσκεται σε κίνηση: τα σωματίδια που αποτελούν τη βάση της ύλης βρίσκονται σε μια κατάσταση συνεχούς κίνησης, δόνησης και αλλαγής. Ο ίδιος ο πλανήτης Γη βρίσκεται συνεχώς σε κίνηση γύρω από τον ήλιο, και το ηλιακό μας σύστημα βρίσκεται σε συνεχή κίνηση χάρη στις περιστροφές του Γαλαξία, ο οποίος με τη σειρά του κινείται συνεχώς σε σχέση με τους άλλους γαλαξίες.

Τι είναι διαλεκτική;

Ο Ηράκλειτος, ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, είναι γνωστός για τις ρήσεις του: “Τα πάντα ρει, μηδέποτε κατά τ' αυτό μένειν” καθώς και ότι “Δεν μπορείς να μπεις στο ίδιο ποτάμι για δεύτερη φορά ”. Πρόκειται για τη θεώρηση της αέναης αλλαγής, κίνησης, αντίφασης και εσωτερικής σύνδεσης, στοιχεία που καθορίζουν τη διαλεκτική σκέψη.

Ο φιλόσοφος Ζήνων από την άλλη, προσπάθησε να δείξει τη χρησιμότητα της διαλεκτικής σκέψης στην κατανόηση του κόσμου, χρησιμοποιώντας πειράματα σκέψης. Έτσι, έθεσε το εξής ζήτημα:
Φανταστείτε ένα βέλος εν κινήσει. Σε κάθε μία απειροελάχιστη στιγμή στο χρόνο, (σαν μια σκηνή από ταινία) το βέλος ούτε κινείται προς την κατεύθυνση που έχει, αλλά ούτε και κινείται προς τη θέση στην οποία ήδη βρίσκεται. Επομένως, αφού σε κάθε ξεχωριστή στιγμή δεν υφίσταται κίνηση, πώς κινείται το βέλος;
Για να απαντήσουμε το ερώτημα αυτό, αναγκαζόμαστε να δεχτούμε κάτι, το οποίο μοιάζει αντιφατικό εν πρώτοις – ότι το βέλος, σε κάθε ξεχωριστή στιγμή, βρίσκεται σε περισσότερες από μια θέσεις. Αυτό το πείραμα σκέψης είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για να τονίσουμε την αντιφατική φύση της κίνησης της ύλης γενικότερα, στον κόσμο.
Ο Γερμανός φιλόσοφος, Χέγκελ, προχώρησε περαιτέρω προς την κατεύθυνση οργάνωσης της διαλεκτικής σε μια συστηματική μορφή. Ο Χέγκελ, αντί να προσπαθήσει να αποβάλλει τις διάφορες αντιφάσεις, βρήκε σε αυτές την πραγματική ώθηση για κάθε ανάπτυξη. Στην πραγματικότητα, ο Χέγκελ παρατήρησε ότι η αλληλοδιείσδυση των αντιθέτων δυνάμεων ως ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά κάθε φαινομένου. Η φιλοσοφία του Χέγκελ έγκειται στην αλληλεξάρτηση, όπου το μέσον και ο σκοπός, η αιτία και το αποτέλεσμα, συνεχώς αλλάζουν θέση. Η φιλοσοφία αυτή εξηγεί την πρόοδο, με όρους αγώνα και αντίφασης, όχι ως μια ευθεία γραμμή ή μία απρόσκοπτη κίνηση θριάμβου προς τα εμπρός. Το βασικό, όμως, σφάλμα του Χέγκελ ήταν ότι θεωρούσε όλη αυτή την ανάπτυξη ως έναν αντικατοπτρισμό της κίνησης μιας μυστικιστικής Ιδέας ή ενός Παγκόσμιου Πνεύματος.
Ο Μαρξ από την άλλη, βασίστηκε μεν στη διαλεκτική μέθοδο ερμηνείας της κοινωνίας και στα διδάγματα του Χέγκελ, αλλά προχώρησε περαιτέρω συνδυάζοντας τη διαλεκτική με την υλιστική θεώρηση του κόσμου, η οποία αντιμετωπίζει τον πραγματικό, αντικειμενικό κόσμο ως το μόνο πραγματικό. Ο Μαρξ ανακάλυψε ότι οι νόμοι της διαλεκτικής δεν ήταν κάτι περισσότερο από τους γενικούς, υποβόσκοντες κανόνες που διέπουν τη φύση, αλλά και την ανθρώπινη κοινωνία. Το αποτέλεσμα είναι η κατανόηση των αντιφάσεων και της αδιάκοπης μεταβολής της κοινωνίας και της οικονομίας. Σε τελική ανάλυση, αυτή η διαλεκτική κατανόηση της κοινωνίας είναι εκείνη που δίνει στη μαρξιστική σκέψη τον επαναστατικό της χαρακτήρα.

