Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Βρήκα στην Αμφιλοχία, το Σταμούλη το λοχία...

.ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΔΟΝΟΥ 
                                                                                                            

                                                                                               

                                                                                               

                                                                                               
                                                                                                




Βρήκα στην Αμφιλοχία, το Σταμούλη το λοχία,

παλιό μου συμπολεμιστή με το κεφάλι του σταχτί…»
Κι εγώ τον βρήκα σήμερα… αλήθεια σας λέω!!!
Τον βρήκα σκαλίζοντας το φωτογραφικό αρχείο του πατέρα μου, στο ξύλινο σκονισμένο μπαούλο της σοφίτας….




Ναι στη σοφίτα… που όταν ανοίγεις το παραθύρι της περνώντας το δείκτη σου στο μισοσκουριασμένο μάνταλο γρατζουνά έναν ήχο μιας άλλης εποχής και τότε είναι που γεμίζει μπλε η ματιά σου, θωρώντας τα νερά του Αμβρακικού να αγκαλιάζονται σχεδόν με το γαλάζιο τ’ ουρανού… εκεί είναι  που ηρεμεί το μυαλό και γαληνεύει η ψυχή σου. 

 Μια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία λοιπόν, της οποίας η λήψη έγινε σαν σήμερα 28η Οκτωβρίου 1970. Τους είδα να κάθονται  στο Δημαρχιακό Μέγαρο (μετά την παρέλαση ακολουθούσε και τότε δεξίωση) να αφηγούνται  ιστορίες για το ’40  και ν’ αναλύουν γεγονότα της καθημερινής και πολιτικής σκηνής της τότε εποχής, πίνοντας τα ουζάκια και τα κρασάκια τους…
Ο Σταμούλης ο Λοχίας του Ιωάννη και της Χρυσαυγής γεννημένος το 1933  ήταν γέννημα θρέμμα Αμφιλοχιώτης. Είχε έναν αδελφό (γεννημένος το 1927 ο οποίος ήταν μόνιμος αξιωματικός)  και τρεις αδελφές, την Ουρανία και την Καλλιόπη από τον πρώτο γάμο του πατέρα του και μια ακόμα αδερφή από το δεύτερο γάμο του πατέρα του.
Ήταν παντρεμένος με τη Βησσαρία Μπούρα του Παναγιώτη από την Αμφιλοχία και είχαν αποκτήσει δύο παιδιά, την Ιωάννα και τον Κώστα. Η αδελφή του Ουρανία, εξασκούσε το επάγγελμα του οδοντιάτρου στον Πειραιά  και είχε οικογενειακές σχέσεις με τον στιχουργό Πυθαγόρα που καταγόταν από το Αγρίνιο.
Ο Σταμούλης ήταν ψηλός, γεροδεμένος και πατριώτης και η όλη κορμοστασιά του ενέπνευσε τον αγρινιώτη στιχουργό Πυθαγόρα να γράψει  το πανέμορφο τραγούδι που γνώρισε τεράστια επιτυχία. Δεν πολέμησε όπως καταλάβατε, απλά ο στιχουργός, εντυπωσιασμένος από το παρουσιαστικό του Σταμούλη και τις δραστηριότητες του (ποδοσφαιριστής, άριστος ψαράς και δύτης)  ανακάτεψε και την  ιδιότητα του αδελφού του,  που όπως προείπαμε ήταν αξιωματικός, και σύνθεσε το κομμάτι. Έτσι ο γενέθλιος τόπος του Σταμούλη έγινε γνωστός σε όλη την Ελλάδα αλλά κι ο ίδιος  ένας θρύλος.
Σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και η κηδεία του έγινε στην Αμφιλοχία στις 19/09/1971 με μεγαλοπρέπεια, πλήθος κόσμου, πολλούς καλλιτέχνες και παρόντα τον φίλο στιχουργό και συνθέτη Πυθαγόρα από το Αγρίνιο. 

                                                                                      

Από δεξιά: Σταμούλης Γερομήτσος, Δημητρέλος (;) (Ταγματάρχης), Παναγιώτης Κόκκαλης (δήμαρχος Αμφιλοχίας τότε), Πάνος Φλώρος, Παντελής Δόνος, Σπύρος Κριτής, Δημήτρης Λαβράνος. (Φωτογραφικό αρχείο: Α. Δόνου)Από δεξιά: Σταμούλης Γερομήτσος, Δημητρέλος (;) (Ταγματάρχης), Παναγιώτης Κόκκαλης (δήμαρχος Αμφιλοχίας τότε), Πάνος Φλώρος, Παντελής Δόνος, Σπύρος Κριτής, Δημήτρης Λαβράνος. (Φωτογραφικό αρχείο: Α. Δόνου)




ΠΗΓΗ:https://m.facebook.com/notes/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%85/%CE%B2%CF%81%CE%AE%CE%BA%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%87%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7-%CF%84%CE%BF-%CE%BB%CE%BF%CF%87%CE%AF%CE%B1/10200720143001065

Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

«Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός και θ’ αποθάνω!».





24 Απριλίου 1821- η φρικτή εκτέλεση του αγωνιστή Αθανάσιου Διάκου

«Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός και θ’ αποθάνω!».

Ο Αθανάσιος Διάκος ήταν ηρωικός αγωνιστής και μάρτυρας κι ένας από τους πρωτεργάτες της Επανάστασης του 1821.
Γεννήθηκε γύρω στο 1788 (σύμφωνα με άλλη εκδοχή το 1782). Ο τόπος γέννησης του Αθανάσιου Διάκου, αποτελεί σημείο τριβής και διεκδικείται από δύο χωριά, την Άνω Μουσουνίτσα και την Αρτοτίνα. Και τα δυο, χωριά της Φωκίδος.
Το βέβαιο είναι ότι ο Διάκος έλκει την καταγωγή του και στα δυο χωριά. Ο πατέρας του ήταν από την Μουσουνίτσα και η μητέρα του από την Αρτοτίνα.
Σημείο τριβής, αποτελεί και το πραγματικό επώνυμο του Διάκου. Αναφέρονται τα Μασαβέτας (γράφεται και Μασσαβέτας) και Γραμματικός. Από εκεί και πέρα υπάρχει μια αμφισβήτηση μεταξύ αρκετών ιστορικών, με στοιχεία που συχνά αντικρούονται μεταξύ τους, τόσο για το γενεαλογικό δέντρο του Διάκου, κυρίως απ’ την πλευρά του πατέρα του, όσο και για τον τόπο γέννησης και διαμονής του (παρατίθενται κάποιες γνώμες στο τέλος του κειμένου).
Το πιο πιθανό είναι, βάσει των στοιχείων, ότι ο Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε στην... Αρτοτίνα και το κανονικό όνομα του πατέρα του ήταν Γεώργιος Γραμματικός.