Η φορμαλιστική λογική

Ωστόσο, δεν είναι όλοι επιστήμονες πρόθυμοι να παραδεχθούν ότι οι ανακαλύψεις περί κβαντικής φυσικής εξηγούνται καλύτερα μέσω της διαλεκτικής λογικής. Ο ίδιος ο Μπορ ήταν ένας από εκείνους τους επιστήμονες που αντιμετώπιζε την παραδοχή των αντιφάσεων της επιστήμης ως μία αποδοχή της αποτυχίας του ως επιστήμονας. Για επιστήμονες όπως ο Μπορ τα αυστηρά καθορισμένα δόγματα της φορμαλιστικής λογικής και μια απέχθεια απέναντι στην αντίφαση, αποτελούν τα θεμέλια της επιστημονικής τους σκέψης.
Ως αποτέλεσμα, ο Μπορ ερμήνευσε την Αρχή της Αβεβαιότητας, όχι ως μία επιβεβαίωση του αντιφατικού χαρακτήρα της ύλης, αλλά αντιθέτως, ως την απόδειξη ότι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να γνωρίσουμε τον αντικειμενικό, πραγματικό κόσμο. Το γεγονός ότι η φύση της ύλης μεταβάλλεται καθώς τη μετρούμε, αποδεικνύει κατά τον Μπορ, ότι η γνώση μας για τον κόσμο είναι υποκειμενική και επομένως, κάθε προσπάθεια να τον μετρήσουμε (και κατ΄ επέκταση να τον γνωρίσουμε), θα βρίσκει εμπόδιο την ίδια την προσπάθεια μέτρησής του.
Κάτι τέτοιο είναι όμως προβληματικό, καθώς οδηγεί τον Μπορ και τους υποστηρικτές του στην υπεράσπιση μιας ξεκάθαρα αντεπιστημονικής θέσης, Η ιστορία της Επιστήμης είναι η ανάπτυξη της συλλογικής γνώσης για τον κόσμο και τις διεργασίες του. Αλλά μία τέτοια προσπάθεια θα ήταν αδύνατη, αν δεν υφίσταται ένας αντικειμενικός κόσμος για να ανακαλυφθεί. Οι ανακαλύψεις ενός ανθρώπου θα ανταποκρίνονταν μόνο στον κόσμο, όπως αυτός γίνεται αντιληπτός από τον ίδιο, και άρα δε θα μπορούσε να τυγχάνει γενικής επιστημονικής εφαρμογής. Σε μια τέτοια περίπτωση, η μόνη πραγματικότητα που θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο έρευνας και απόδειξης θα ήταν η πραγματικότητα των σκέψεων κάθε ανθρώπου ξεχωριστά.
Ειρωνικά, απορρίπτοντας τις διαλεκτικές ιδέες της αντίφασης και της ενότητας των αντιθέτων, ο Μπορ βρέθηκε στην αντιφατική θέση ενός επιστήμονα που επιχειρηματολογεί κατά της επιστήμης.
Αλλά εκτός από τις ιδέες του Μπορ, έχουν γίνει και άλλες προσπάθειες να εξηγηθούν τα κβαντικά φαινόμενα, έχοντας στη βάση τους μια φορμαλιστική λογική. Μία υπόθεση βασίζεται στην ύπαρξη πολλαπλών παραλλήλων συμπάντων, υπόθεση που θα επέτρεπε στο φως που βλέπουμε ως κύμα να εκδηλώνεται ως σωματίδιο σε κάποιο άλλο σύμπαν. Με αυτό τον τρόπο, εξηγείται η διπλή φύση του φωτός χωρίς να απορρίπτει από τη μία πλευρά, την ιδέα της ύπαρξης μιας αντικειμενικής πραγματικότητας αλλά και συγχρόνως, αποφεύγει την αποδοχή μίας αντίφασης μεταξύ ύλης και κίνησης. Το μόνο ζήτημα με αυτή τη θεωρία των πολλαπλών συμπάντων είναι ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως ένδειξη που να μπορεί να την επιβεβαιώσει – το καλύτερο το οποίο έχουν καταφέρει ως τώρα οι φυσικοί είναι αφηρημένες μαθηματικές αποδείξεις, οι οποίες όμως ακόμα δεν έχουν βρει κανένα έρεισμα στο φυσικό κόσμο. Πρόκειται για το αποτέλεσμα της εφαρμογής μιας φορμαλιστικής λογικής, η οποία προσπαθεί να αποφύγει πάση θυσία, την αναγνώριση κάθε είδους αντίφασης στη φύση – κατ' ουσία, πρόκειται για την απόρριψη των αποτελεσμάτων και των παρατηρήσεων, όπως αυτά προκύπτουν από αντικειμενικά πειράματα, προς όφελος μιας θεωρητικής υπόθεσης, η οποία παρά τις πολυάριθμες προσπάθειες που έχουν γίνει, δεν φαίνεται να στηρίζεται σε καμία αντικειμενική ένδειξη.

Κβαντική Διαλεκτική

Σε αντίθεση με τους θεωρητικούς της φορμαλιστικής λογικής, ένας αυξανόμενος αριθμός άλλων κβαντικών φυσικών προσπαθούν να αποδείξουν ότι μόνο μέσω της αντίφασης, είναι δυνατό να εξηγηθούν οι ανακαλύψεις της κβαντικής φυσικής. Ένα πείραμα που διεξήγαγε ο φυσικός Shahriar Afshar κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι εφικτό να μετρήσουμε το φως και ως σωματίδιο και ως κύμα, συγχρόνως. Παράλληλα, η ανάπτυξη κβαντικών υπολογιστών βασίζεται στη διατήρηση της ύλης σε περισσότερες από μία καταστάσεις την ίδια στιγμή. Ενώ οι κλασικοί υπολογιστές βασίζονται στην ηλεκτρική τάση για να δημιουργήσουν bits, τα οποία μπορούν να είναι είτε κλειστά (0) ή ανοικτά (1), οι κβαντικοί υπολογιστές θα μπορούν να δημιουργούν “qubits” (κβαντικά bits), παρέχοντας με το τρόπο αυτό, τρομερά αυξημένη δύναμη επεξεργασίας δεδομένων. Ακόμα, ένα φαινόμενο γνωστό και ως “κβαντική διεμπλοκή” ή “δράση από απόσταση” οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα σωματίδια που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση, συνδέονται με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε κάθε μεταβολή που υφίσταται το ένα από αυτά, να επηρεάζει αναπόφευκτα και το άλλο, ανεξάρτητα από τη μεταξύ τους απόσταση. Η φύση αλλά και η αιτία του φαινομένου αυτού δεν είναι ακόμα πλήρως γνωστές.
Δίχως την παραδοχή ότι η συνεχής μεταβολή, κίνηση και αντίφαση είναι βασικό χαρακτηριστικό στοιχείο της ύλης στο σύνολο της, αλλά και ότι οι διάφορες μορφές της ύλης συνδέονται, δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τους μηχανισμούς των κβαντικών υπολογιστών ή το φαινόμενο της κβαντικής διεμπλοκής. Οι αποκαλύψεις της κβαντικής φυσικής μπορούν να εξηγηθούν μόνο υπό το πρίσμα της διαλεκτικής λογικής.

Κβαντική Λογική και Κοινωνίες

Στο νέο τους βιβλίο οι Κρενίκοφ και Χέιβεν υποστηρίζουν ότι μοντέλα παρόμοια με αυτά της κβαντομηχανικής μπορούν να εφαρμοστούν σε περιοχές που “ξεφεύγουν” από τα φυσικά όρια της κβαντικής φυσικής. Βέβαια, η κβαντομηχανική θεωρία ασχολείται με τις αλληλεπιδράσεις των σωματιδίων σε υπο-ατομικό επίπεδο και οι συγγραφείς δεν προσπαθούν απλώς να εφαρμόσουν, με μηχανιστικό τρόπο, τις θεωρίες αυτές σε πολύπλοκα κοινωνικά συστήματα. Αντίθετα, χρησιμοποιούν τη λογική που διαπνέει την κβαντική φυσική για να μελετήσουν τα συστήματα αυτά και να τα εφαρμόσουν στην κοινωνία.
Ένας τομέας στον οποίο εστιάζουν ιδιαίτερα είναι αυτός της λήψης αποφάσεων, ένα πεδίο που σχετίζεται με τη σύγχρονη οικονομική θεωρία. Πολλές οικονομικές θεωρίες βασίζονται στην υπόθεση ότι ο άνθρωπος είναι λογικό ον κι άρα παίρνει λογικές και συμφέρουσες αποφάσεις. Πρόκειται για το βασικό νόμο της ολικής πιθανότητας, όπως είναι γνωστός – ένα μοντέλο για τον υπολογισμό της πιθανότητας ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος. Ωστόσο αυτός ο βασικός νόμος καταρρίπτεται παταγωδώς από την ίδια τη πραγματικότητα. Ένα πείραμα δείχνει ότι άνθρωποι που καλούνται να αποφασίσουν σε ένα στοίχημα που απαρτίζεται από δύο στάδια, επηρεάζονται στο δεύτερο στάδιο από το αν γνωρίζουν ή όχι το αποτέλεσμα που είχαν στο πρώτο στάδιο, ακόμα κι αν το αποτέλεσμα του δεύτερου δεν επηρεάζεται από αυτό του πρώτου.