Ο Διάκος ήταν εγγονός ενός ντόπιου Κλέφτη, του Νικόλαου Γραμματικού, ο οποίος σκοτώθηκε σε μάχη με τους Τούρκους. Ο πατέρας του Διάκου τότε, φοβούμενος για τη ζωή του, κατέφυγε σαν ψυχοπαίδι στον θείο του Αθανάσιο Γραμματικό, έναν εύπορο κάτοικο της Αρτοτίνας, ο οποίος ατύπως τον υιοθέτησε. Έτσι ο Γεώργιος Γραμματικός, εμφανίζεται και με το επώνυμο Ψυχογιός (περισσότερο παρατσούκλι, λόγω της άτυπης υιοθεσίας). Ο Γεώργιος Γραμματικός, όταν μεγάλωσε παντρεύτηκε την Χρυσούλα Καφούρου κι έκαναν 5 παιδιά μεταξύ των οποίων και τον Αθανάσιο Διάκο.

Αργότερα, όταν ο Αθανάσιος Γραμματικός πέθανε, ο πατέρας του Διάκου κληρονόμησε ένα κοπάδι πρόβατα και μια στάνη για να ζήσει την πολυμελή οικογένειά του.
Η μοίρα όμως ήταν σκληρή με την οικογένεια. Οι Τούρκοι συνέλαβαν τον πατέρα του Διάκου να εφοδιάζει τους ξεσηκωμένους Κλέφτες με τρόφιμα. Έτσι οδήγησαν τόσο αυτόν όσο κι έναν εκ των αδερφών του Διάκου, τον Απόστολο, στο Παντρατζίκι Φθιώτιδος, την σημερινή Υπάτη, όπου τους κρέμασαν.

Κατατρομαγμένη η μάνα του Διάκου
, πήγε το 12χρονο παιδί της και το εμπιστεύτηκε στους καλόγερους του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου κοντά στην Αρτοτίνα. Πέραν όμως του φόβου της μάνας, υπήρχε και μια ακόμη σκοπιμότητα. Μετά την οικονομική καταστροφή, η χειροτονία του νεαρού Θανάση επιβάλλονταν πλέον και για λόγους βιοποριστικούς, καθώς στα μοναστήρια, λόγω των ειδικών σχέσεων που είχαν αυτά με τους Τούρκους, ζούσαν πιο άνετα σε σχέση με τους υπόλοιπους υπόδουλους Έλληνες.

Εκεί ο Διάκος διδάσκεται από κάποιον μοναχό την Οκτώηχο και το Ψαλτήριο. Έγινε μοναχός σε ηλικία δεκαεπτά ετών και, λόγω της αφοσίωσής του στη χριστιανική πίστη και της ιδιοσυγκρασίας του χειροτονήθηκε διάκονος, με το ιερατικό όνομα «Άνθιμος» και κράτησε από τότε για επίθετό του τον ιερατικό του βαθμό (Διάκος).

Ο Διάκος περιγράφεται ως άτομο μετρίου αναστήματος, με ωραία μάτια και μακριά μαύρα μαλλιά, προσεγμένη ενδυμασία και σοβαρό βλέμμα, ιδιαίτερα ευκίνητος και γοργός στα πόδια, ενώ ήταν και άριστος στη σκοποβολή.
Ήταν διάκονος ακόμα, όταν κατά τη διάρκεια ενός γάμου στην Αρτοτίνα πυροβόλησε στον αέρα μαζί με άλλους χωρικούς που διασκέδαζαν. Από τους πυροβολισμούς εκείνους σκοτώθηκε ο γιος της Κουτσογιάννενας, από ισχυρή οικογένεια της Κωσταρίτσας, χωριού της Δωρίδας. Για το φόνο εκείνο θεωρήθηκε ένοχος ο Διάκος και καταδιώχτηκε.
Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Διάκος σ’ αυτόν τον γάμο αναγκάστηκε αμυνόμενος να σκοτώσει έναν Τούρκο, όταν αυτός ένιωσε προσβεβλημένος που ηττήθηκε απ’ τον Διάκο σε επιτόπιο διαγωνισμό σκοποβολής.
(Η λαϊκή παράδοση αναφέρει πως όταν ο Αθανάσιος Διάκος ήταν μοναχός, ένας Τούρκος πασάς πήγε στο μοναστήρι με τα στρατεύματά του και εντυπωσιασμένος απ' την εμφάνιση του νεαρού μοναχού, του έκανε άσεμνες προτάσεις. Ο Διάκος προσβλήθηκε απ' τα λεγόμενα του Τούρκου (και την μετέπειτα πρόταση) και μετά από καβγά τον σκότωσε.)
Έτσι αναγκάστηκε να φύγει στα κοντινά βουνά και να γίνει Κλέφτης, καταφεύγοντας στο «λημέρι» του ξακουστού στη Δωρίδα Κλέφτη Τσαμ Καλόγερου, ανάμεσα στα Βαρδούσια και την Γκιώνα. Στην μάχη της Ζελίστας, ο Διάκος σκότωσε με ένα κλαδί έναν Τούρκο και του πήρε τον οπλισμό του, κατακτώντας έτσι και τον τίτλο του Κλέφτη.
Παρ’ όλη την παλληκαριά του όμως, φαίνεται ότι η χριστιανική του πίστη τον ήλεγχε ακόμη κι έτσι, νομίζοντας πως ο φόνος ξεχάστηκε, επιστρέφει στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη, όπου και διαμένει για έναν χρόνο (συνολικά καλογέρεψε για 12 χρόνια). Μετά από προδοσία όμως, ανήμερα Δεκαπενταύγουστο, την ώρα του πανηγυριού τον συνέλαβαν. Σιδηροδέσμιος οδηγήθηκε στο Λιδωρίκι, όπου ο Φερχάτ πασάς διέταξε να κρεμαστεί την επόμενη μέρα. Το βράδυ, ο Διάκος κατάφερε να δραπετεύσει με την βοήθεια του Κλέφτη Καφέτσου.

Επειδή ο Τσαμ Καλόγερος είχε σκοτωθεί, το απόσπασμά του χωρίστηκε σε τρία μικρότερα αποσπάσματα. Ο Διάκος είχε διασυνδεθεί με τον Γούλα Σκαλτσά, έναν συχωριανό του από την Αρτοτίνα και έγινε πρωτοπαλίκαρό του. Όταν ο Σκαλτσάς πήρε το αρματολίκι του Λιδωρικίου, ο Διάκος είχε στον έλεγχό του όλη την περιοχή από τον Μόρνο ως τα ορεινά της Ηπείρου, δείχνοντας σύντομα τα διοικητικά του προσόντα. Οι σχέσεις των δυο αντρών κράτησαν για λίγο. Ο Διάκος στην συνέχεια πήγε στα Σάλωνα (Άμφισσα), στον Κοσμά Σουλιώτη. Εκεί βρήκε ένα φιρμάνι του Αλή πασά που έλεγε να τον «χαλάσουν». Ο Σουλιώτης που του αποκάλυψε περιεχόμενο του φιρμανιού, τον συμβούλεψε να ζητήσει βοήθεια από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, που εκείνον τον καιρό είχε καλές σχέσεις με τον Αλή πασά.