Ο λόγος που αυτός ο αποκαλούμενος “νόμος” των οικονομικών φαίνεται να είναι τόσο ανεπαρκής να εξηγήσει το πραγματικό κόσμο, έγκειται στο γεγονός ότι βασίζεται στην τυπική λογική. Η σύγχρονη οικονομική θεωρία αγνοεί πολύ συχνά τη διασύνδεση πολλών παραγόντων, όπως οι προκαταλήψεις, οι παραδόσεις, τα συναισθήματα κ.τ.λ., που μαζί με τη λογική σκέψη συμβάλλουν στη λήψη μιας απόφασης.
Οι Κρενίκοφ και Χέιβεν επισημαίνουν ότι ο κυματοσωματιδιακός δϋισμός της ύλης επίσης παραβιάζει το βασικό νόμο της ολικής πιθανότητας. Η αντιφατική φύση της ύλης σε κίνηση σημαίνει ότι είναι αδύνατο για τους κβαντικούς επιστήμονες να εντοπίσουν την ακριβή θέση ενός σωματιδίου σε κάθε χρονική στιγμή. Η εφαρμογή του νόμου της ολικής πιθανότητας δεν περιγράφει με ακρίβεια τη θέση των σωματιδίων. Αντίθετα, το μόνο που μπορούν να υπολογίσουν οι φυσικοί είναι η πιθανότητα να βρίσκεται ένα σωματίδιο σε μία συγκεκριμένη θέση μια δεδομένη χρονική στιγμή. Για να εξηγήσουν τις παραπάνω πιθανότητες σε ένα πείραμα που “εμφανίζεται” ο κυματοσωματιδιακός δϋισμός της ύλης, εισάγουν ένα μαθηματικό παράγοντα που ονομάζεται “όρος συμβολής”.
Όπως δείχνουν οι συγγραφείς, ο “όρος συμβολής” όταν εφαρμοστεί στην οικονομική θεωρία μπορεί να εξηγήσει τις φαινομενικά παράλογες τιμές πιθανότητας στη λήψη οικονομικών αποφάσεων. Δηλαδή, αυτό που εξηγούν είναι ότι τα ίδια μαθηματικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή των περίπλοκων και αντιφατικών διαδικασιών του μικρόκοσμου είναι επίσης απαραίτητα για την κατανόηση των αντιφατικών προτσές στη κοινωνική εξέλιξη. Με άλλα λόγια, η διαλεκτική ανάλυση των κβαντικών σωματιδίων μπορεί να εφαρμοστεί και στην οικονομική θεωρία.
Οι συγγραφείς εξηγούν ακόμα πως η “κβαντική σκέψη” μπορεί να μας προσφέρει μία βαθύτερη κατανόηση μιας πληθώρας επιστημονικών και κοινωνικών θεμάτων, από τις νευροεπιστήμες μέχρι τα μοτίβα των εκλογικών αποτελεσμάτων. Υποστηρίζουν ότι η ισχύς της προσέγγισης των κοινωνικών επιστημών μέσω της κβαντικής λογικής βασίζεται στο γεγονός ότι με τον τρόπο αυτό λαμβάνεται υπόψη το περίπλοκο μείγμα φυσικών, κοινωνικών, περιβαλλοντικών, οικονομικών κι άλλων παραγόντων που επηρεάζουν τις κοινωνίες σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τα κλασικά μοντέλα.
Εν ολίγοις, θεωρούν ότι οφείλουμε να ερμηνεύσουμε τη κβαντική φυσική με ένα διαλεκτικό τρόπο (αν και δε χρησιμοποιούν τον όρο “διαλεκτικός”) και ότι η χρήση της διαλεκτικής μεθόδου για την κατανόηση του κόσμου είναι ικανή να ανοίξει δυνατότητες για νέες εξελίξεις, όχι μόνο στους τομείς της επιστήμης και της τεχνολογίας, αλλά σχεδόν σε κάθε πτυχή των ανθρώπινων κοινωνιών.

Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς για τη διαλεκτική

Οι Κρενίκοφ και Χέιβεν δηλώνουν ότι “η ιδέα εφαρμογής της κβαντομηχανικής στις κοινωνικές επιστήμες είναι ακόμα αρκετά νέα”. Είναι αλήθεια ότι η πρακτική αυτή δεν έχει ξαναδιατυπωθεί με αυτούς τους όρους, αλλά η ιδέα εξαγωγής διαλεκτικών αρχών από τη παρατήρηση της φύσης και η εφαρμογή τους στην κοινωνία αναπτύχθηκε για πρώτη φορά από τους Μαρξ και Ένγκελς πάνω από 160 χρόνια πριν.
Ο Ένγκελς συνοψίζει τη θέση του στο βιβλίο “Η Διαλεκτική της Φύσης” ως εξής: “Από την ιστορία, συνεπώς, της φύσης και της ανθρώπινης κοινωνίας συνάγονται οι νόμοι της διαλεκτικής. Γιατί δεν είναι τίποτα άλλο, παρά οι πιο γενικοί νόμοι αυτών των δύο όψεων της ιστορικής ανάπτυξης, καθώς και της ίδιας της σκέψης.”
Με άλλα λόγια ο Ένγκελς λέει ότι η διαλεκτική λογική μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εξηγήσει τόσο τη φύση όσο και την ανθρώπινη κοινωνία – ακριβώς την ίδια θέση που διατυπώνουν οι Κρενίκοφ και Χέιβεν.
Στο βιβλίο, “Η Διαλεκτική της Φύσης”, ο Ένγκελς εξετάζει τις πιο προηγμένες επιστημονικές πληροφορίες που ήταν διαθέσιμες τη στιγμή της συγγραφής (1883) από τους τομείς της φυσικής, της βιολογίας, της χημείας, της γεωλογίας, των μαθηματικών και της αστρονομίας και εξηγεί τις ανακαλύψεις χρησιμοποιώντας τη διαλεκτική μέθοδο. Σε αυτή τη βάση είναι σε θέση να κάνει μια σειρά από προτάσεις για το μέλλον της επιστημονικής μελέτης, ενώ επιχειρεί ακόμα κάποιες προβλέψεις για τις μελλοντικές επιστημονικές ανακαλύψεις. Οι πιο διάσημες προβλέψεις του βρίσκονται στο δοκίμιο του “Ο Ρόλος της Εργασίας στην Εξανθρώπιση του Πιθήκου”, όπου υποστηρίζει, κόντρα στις επικρατούσες αντιλήψεις της εποχής, ότι η ανάπτυξη του ανθρώπινου εγκεφάλου ήταν η συνέπεια της ανάπτυξης του χεριού και της χρήσης των εργαλείων κι όχι το ανάποδο.
Η παραπάνω αντίληψη για την ανάπτυξη του ανθρώπου χρησιμοποιεί τη διαλεκτική μέθοδο, δηλαδή βλέπει την εξέλιξη και την αλλαγή σαν αποτέλεσμα πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων μεταξύ των διαφόρων σημείων του σώματος και αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στον άνθρωπο και το περιβάλλον. Την εποχή του Ένγκελς οι ιδέες αυτές δεν ήταν κυρίαρχες, αφού δεν συμφωνούσαν με μία ξεκάθαρη μηχανιστική φόρμουλα για την εξέλιξη. Ωστόσο, καθώς οι σύγχρονοι ανθρωπολόγοι μαζεύουν όλο και περισσότερα στοιχεία για τους προϊστορικούς ανθρώπους, καταλήγουν ότι οι ανακαλύψεις τους δεν μπορούν να εξηγηθούν με ένα βασικό μοντέλο που λέει ότι ο εγκέφαλος αναπτύχθηκε πρώτος και σαν αποτέλεσμα ο άνθρωπος παρήγαγε εργαλεία και ανέπτυξε την κοινωνία. Αντίθετα, η διαδικασία της ανάπτυξης φαίνεται να υπήρξε αρκετά πιο πολύπλοκη και χρειάζεται μια εξήγηση βασισμένη στις αλλαγές, τις αντιθέσεις, τις αλληλεπιδράσεις, όπως ακριβώς είχε προβλέψει ο Ένγκελς.
Η ικανότητα του Ένγκελς να κάνει μια τέτοια πρόβλεψη επιβεβαιώνει την πρόταση των Κρενίκοφ και Χέιβεν – η κατανόηση του κόσμου μέσα από ένα προτσές συνεχών αντιφατικών αλλαγών, μας δίνει μια πολύ πιο ακριβή επιστημονική εικόνα των πραγμάτων από μία μηχανιστική και στατική θεώρηση του κόσμου.
Στο “εγχειρίδιο του Μαρξισμού” (όπως ο Λένιν το περιέγραφε), το “Αντι-Ντύρινγκ”, ο Ένγκελς παρέχει και μια διαλεκτική εξήγηση για το αίνιγμα των qubits των κβαντικών υπολογιστών που είναι ικανά να αποθηκεύσουν το 1 και το 0 την ίδια στιγμή. Εξηγεί: “...στα μαθηματικά είναι αναγκαίο να ξεκινάς από σαφείς, πεπερασμένους όρους...αλλιώς δε μπορείς να προχωρήσεις σε υπολογισμούς. Οι αφηρημένες απαιτήσεις ενός μαθηματικού είναι, ωστόσο, πολύ μακριά από το να είναι υποχρεωτικοί νόμοι για τον πραγματικό κόσμο.”