Οι δυο άντρες πράγματι συναντήθηκαν το 1814 κι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος έπεισε τον Αλή πασά να μην εκτελέσει το φιρμάνι, τουναντίον να εντάξει τον Διάκο στο σώμα των «Τσοχανταρέων» (σωματοφυλάκων), στο οποίο προΐστατο ο ίδιος ο Ανδρούτσος.
Στα τέλη του 1818, ο Διάκος γίνεται πρωτοπαλίκαρο του Ανδρούτσου και μέλος της Φιλικής Εταιρίας, ενώ άρχισαν την προετοιμασία της Επανάστασης στη Λιβαδειά. Την απόφαση αυτή την πήρε μαζί με τους επισκόπους Ταλαντίου Νεόφυτο και Άμφισσας Ησαΐα, σε σύσκεψη που έκαναν στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά.
Στα χρόνια που ακολουθούν και που καταλήγουν στην Επανάσταση του 1821, ο Διάκος είχε φτιάξει τη δική του ομάδα Κλεφτών.
Το 1820, όταν ο Αλή πασάς στασιάζει εναντίον της Οθωμανικής Πύλης, καλεί σε βοήθεια τον Ανδρούτσο κι αυτός ανταποκρίνεται, πηγαίνοντας στα Ιωάννινα. Τότε οι σχέσεις Διάκου και Ανδρούτσου ψυχραίνονται και οι τοπικοί άρχοντες της Λειβαδιάς, με την σύμφωνη γνώμη του εκεί πασά, τον εκλέγουν Αρματολό της Λειβαδιάς. Ο Διάκος παίρνει στο αρματολίκι του και τον 16χρονο ανηψιό του (από την αδερφή του Σοφία) Κωνσταντίνο Κούστα. Το παιδί αυτό θα βρεθεί δίπλα του σε όλη την υπόλοιπη ζωή του εώς και τον τραγικό του θάνατο.
Η σημαία του Αθανάσιου Διάκου
Σύντομα μετά από το ξέσπασμα των εχθροτήτων, ο Διάκος κι ένας ντόπιος καπετάνιος και φίλος, ο Βασίλης Μπούσγος, οδήγησαν ένα απόσπασμα μαχητών στη Λειβαδιά με σκοπό την κατάληψη της.
Τη νύχτα της 28ης προς την 29η Μαρτίου οι επαναστάτες είχαν συγκεντρωθεί στον λόφο του Προφήτη Ηλία της Λιβαδειάς και όταν ο Τούρκος διοικητής Χασάν αγάς απέρριψε την πρόταση του Διάκου για παράδοση, άρχισε η επίθεση.
Στις 31 Μαρτίου, μετά από τρεις ημέρες άγριας μάχης από σπίτι σε σπίτι, και το κάψιμο του σπιτιού του Μιρ Αγά (συμπεριλαμβανομένου του χαρεμιού), οι Τούρκοι που είχαν κλειστεί στον πύργο Ώρα, παραδόθηκαν και την 1η Απριλίου, σε πανηγυρική δοξολογία στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής Λιβαδειάς, οι επίσκοποι Σαλώνων, Ταλαντίου και Αθηνών ευλόγησαν την επαναστατική σημαία του Διάκου.
Στην συνέχεια επιχειρεί να καταλάβει την Λαμία, που ήταν το διοικητικό κέντρο της περιοχής, καθώς και την Υπάτη. Δεν είχε όμως την απαιτούμενη βοήθεια και στήριξη από τον τοπικό οπλαρχηχό Μήτσο Κοντογιάννη, ο οποίος θεωρούσε ότι δεν είχε φτάσει ακόμη η ώρα για ξεσηκωμό και απέτυχε.
Ο Χουρσίτ πασάς, που πολιορκούσε στα Ιωάννινα τον Αλή πασά, έστειλε τον Κιοσέ Μεχμέτ και τον Ομέρ Βρυώνη με 8.000 πεζικό και 900 ιππείς (ενώ την άλλη μέρα προστέθηκαν κι άλλα 3.000 άτομα) να καταπνίξουν την επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα και έπειτα να προχωρήσουν στην Πελοπόννησο, για να ματαιώσουν τα σχέδια του Κολοκοτρώνη για την Τριπολιτσά. Ο κίνδυνος για την επανάσταση ήταν μεγάλος.
Ο Διάκος και το απόσπασμά του, που ενισχύθηκαν από τους μαχητές οπλαρχηγούς Πανουργιά και Δυοβουνιώτη, αποφάσισαν να αποκόψουν την τούρκικη προέλαση στη Ρούμελη με την λήψη αμυντικών θέσεων κοντά στις Θερμοπύλες.
Αφού συσκέπτηκαν στο χωριό Κομποτάδες, στις 20 Απριλίου 1821, η ελληνική δύναμη των 1.500 ανδρών χωρίστηκε σε τρία τμήματα: ο Δυοβουνιώτης θα υπερασπιζόταν την γέφυρα του Γοργοποτάμου με 600 άνδρες, ο Πανουργιάς τα ύψη της Χαλκωμάτας με 500 άνδρες, και ο Διάκος την γέφυρα της Αλαμάνας με 500 άνδρες.
Στρατοπεδεύοντας στο Λιανοκλάδι, κοντά στη Λαμία, οι Τούρκοι διαίρεσαν γρήγορα τη δύναμή τους, επιτιθέμενοι το πρωί της 23ης Απριλίου. Η κύρια τούρκικη δύναμη επιτέθηκε στον Διάκο. Η άλλη επιτέθηκε στο Δυοβουνιώτη, του οποίου το απόσπασμα γρήγορα οδηγήθηκε σε οπισθοχώρηση, και η υπόλοιπη στον Πανουργιά, οι άντρες του οποίου υποχώρησαν όταν πληγώθηκε.
Έχοντας η πλειοψηφία των Ελλήνων υποχωρήσει, οι Τούρκοι συγκέντρωσαν την επιθετική τους ισχύ ενάντια στη θέση του Διάκου στη γέφυρα της Αλαμάνας. Βλέποντας ότι ήταν θέμα χρόνου προτού κατακλυστούν απ’ τον εχθρό, ο Μπούσγος, που πολεμούσε παράλληλα με τον Διάκο, του πρότεινε να υποχωρήσουν. Ο ψυχογιός του, βλέποντας τους άλλους να φεύγουν έφερε ένα άλογο στον Διάκο και τον παρότρεινε να φύγει κι αυτός.
Όμως ο Διάκος δεν δείλιασε και δεν έφυγε. «Δεν φεύγω» του απάντησε.
Θυμήθηκε ότι και ο Λεωνίδας άλλοτε, κάπου εκεί κοντά, δε φοβήθηκε τις μυριάδες των Περσών. «Αγίασε» με το αίμα του άλλη μια φορά τον ιερό εκείνο τόπο, όπου οι προσκυνητές θαυμάζουν την παλιά και τη νέα ανδραγαθία των Ελλήνων. Πολέμησε λοιπόν με πρωτοφανή ανδρεία και ανέστησε τις παλιές ένδοξες ημέρες των 300 του Λεωνίδα.
Κι αυτός πλέον δεν είχε ούτε 300, αλλά μόνο 20-30 συμπολεμιστές του σε μια απελπισμένη μάχη σώμα με σώμα, λίγες ώρες πριν συντριβούν…
Η άνιση μάχη αρχίζει κι απ’ τους πρώτους νεκρούς που πέφτουν μπροστά του, είναι ο αδερφός του Κωνσταντίνος Μασαβέτας, τον οποίο ο Διάκος χρησιμοποιεί πλέον σαν ασπίδα στις επιθέσεις που δέχεται. Με μόνο 10 αγωνιστές που του έχουν απομείνει, μεταβαίνει στη θέση Μανδροστάματα της μονής Δαμάστας, όπου οχυρώνεται και πολεμά εκεί για μια ώρα περίπου.