Με άλλα λόγια, αν και η έννοια της αποθήκευσης των στοιχείων “1” και “0” την ίδια στιγμή φαίνεται παράλογη, επειδή αποτελούν δύο ξεκάθαρα διαφορετικούς, πεπερασμένους όρους, όταν θεωρήσουμε ότι οι δύο αυτοί όροι δεν είναι τίποτα περισσότερο από αφαιρέσεις των διαδικασιών που συμβαίνουν στον πραγματικό κόσμο, το εμφανές πρόβλημα εξαφανίζεται. Οι ίδιοι οι αριθμοί δεν είναι η απτή πραγματικότητα, αλλά είναι οι αληθινές διαδικασίες που αντιπροσωπεύουν και μας αφορούν. Έτσι, αν αναπτύσσουμε μία μέθοδο που δε μπορεί να εξηγηθεί με το κλασικό σύστημα των δυαδικών ψηφίων, δεν απορρίπτουμε την ανακάλυψη επειδή δε συμβαδίζει με τις μαθηματικές αφαιρέσεις που χρησιμοποιούνταν για να εξηγήσουν την παλιά διαδικασία, αλλά απλά απαιτείται να δεχτούμε ότι η νέα διαδικασία μπορεί να εξηγηθεί μόνο εισάγοντας την έννοια της αντίθεσης στην αφηρημένη κατανόησή μας. Εν ολίγοις, για να αναπτύξουμε την κατανόηση μας στην επιστήμη και την ικανότητα μας για περαιτέρω τεχνολογική ανάπτυξη, πρέπει να εφαρμόσουμε τη λογική της διαλεκτικής.
Ο Ένγκελς αναπτύσσει πλήρως την αντίληψη του για τη δυνατότητα εφαρμογής της διαλεκτικής στη φύση και στη κοινωνία στη μπροσούρα του “Η Εξέλιξη του Σοσιαλισμού από την Ουτοπία στην Επιστήμη”, όπου αναφέρει: “Όταν βάλουμε κάτω από την έρευνα της σκέψης τη φύση ή την ανθρώπινη ιστορία ή την πνευματική μας δραστηριότητα, αυτό που θα εμφανιστεί πρώτα-πρώτα σε μας είναι η εικόνα ενός ατέλειωτου λαβυρίνθου από αλληλουχίες και αλληλεπιδράσεις, όπου τίποτα δεν παραμένει αυτό που ήταν, εκεί όπου ήταν και όπως ήταν, μα όλα κινούνται, αλλάζουν, γεννιούνται και εξαφανίζονται. Στην αρχή λοιπόν βλέπουμε τη συνολική εικόνα, με τα επιμέρους τμήματά της στο πίσω φόντο. Προσέχουμε πιο πολύ την κίνηση, τα περάσματα από τη μια κατάσταση στην άλλη, τις αλληλουχίες, παρά αυτό που κινείται, μεταβάλλεται και συσχετίζεται.”
Το απόσπασμα αυτό γράφτηκε το 1878, πολύ πριν την ανάπτυξη της κβαντικής θεωρίας. Παρόλα αυτά η παραπάνω περιγραφή της διαλεκτικής θα μπορούσε πολύ εύκολα να αποτελεί το βασικό επιχείρημα των Kρενίκοφ και Χέιβεν στο “Quantum Social Science” (Κβαντική κοινωνική επιστήμη). Ζητήματα αλληλεπιδράσεων, αντιφάσεων και αλλαγών είναι βασικά χαρακτηριστικά τόσο της κβαντικής μηχανικής και της οικονομικής θεωρίας, όσο της ιστορίας και της ανθρώπινης συνείδησης.
Η διαλεκτική μέθοδος, που εξηγήθηκε ξεκάθαρα από τον Ένγκελς, διεισδύει σε όλα τα γραπτά του Καρλ Μαρξ. Στα οικονομικά του γραπτά ο Μαρξ καταφέρνει να εξηγήσει τη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος τονίζοντας τις αντιφάσεις και τις αλληλεπιδράσεις όλων των τμημάτων του. Το καλύτερο παράδειγμα των παραπάνω είναι η Μαρξιστική θεωρία των οικονομικών κρίσεων, ή αλλιώς κρίσεων “υπερπαραγωγής”. Ο Μαρξ εξήγησε ότι οι εργάτες πληρώνονται λιγότερο από τις αξίες των προϊόντων που παράγουν με αποτέλεσμα σε κάποιο χρονικό σημείο να παράγονται περισσότερα αγαθά από αυτά που μπορούν να απορροφηθούν από την αγορά, οδηγώντας σε μία οικονομική κρίση.