Όλοι οι σύντροφοί του σκοτώνονται, εκτός απ’ τον ψυχογιό του. Ο ίδιος τραυματίζεται κι αφού πετάει το τουφέκι του που έχει σπάσει από την υπερβολική χρήση, όπως και το σπαθί του που το βρήκε βόλι κοντά στην λαβή, συνεχίζει να πολεμά και να αντιστέκεται, βαστώντας στο αριστερό χέρι την πιστόλα του. Οι Τούρκοι τον αναγνωρίζουν κι αφού τον περικυκλώνουν, τον συλλαμβάνουν ζωντανό, μες τα αίματα και τον οδηγούν στον Ομέρ Βρυώνη. Ο Ομέρ Βρυώνης σεβάσθηκε αρχικά τον ήρωα και δεν άφησε να τον σκοτώσουν επί τόπου.

Ο τελικός απολογισμός της μάχης της ημέρας εκείνης, ήταν περίπου 300 Έλληνες κι ελάχιστοι Τούρκοι νεκροί, ενώ αρκετοί ήταν οι τραυματίες.

Οι πασάδες, έχοντας αιχμάλωτους πλέον τον Διάκο και τον ψυχογιό του όδευσαν προς τη Λαμία (Ζητούνι). Χάριν της κενοδοξίας τους, έβαλαν τον Διάκο να περπατά μπροστά πεζός. Φοβούμενοι όμως σύντομα, μην τυχόν επιχειρήσει να διαφύγει τον έβαλαν να καθίσει σε ένα μουλάρι που είχε ελαφρά δεμένα το πόδια του για να μην μπορεί να τρέξει.

Την νύχτα της 23ης Απριλίου 1821, αφού έφτασαν στη Λαμία, τον ανέκριναν, παρόντος και του Χαλήλ μπέη, σημαίνοντα Τούρκου της Λαμίας, κοντά στην πλατεία Λαού, πλησίον του σημείου όπου θανατώθηκε τελικά ο Διάκος, ζητώντας να μάθουν στοιχεία για την Επανάσταση. Ο Διάκος άφοβα τους απάντησε ότι όλο το έθνος των Ελλήνων αποφάσισε να χαθεί ή να ελευθερωθεί.

Ο Ομέρ Βρυώνης, ο οποίος φέρεται να ήταν ελληνικής καταγωγής και δεν ήθελε τον θάνατο του Διάκου, καθώς τον γνώριζε από την αυλή του Αλή πασά και εκτιμούσε τις ικανότητές του, στην διάρκεια της συνοπτικής αυτής δίκης, του πρόσφερε τιμές, με αντάλλαγμα να παραιτηθεί του αγώνα και να προσχωρήσει στο τουρκικό στρατόπεδο, ασπαζόμενος τον ισλαμισμό. Ο Διάκος αρνήθηκε περήφανα.

Ο Μεχμέτ πασάς (συστράτηγος, αλλά ανώτερος του Ομέρ Βριώνη), θαυμάζοντας το θάρρος του Διάκου του είπε ότι είναι πρόθυμος να του παρέχει ιατρική περίθαλψη, αν ήθελε να τεθεί στην υπηρεσία του. Ο Διάκος απέρριψε την πρότασή του, λέγοντας «Δεν σε υπηρετώ. Αλλά και να σε υπηρετήσω, δε θα σε ωφελήσω». Ο Μεχμέτ πασάς τότε τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει. Αυτό δεν φαίνεται να πτόησε τον Διάκο που του απάντησε «Η Ελλάς έχει πολλούς Διάκους».

Την επόμενη μέρα, την 24η Απριλίου, ημέρα Κυριακή και κατόπιν επίμονης απαιτήσεως του Χαλήλ μπέη, εκδόθηκε απόφαση για θανατική ποινή με ανασκολοπισμό (σούβλισμα), καθώς όπως υποστήριζε, ο Διάκος είχε σκοτώσει πολλούς Τούρκους και θα έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά.

Ο Χαλήλ μπέης μάλιστα, απαίτησε στο σημείο του μαρτυρίου να είναι παρών κι ο ανηψιός του Διάκου, ο 16χρονος Κωνσταντίνος Κούστας, έτσι ώστε, βλέποντάς τον ο Διάκος, να μην βασανίζεται μόνο σωματικά, αλλά και ψυχικά.
Αυτός που κοινοποίησε την σκληρή απόφαση στον Διάκο, του έδωσε να κρατά στα χέρια του και το εργαλείο του θανάτου του, λέγοντάς του να τον ακολουθήσει κρατώντας το. Αυτός αγανακτώντας το πέταξε κάτω και φώναξε σε μερικούς Αλβανούς που ήταν γύρω του, «Δεν βρίσκεται κάποιος να με σκοτώσει; Γιατί αφήνετε τους Ανατολίτες να με παιδεύουν; Εγώ κακούργος δεν είμαι» (σύμφωνα με άλλη εκδοχή, αυτό φέρεται να το είπε όταν τον σούβλιζαν).

Κάποιοι απ’ τον συγκεντρωμένο κόσμο του είπαν τότε να τουρκέψει για να σώσει το τομάρι του. Ο Διάκος γυρίζοντας προς αυτούς, τους απαντά,
«Εγώ Γραικός εγεννήθηκα και Γραικός θ’ αποθάνω» (σύμφωνα με άλλη εκδοχή, αυτή η φράση ειπώθηκε ενώπιον του Ομέρ Βρυώνη, όταν του έκανε ανάλογη πρόταση, ενώ ποικίλουν και οι όροι, Ρωμιός ή Χριστιανός).

Οδεύοντας προς τον τόπο του μαρτυρίου, η παράδοση φέρει τον Διάκο να μονολογεί με πίκρα ατενίζοντας την ανοιξιάτικη φύση
«Για ιδέ καιρόν που διάλεξεν ο χάρος να με πάρει. Τώρα π’ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάν’ η γη χορτάρι».
Ο Διάκος τελικά οδηγήθηκε απέναντι από την καλύβα του γερο-Μπακογιάννη στην πλατεία Λαού, εκεί που βρίσκεται σήμερα το κενοτάφιο.
Πως όμως γινόταν ο ανασκολοπισμός από τους Τούρκους;
Μια λεπτομερής περιγραφή βρίσκεται στο Γαλλικό Grand Dictionnaire:
«To βασανιστήριο του διοβελισμού ένα από τα φοβερότερα εφευρήματα της ανθρώπινης θηριωδίας, είναι το σούβλισμα του κατάδικου σε ξύλινο πάσσαλο.
Ξαπλώνουν το θύμα καταγής μπρούμυτα με τα πόδια πολύ ανοικτά και τα χέρια δεμένα στην ράχη. Για να ακινητοποιηθεί εντελώς και να μη διαταράσσεται η εργασία του δημίου στερεώνεται στη ράχη του μελλοθάνατου ένα σαμάρι επάνω στο οποίο κάθεται ένας από τους βοηθούς του. Ο δήμιος, αφού προετοιμάσει την είσοδο με λίπος, πιάνει το παλούκι με τα δύο του χέρια και το μπήγει όσο βαθύτερα μπορεί και ύστερα το χτυπάει με κόπανο ώστε να εισχωρήσει πενήντα ή εξήντα εκατοστά. Ανασηκώνει τότε τον σουβλισμένο και το στερεώνει στο χώμα αφήνοντας το θύμα να ξεψυχήσει καρφωμένο. Καθώς ο δύστυχος δεν μπορεί να κρατηθεί από πουθενά το παλούκι βυθίζεται, εξαιτίας του βάρους του σώματος, όλο και πιο πολύ και τελικά βγαίνει ή από τη μασχάλη ή από το στήθος ή από το στομάχι. Κι ο θάνατος που θα τερματίσει το αποτρόπαιο μαρτύριο αργεί.


Αναφέρονται περιπτώσεις παλουκωμένων που έζησαν τρεις ημέρες σ αυτή την θέση. Η διάρκεια του βασανισμού εξαρτάται από την σωματική διάπλαση του ατόμου και την κατεύθυνση που δίνεται στον πάσαλο. Αυτό εξηγείται εύκολα. Από έναν εκλεπτυσμό της φρικαλέας θηριωδίας τους φροντίζουν μα μην είναι αιχμηρό το παλούκι αλλά αμβλύ και κάπως στρογγυλεμένο στην άκρη. Γιατί η αιχμή θα περνούσε τα όργανα κατά την διολίσθηση του παλουκιού και θα προκαλούσε τον άμεσο θάνατο. Η στρογγυλεμένη όμως απόληξη του πασσάλου παραμερίζει τα σπλάχνα, τα μετακινεί χωρίς να εισχωρεί στους ευαίσθητους ιστούς… παρά τους εφιαλτικούς πόνους που προκαλεί η συμπίεση των νεύρων η ζωή παραμένει για ορισμένο χρόνο. Γιατί είναι προφανές ότι αν το παλούκι, αντί να ακολουθήσει τον άξονα του σώματος, εισχωρήσει λοξά δεν θα βγει από το στέρνο ή την μασχάλη αλλά θα τρυπήσει το υπογάστριο. Κι έτσι αφού παραμείνει άθικτη η θωρακική χώρα και δεν πλήττονται βασικά όργανα η ζωή θα παραταθεί περισσότερο».

Παρ’ ότι ο ανασκολοπισμός του Διάκου είναι αδιαμφισβήτητος, εν τούτοις οι πληροφορίες που αφορούν τον τόπο και τις ώρες του μαρτυρίου του, είναι συγκεχυμένες.
Η επικρατέστερη άποψη είναι ότι ο Διάκος σουβλίστηκε στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το κενοτάφιο. Υπάρχει όμως και η άποψη ότι μεταφέρθηκε στην Αλαμάνα κι αφού σουβλίστηκε, τον έστησαν όρθιο και τον αποτελείωσαν οι Τούρκοι με πυροβολισμούς.
Κατά μία άλλη εκδοχή, «Ζων ο κατάδικος ετίθετο επί ανεστραμμένου σάγματος ύπτιος, δεμένος χείρας και πόδας, δύο ρωμαλέοι δήμιοι εκάθoντο επ’ αυτού, τρίτος εστήριζεν εις τον πρωκτόν ξύλινον οβελόν όμοιον με τας σούβλας ας μεταχειριζόμεθα δια το ψήσιμον των αρνιών του Πάσχα, και τέταρτος δια σιδηράς ή ξυλίνης σφύρας εκτύπα του οβελού το οπίσθιον, εωσούν η ακωκή εξήρχετο εκ της κεφαλής ή θατέρας των ωμοπλατών καθ’ ην τυχαίως ελάμβανεν διεύθυνσιν. Εάν ο οβελός εξήρχετο εκ της αριστεράς ωμοπλάτης ο ούτω βασανιζόμενος απέθνησκε μετ ολίγον, εάν δε εκ της δεξιάς έζη και τρεις και τέσσερας ημέρας. Τρεις όλας ημέρας εβασανίσθη ούτως ο αείμνηστος Διάκος και ήθελεν βασανισθή έτι πλέον εάν οίκτου δεν τω έθραυε δια σφαίρας το κρανίον εις άτακτος».

Σύμφωνα πάντως με τον παππού του γιατρού Κουνούπη, ο οποίος δήλωνε αυτόπτης μάρτυρας του μαρτυρικού θανάτου του Διάκου, μετά το σούβλισμα, ο όχλος άναψε φωτιά επί της οποίας τοποθέτησαν τον κατακρεουργημένο, αλλά ζωντανό ακόμα ήρωα για να τον ψήσουν. Τότε κάποιος ονόματι Θανάσης Μάνθος, έδεσε στην άκρη ενός ξύλου ένα βρεγμένο πανί και το έφερε με τρόπο στο στόμα του Διάκου. Μόλις υγράνθηκαν τα χείλη του, ο Διάκος ξεψύχησε.