Η θεωρία αυτή τονίζει τις αντιθέσεις στον καπιταλισμό ανάμεσα στους μισθούς και τις τιμές και εξηγεί πως αυτή η αντιφατική κατάσταση μπορεί να επικρατεί για μια μακρά περίοδο πριν το ξέσπασμα της κρίσης. Αναδεικνύει ακόμα την αλληλοσύνδεση όλων των τομέων της οικονομίας, έτσι ώστε όταν μία χώρα ή μια βιομηχανία επηρεάζεται από τη κρίση, οι υπόλοιπες χώρες ή οικονομικές περιοχές της χώρας να εμφανίζουν αργά ή γρήγορα τα ίδια συμπτώματα. Ακριβώς όπως η εφαρμογή της διαλεκτικής από τον Ένγκελς στη θεωρία της εξέλιξης τον οδήγησε σε προβλέψεις που σήμερα αποδεικνύονται σωστές, η εφαρμογή της διαλεκτικής από τον Μαρξ στην οικονομική θεωρία δικαιώνεται από τη τρέχουσα οικονομική κρίση – μια κρίση που μπορεί να εξηγηθεί μόνο με τη μαρξιστική θεωρία της υπερπαραγωγής.
Ο Μαρξ, όπως οι Κρενίκοφ και Χέιβεν, εφάρμοσε τη διαλεκτική σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης κοινωνίας. Αυτή η εφαρμογή της διαλεκτικής μεθόδου, επέτρεψε στον Μαρξ να καταλάβει τις σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών τάξεων, τις αντιθέσεις και τις αλληλοσυνδέσεις τους. Βασιζόμενος σε αυτή τη διαλεκτική μελέτη της ιστορίας και της οικονομίας, που συνοψίζεται στο “Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος”, οι Μαρξ κι Ένγκελς ανέπτυξαν τη προοπτική του επαναστατικού σοσιαλισμού.

Το μέλλον της κβαντικής κοινωνικής επιστήμης

Είναι ξεκάθαρο ότι οι Κρενίκοφ και Χέιβεν δεν είναι μαρξιστές, ούτε είναι απαραίτητα και συνειδητοί υποστηρικτές της διαλεκτικής. Παρόλα αυτά, συνειδητά ή μη, χρησιμοποιούν σύγχρονες επιστημονικές ιδέες και αντιλήψεις που αναπόφευκτα οδηγούν στα συμπεράσματα που κατέληξαν οι Μαρξ κι Ένγκελς πολλά χρόνια πριν. Κατά την εφαρμογή των αντιλήψεων τους για τις πολύπλοκες αλληλοσυνδέσεις που βρίσκονται στη καρδιά της κβαντικής φυσικής, στη κοινωνία σαν σύνολο, ακολουθούν, έστω και ασυνείδητα, την παράδοση των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Τρότσκι.
Ωστόσο, οι συγγραφείς δε βγάζουν τα ίδια επαναστατικά συμπεράσματα όπως ο Μαρξ κι ο Ένγκελς. Ενδιαφέρονται αποκλειστικά για μεμονωμένα κοινωνικά φαινόμενα, όπως η ψήφος ή η λήψη αποφάσεων και δεν επεκτείνουν τη λογική τους στο σύνολο της ταξικής κοινωνίας, στην ιστορία της και τη μελλοντική της ανάπτυξη, με αποτέλεσμα τελικά να αγνοούν τις ίδιες τους αρχές για αλληλοσύνδεση των φαινομένων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να εξαχθούν τέτοια συμπεράσματα από επιστήμονες στο μέλλον, γιατί, όπως επισημαίνουν και οι συγγραφείς, υπάρχουν πολλές ερευνητικές επιχορηγήσεις που διατίθενται στον τομέα της κβαντικής κοινωνικής θεωρίας (αν και μπορούμε να στοιχηματίσουμε ότι αυτές οι επιδοτήσεις από τις κυβερνήσεις και τα διάσημα ιδρύματα θα στεγνώσουν γρήγορα, εάν οι επιστήμονες αρχίσουν να οδηγούνται σε επαναστατικά συμπεράσματα). Ωστόσο, προκειμένου να συναχθούν μαρξιστικά συμπεράσματα από την κβαντική κοινωνική επιστήμη, αυτό που απαιτείται ξεκάθαρα είναι επιστήμονες που να αναγνωρίζουν το επαναστατικό δυναμικό της διαλεκτικής σκέψης. Η συνεχιζόμενη μελέτη της κβαντικής φυσικής και η ανάπτυξη των κβαντικών υπολογιστών και των μεθόδων κρυπτογράφησης είναι πιθανό να οδηγήσουν σε πρόοδο της διαλεκτικής σκέψης και ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη της σχολής σκέψης που επιδιώκει να εφαρμόσει αυτές τις ιδέες στην κοινωνία συνολικά.
Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί, όμως, ότι η περαιτέρω μελέτη της κβαντικής φυσικής δεν θα σημαίνει αυτόματα τη παραγωγή σαφούς διαλεκτικής σκέψης. Για παράδειγμα, η ιδέα του Μπορ ότι δεν υπάρχει καμία πραγματικότητα πέρα από ό,τι παρατηρούμε είναι μια δημοφιλής ερμηνεία των κβαντικών φαινομένων και είναι πολύ πιο κυρίαρχη στους ακαδημαϊκούς κύκλους από εκείνη των Κρενίκοφ και Χέιβεν. Η ερμηνεία της κβαντικής φυσικής από τον Μπορ, με βάση την τυπική λογική, δεν είναι μόνο επιστημονικά προβληματική, αλλά περιέχει επίσης και επικίνδυνα φιλοσοφικά θεμέλια. Είναι η ίδια φιλοσοφία που στηρίζει το μύθο του “αυτοδημιούργητου ανθρώπου” στην καπιταλιστική κοινωνία. Η ιδέα ότι η εμπειρία ενός ατόμου από τον κόσμο είναι δική του επιλογή, είναι εντελώς υποκειμενική. Η ιδέα αυτή υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που περιορίζουν το άτομο και ότι η επιτυχία ή η αποτυχία καθορίζεται από υποκειμενικούς παράγοντες, όπως το πόσο σκληρά εργάζεται ή πόσο τεμπέλης είναι. Μια τέτοια άρνηση της αντικειμενικής πραγματικότητας αντανακλάται στην αξίωση της Μάργκαρετ Θάτσερ ότι “δεν υπάρχει η κοινωνία, παρά μόνο οικογένειες και άτομα”. Αυτές οι ιδέες είναι λανθασμένες και επικίνδυνες και πρέπει να αμφισβητηθούν σε κάθε επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της θεωρητικής φυσικής.
Όλοι οι γνήσιοι μαρξιστές ενδιαφέρονται για την επιστημονική εξέλιξη. Η ικανότητα των επιστημόνων να καταλήγουν σε νέες ιδέες, νέες τεχνολογίες και νέες ανακαλύψεις που είναι ικανές να οδηγήσουν την κοινωνία προς τα αντανακλά την ικανότητα της κοινωνίας να επενδύει στο μέλλον της. Αντανακλά επίσης την επικρατούσα φιλοσοφική αντίληψη για την κοινωνία, ώστε οι ερμηνείες των επιστημονικών ιδεών να μπορούν να βρουν απήχηση στις αντιλήψεις για την υπόλοιπη κοινωνία. Έχουμε γράψει και αλλού για την παρακμή της καινοτομίας κατά την πρόσφατη περίοδο, που αποτελεί αντανάκλαση της παρακμής και της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος στο σύνολό του και της φτώχειας της κυρίαρχης φιλοσοφικής σκέψης στη σύγχρονη εποχή.
Για το λόγο αυτό, το έργο των Κρενίκοφ και Χέιβεν είναι ενδιαφέρον και ενθαρρυντικό, επειδή επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά το κύρος της διαλεκτικής υλιστικής φιλοσοφίας – της φιλοσοφίας του Μαρξισμού. Φαίνεται ότι οι εν λόγω επιστήμονες επιβεβαιώνουν ότι ο τρόπος για να γίνει η καλύτερη δυνατή χρήση των σύγχρονων ανακαλύψεων είναι να επαναστατικοποιήσουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε γι' αυτές. Αν σκεφτόμαστε γι' αυτά τα πράγματα υπό τους όρους της διαλεκτικής μπορούμε να κατανοήσουμε όχι μόνο την επιστήμη, αλλά και την οικονομία, την ιστορία και την κοινωνία. Το έργο των Κρενίκοφ και Χέιβεν παρέχει αποδείξεις της επιστημονικής βάσης της μαρξιστικής σκέψης, τις ριζοσπαστικές και επαναστατικές δυνατότητες των μαρξιστικών ιδεών και την επικαιρότητα του μαρξισμού σήμερα.

ΠΗΓΗ:http://marxismos.com/topics-menu/topics-science-technology-menu/2025-kvantiki-fysiki-dialektiki-kai-koinonia.html
Διαβάστε Περισσότερα »