Το ψήσιμο του Διάκου, το οποίο θεωρείται από μερικούς αμφισβητήσιμο, αναφέρεται και στην επίσημη έκθεση της Κρατικής Επιτροπής Αποκαταστάσεως Αγωνιστών, η οποία του απονέμει τιμητικά μετά θάνατον τον βαθμό του Στρατηγού.
Οι Τούρκοι, μετά από 6 ημέρες (κατ’ άλλους 3-5), όταν η δυσωδία από το σώμα του Διάκου, αλλά κι από τα κεφάλια των άλλων αγωνιστών που ήταν περιστοιχισμένα γύρω του, άρχισε να γίνεται αφόρητη, διέταξαν τους Λαμιώτες Κεφάλα και Φαροδήμο να ξεσουβλίζουν τον Διάκο και μαζί με τα υπόλοιπα μαρτυρικά κορμιά να τα πετάξουν.
Όπως μαρτυρά ο ανηψιός του Διάκου, Κωνσταντίνος Κούστας, το σκήνωμα του ήρωα πετάχτηκε σε έναν μεγάλο σκουπιδόλακκο, βορειοδυτικά της Λαμίας, ανάμεσα στον λόφο του Αγίου Λουκά και το σημερινό στρατόπεδο της Μεραρχίας Υποστηρίξεως. Κατόπιν ρητής εντολής του πασά, το άψυχο σώμα σκεπάστηκε με κοπριές, αφ΄ ενός για να λιώσει πιο γρήγορα κι αφ’ ετέρου για να επιτείνει τον εξευτελισμό τόσο της σορού του Διάκου, όσου και της κεφαλής του Δεσπότη Σαλώνων που είχε πεταχτεί στον ίδιο λάκκο.
Το τι απέγινε η σορός του Διάκου και που ετάφη αν ετάφη, παραμένει εώς σήμερα ένα ερωτηματικό.
Η παράδοση λέει, πως κάποιος πήγε κρυφά μετά από μερικές μέρες και ξέθαψε το σώμα. Το μετέφερε και το έθαψε κοντά σε ένα μικρό ερημοκκλήσι της Λαμίας, εκεί όπου αργότερα χτίστηκε το σπίτι του Παπαδογιώργου. Το σημείο αυτό τοποθετείται κοντά στην πλατεία Διάκου στην νότια πλευρά, προς τα σκαλιά που οδηγούν στην οδό Καρπενησίου.
Το Δημοτικό Συμβούλιο της Λαμίας, με ψήφισμά του στις 10 Αυγούστου 1843 αποφάσισε και ενέκρινε δαπάνη 150 δραχμών για «…την ανακομιδή των λειψάνων του αοίδομου πρωτομάρτυρος και πρωταγωνιστού Αθανασίου Διάκου και την μεταφοράν και εναπόθεσιν αυτών περί ώραν…».
Όπως αναφέρει αργότερα ο Θ. Λάσκαρης, «…το μέρος ηρευνήθη, αλλ’ ουδέν ίχνος ευρέθη».
Στην Εθνική Βιβλιοθήκη, υπάρχει έγγραφο με θέμα μια αίτηση (η οποία έγινε δεκτή) προς την Κρατική Επιτροπή Αποκαταστάσεως Αγωνιστών, την οποία είχε υποβάλλει ο αγωνιστής του 1821 και πρώην διερμηνέας του Ομέρ Βρυώνη, Παναγιώτης Σκορδής. Ο Σκορδής ζητά την οικονομική βοήθεια της πολιτείας, καθώς ξόδεψε όλη του την περιουσία στον Αγώνα. Ανάμεσα στις πράξεις τις οποίες γράφει και πιστεύει ότι θα πρέπει να εκτιμηθούν, αναφέρει και την εξαγορά έναντι 5.000 γροσίων απ’ τους Τούρκους της σορού του Αθανάσιου Διάκου, με 130 ακόμα «κεφαλάς», καθώς και την απελευθέρωση 24 αιχμαλώτων.
Το έγγραφο αυτό, αν και δεν διευκρινίζεται εδώ που ακριβώς έθαψε ο Σκορδής τις σορούς, υποστηρίζεται από ανάλογο του συνταγματάρχη Ζαφειρόπουλου, το οποίο αναφέρει τα εξής:
«Πιθανότατα ακόμη, αν ο Δήμος Λαμιέων επανέλθει επί του ψηφίσματος της 16-8-1843, μια νέα έρευνα επί του σημείου της ταφής του Διάκου, να είναι επιτυχής. Αν σκεφτούμε μάλιστα πως στην περιοχή αυτή, εκτός του σώματος του ήρωα ερρίφθησαν και τα κεφάλια 130 αγωνιστών, τότε μάλλον πρέπει να υποθέσουμε πως πρόκειται για έναν πολύ μεγάλο ομαδικό τάφο».

Ο βάναυσος τρόπος θανάτου του Διάκου στα χέρια των Τούρκων τρομοκράτησε αρχικά το λαό της Ρούμελης, αλλά η γενναία στάση του κοντά στις Θερμοπύλες, που θυμίζει την ηρωική άμυνα του Λεωνίδα απέναντι στους Πέρσες, τον έκανε μάρτυρα για τον απελευθερωτικό σκοπό.
Ένα μνημείο στέκεται τώρα κοντά στη γέφυρα της Αλαμάνας, το σημείο της τελικής μάχης του…
Το μνημείο του Αθανάσιου Διάκου στην Αλαμάνα
Στο σημείο του μαρτυρικού του θανάτου, στην οδό Καλύβα Μπακογιάννη (πλησίον της πλατείας Λαού) στην πόλη της Λαμίας, υπάρχει σήμερα ένα κενοτάφιο για να μας θυμίζει αυτόν τον μεγάλο και πραγματικό ήρωα. Το 1886 με πρόταση του ταγματάρχου Ρούβαλη και αργότερα (1889) με ενέργειες του δημάρχου Λαμιέων, Σκληβανιώτου, κατασκευάστηκε σε ανάμνηση της τραγικής θυσίας του Αθανασίου Διάκου.
Είναι ένας Γολγοθάς, δηλαδή συσσώρευση μεγάλων λίθων πού έχει στην κορυφή του μαρμάρινο σταυρό τον οποίο περιβάλλουν φύλλα δάφνης. Στην πρόσοψη του Γολγοθά υπάρχει η επιγραφή:



«Ούτος ο τόπος ενθα τήν 23ην Απριλίου 1821 υπό των Τούρκων ανασκολοπισθείς εμαρτύρησε υπέρ Πίστεως και Ελευθερίας ο Αθανάσιος Διάκος».
Σε άλλη πλάκα πού τοποθετήθηκε το 1930 με την συμπλήρωση 100 χρόνων ελεύθερης Λαμίας, ο ποιητής Κωστής Παλαμάς έγραψε τούς ακόλουθους στίχους:



«Και των ηρώων καύχημα στην δόξα του Κυρίου,
Θανάση Διάκο σ΄ έφερεν ο δαρμός του μαρτυρίου,
και ενώ σου σπάραζε κακή φωτιά το τίμιο σώμα,
τραγούδι αγγελικό φιλί σου μύρωνε το στόμα».
Πίσω ακριβώς από το μνημείο επί υψηλού τοίχου εντός κόγχης υπάρχει η προτομή του Αθανασίου Διάκου. Επίσης η είσοδος είναι μαρμάρινη με δύο πυρσούς σε κάθε κολώνα λεπτής τέχνης.



Κενοτάφιο Αθανασίου Διάκου

Στην ομώνυμη πλατεία της Λαμίας, υπάρχει το άγαλμά του, όπου τον παρουσιάζει να μάχεται με το σπασμένο σπαθί…




Το άγαλμα του Διάκου, στην πλατεία Αθανασίου Διάκου, στη Λαμία
Ένα εκ των χωριών που τον διεκδικεί ως τόπος γεννήσεώς του, το χωριό Άνω Μουσουνίτσα, μετονομάστηκε αργότερα Αθανάσιος Διάκος προς τιμήν του.




ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ
Τρία πουλάκια κάθουνταν ψηλά στη Χαλκουμάτα.
Το ‘να τηράει τη Λειβαδιά και τ’ άλλο το Ζητούνι.
Το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει:
«Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
Μην’ ο Καλύβας έρχεται, μην’ ο Λεβεντογιάννης;
Νουδ’ ο Καλύβας έρχεται νουδ’ ο Λεβεντογιάννης.
Ομέρ Βρυώνης πλάκωσε με δεκαοχτώ χιλιάδες».

Ο Διάκος σαν τ’ αγροίκησε πολύ του κακοφάνη.
Ψηλή φωνή εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει.
«Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλληκάρια,
δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες,
γλήγορα για να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα,
που ‘ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια».


Παίρνουνε τ’ αλαφριά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
«Καρδιά, παιδιά μου», φώναξε, «παιδιά μη φοβηθείτε.
Σταθείτε αντρειά σαν Έλληνες και σα Γραικοί σταθείτε».


Ψιλή βροχούλαν έπιασε κι ένα κομμάτι αντάρα.
Τρία γιουρούσιαν έκαμαν, τα τρία αράδα αράδα.
Έμεινε ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες.
Τρεις ώρες επολέμαε με δεκαοχτώ χιλιάδες.
Βουλώσαν τα κουμπούρια του κι ανάψαν τα τουφέκια.

Κι ο Διάκος εξεσπάθωσε και στη φωτιά χουμάει.
Ξήντα ταμπούρια χάλασε κι εφτά μπουλουκμπασήδες,
και το σπαθί του κόπηκε ανάμεσα απ’ τη χούφτα
και ζωντανό τον έπιασαν και στον πασά τον πάνουν.
Χίλιοι τον παν από μπροστά και χίλιοι από κατόπι.

Κι ο Ομέρ Βρυώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:
«Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, την πίστη σου ν’ αλλάξεις;
Να προσκυνήσεις στο τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσεις;».

Κι εκείνος τ’ αποκρίθηκε και στρίφτει το μουστάκι:
«Πάτε κι εσείς κι η πίστη σας, μουρτάτες να χαθείτε!
Εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θε ν’ αποθάνω.
Α, θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες
μόνον εφτά μερών ζωή θέλω να μου χαρίστε,
όσο να φτάσει ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βόγιας».


Σαν τ’ άκουσε ο Χαλίλμπεης, αφρίζει και φωνάζει:
«Χίλια πουγκιά σας δίνω ‘γω κι ακόμα πεντακόσια,
τον Διάκο να χαλάσετε, τον φοβερό τον κλέφτη,
γιατί θα σβήσει την Τουρκιά κι όλο μας το ντοβλέτι».


Τον Διάκο τότε παίρνουνε και στο σουβλί τον βάζουν.
Ολόρτο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε,
την πίστη τους τούς ύβριζε, τους έλεγε μουρτάτες:
«Σκυλιά, κι αν με σουβλίσετε ένας Γραικός εχάθη.
Ας είναι ο Οδυσσεύς καλά και ο καπετάν Νικήτας,
που θα σας σβήσουν την Τουρκιά κι όλο σας το ντοβλέτι».




Αριστοτέλης Βαλαωρίτης



Ἀθανάσης Διάκος

Ἆσμα Πρῶτον
Ἡ παραμονή

«Ἀνέβα, Μῆτρε στοῦ βουνοῦ κατάκορφα τὴ ράχη,
πᾶρε τὸ μάτι τἀητοῦ καὶ τἀλαφιοῦ τὸ πόδι
καὶ τὴν ἀγρύπνια τοῦ λαγοῦ, καὶ στῆσε καραοῦλι.
Κι᾿ ἂν δῇς χιλιάδαις τὸν ἐχθρό, ἄλογα καὶ πεζούρα,
μὲ τὸν Κιοσὲ Μεχμὲτ πασᾶ, τὸν ὕπνο μὴ μοῦ κόψῃς,
στάσου, πολέμα μοναχός. Κι᾿ ἂν δῇς μὲς στὸ φουσάτο
νὰ πηλαλάῃ τἄλογο τοῦ Ὁμέρπασα Βρυώνη,
πέτα ροβόλα, κρᾶξε με. Σύρε μὲ τὴν εὐχή μου».
Ἄστραψε ἀπ᾿ ἄγρια χαρὰ τὸ μέτωπο τοῦ κλέφτη,
ἐβρόντησαν τὰ χαϊμαλιά, ἀνέμισε ἡ φλοκάτη,
ἔλαμψε ὁ Μῆτρος μία στιγμὴ κ᾿ ἐσβήστηκε σὰν ἄστρο.
Ὁ Διάκος τὸν συντρόφεψε γιὰ λίγο μὲ τὸ μάτι
κ᾿ ὕστερα πέφτει κατὰ γῆς γονατιστὸς στὴν πέτρα:
«Ἀδέρφια, παλληκάρια μου! Ἐλᾶτε ὁλόγυρά μου
καὶ γονατίσετε μ᾿ ἐμέ. Ὁ κόσμος στὴ χαρά του
εἶν᾿ ἀνθοστόλιστη ἐκκλησιά, κι᾿ ἐδῶ μας παραστέκει
ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἔχτισε, γιὰ νὰ τὸν προσκυνοῦμε».
Ἤτανε νύχτα. Τὰ βουνά, οἱ λαγκαδιαίς, τὰ δέντρα,
οἱ βρύσαις, τ᾿ ἀγριολούλουδα, ὁ οὐρανός, τ᾿ ἀγέρι,
στέκουν βουβὰ ν᾿ ἀκούσουνε τὴν προσευχὴ τοῦ Διάκου.
«Ὅταν ἡ μαύρ᾿ ἡ μάνα μου, ἐμπρὸς σὲ μίαν εἰκόνα,
Πλάστη μου, μ᾿ ἐγονάτιζε μὲ σταυρωτὰ τὰ χέρια
καὶ μώλεγε νὰ δεηθῶ γιὰ κειοὺς ποὺ τὸ χειμῶνα
σὰ λύκοι ἐτρέχαν στὰ βουνά, μὲ χιόνια, μ᾿ ἀγριοκαίρια
γιὰ νὰ μὴ ζοῦνε στὸ ζυγό, ἔνοιωθα τὴ φωνή μου,
νὰ ξεψυχάει στὰ χείλη μου. ἐσπάραζε ἡ καρδιά μου,
μοῦ ἐτρέμανε τὰ γόνατα, σὰν νἄθελε ἡ ψυχή μου
νὰ φύγῃ μὲ τὴ δέηση ἀπὸ τὰ σωθικά μου.
Ὕστερα μὤλεγε κρυφὰ νὰ σοῦ ζητῶ τὴ χάρη
νὰ μ᾿ ἀξιώσῃς μία φορὰ ἕνα σπαθὶ νὰ ζώσω
καὶ νὰ μὴν ἔρθῃ ὁ θάνατος νὰ μ᾿ εὕρῃ, νὰ μὲ πάρῃ
πρὶν πολεμήσω ἐλεύθερος, γιὰ σὲ πρὶν τὸ ματώσω.
Πατέρα παντοδύναμε! Ἄκουσες τὴν εὐχή μου.
μοῦ φύτεψες μὲς στὴν καρδιὰ ἀγάπη, πίστη, ἐλπίδα,
ἔδωκες μίαν ἀχτίδα σου, ἀθέρα στὸ σπαθί μου
καὶ μοὖπες: Τώρα πέθανε γιὰ μέ, γιὰ τὴν πατρίδα!
Ἕτοιμος εἶμαι, Πλάστη μου! Λίγαις στιγμαὶς ἀκόμα
καὶ σβυῶνται τ᾿ ἄστρα σου γιὰ μέ. Γιὰ μὲ θὰ σκοτειδιάσῃ
τὤμορφο γλυκοχάραμα. Θὰ μοῦ κλειστῇ τὸ στόμα,
ποὺ ἐκελαδοῦσε στὰ βουνά, στὴ ρεματιά, στὴ βρύση.
θὰ μαραθοῦν τὰ πεῦκα μου. Ἀραχιασμέν᾿ ἡ λύρα,
ποὺ μοὖταν ἀδερφοποιτὴ κι᾿ ὁποὺ μ᾿ ἐμὲ στὴ φτέρη
ἀγκαλιασμένη ἐπλάγιαζε, τώρα θὰ μείνη στεῖρα
καὶ στάψυχο κουφάρι της θὰ νὰ βογγάῃ τ᾿ ἀγέρι.
Ὅλα τ᾿ ἀφίνω μὲ χαρά, χωρὶς ν᾿ ἀναστενάξω.
Καὶ τὤχω περηφάνειά μου, ποὺ ἐδιάλεξες ἐμένα
αὐτὴν τὴν ἔρμη τὴν πορειὰ μὲ τὸ κορμὶ νὰ φράξω.
Εὐχαριστῶ σε, Πλάστη μου! Δὲ θὰ χαθοῦν σπαρμένα
καὶ δὲ θὰ μείνουν ἄκαρπα τ᾿ ἄχαρα κόκκαλά μου.
Εὐλόγησε τηνε τὴ γῆ ὁποὺ θὰ μ᾿ ἀγκαλιάσῃ
καὶ στοίχειωσε κάθε κλωνὶ ἀπὸ τὰ χώματά μου,
νὰ γένῃ ἀδιάβατο βουνὸ τὸ μνῆμα τοῦ Θανάση.
Θέ μου! Ξημέρωσέ τηνε τὴν αὐριανὴ τὴ μέρα!
Θὰ μᾶς θυμᾶτ᾿ ἡ Ἀρβανιτιὰ καὶ θὰ τὴν τρώ᾿ ἡ ζήλεια.
Θὰ χλημητᾶνε τ᾿ ἄλογα, θὰ καῖνε τὸν ἀγέρα
μὲ τ᾿ ἄγρια τὰ χνῶτα τοὺς γκέκικα καρυοφύλλια,
θὰ γένουν πάλαι τὰ Θερμιὰ λαίμαργη καταβόθρα...
Χιλιάδες ἦρθαν θερισταὶ καὶ Χάρος ὀργοτόμος,
μουγκρίζουν, φοβερίζουνε πὼς δὲ θὰ μείνη λώθρα
σ᾿ αὐτὴν τὴ δύστυχη τὴ γῆ, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος...
Κ᾿ ἐμεῖς θὰ πᾶμε μὲ χαρὰ σ᾿ αὐτὸν τὸν καταρράχτη.
Ἐπάνωθέ μας θἆσαι σύ, καὶ τὰ πατήματά μας
θὰ νἄχουνε γιὰ στήριγμα τὴ φοβερή τη στάχτη,
πὤμεινε σπίθ᾿ ἀκοίμητη βαθειὰ στὰ σωθικά μας.
Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Γιὰ ν᾿ ἀκουστῇ στὴ Δύση
πὼς δὲν ἀπονεκρώθηκε καὶ πὼς θ᾿ ἀνθοβολήσῃ
τώρα μὲ τὰ Μαγιάπριλα ἡ δουλωμένη χώρα.
Εὐλογημέν᾿ ἡ ὥρα!»

*

Ἔσκυψ᾿ ὁ Διάκος ὡς τὴ γῆ, ἕσφιξε μὲ τὰ χείλη
κ᾿ ἐφίλησε γλυκὰ γλυκὰ τὸ πατρικό του χῶμα.
Ἔβραζε μέσα του ἡ καρδιά, καὶ στὰ ματόκλαδά του
καθάριο, φωτοστόλιστο, ξεφύτρωσ᾿ ἕνα δάκρυ...
Χαρὰ στὸ χόρτο πὤλαχε νὰ πιῇ σὲ τέτοια βρύση!

*

Πλαγιάζει ὁ λιονταρόψυχος! Τὰ νειάτα, τὴ θωρειά του
τ᾿ ἀστέρια βλέπουν μὲ χαρὰ καὶ κάπου κάπου ἀφίνουν
κρυφὰ τὸ θόλο τ᾿ οὐρανοῦ γιὰ νὰ διαβοῦν σιμά του.
Μοσχοβολάει τριγύρω του καὶ τὸν σφιχταγκαλιάζει
στὸν κόρφο της ἡ ἄνοιξη, σὰν νἄτανε παιδί της.
Χαρούμενα τὰ λούλουδα φιλοῦν τὸ μέτωπό του
χάνει μὲ μιᾶς τὴν ἀσκημιὰ καὶ τὴν ταπεινοσύνη
ὁ ἔρμος ἀζώηρος, ἡ ποταπὴ ἡ λαψάνα,
γλυκαίνει τὸ χαμαίδρυο, στοῦ χαμαιλειοῦ τὴ ρίζα
ἀποκοιμιέται ὁ θάναρος καὶ τὸ περιπλοκάδι,
ποὺ πάντα κρύβεται δειλὸ καὶ τ᾿ ἄπλερο κορμί του
ἀλλοῦ στυλόνει τὸ φτωχό, δυναμωμένο τώρα
τρελλό, περηφανεύεται καὶ θέλει νὰ κλαρώσῃ
στ᾿ ἀνδρειωμένο μέτωπο γιὰ ν᾿ ἀκουστῇ πὼς ἦταν
στὴ φοβερὴ παραμονὴ μία τρίχ᾿ ἀπ᾿ τὰ μαλλιά του.

*

Πλαγιάζει ὁ λιονταρόψυχος! Τοῦ ὕπνου του οἱ ὥραις
ὅσο κι᾿ ἂν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θὰ γένουν
ν᾿ ἀποστομώσουν τὸ θολό, τ᾿ ἀγριωμένο κῦμα
τοῦ χρόνου ποὺ μᾶς ἔπνιξε. Μ᾿ ἐκείνην τὴν ρανίδα
πὤσταξ᾿ ἀπὸ τὰ μάτια του θὰ ξεπλυθῇ ἡ μαυράδα,
ποὺ ἐλέρωνε τῆς μοίρας μας τὸ νεκρικὸ δεφτέρι.
Ὁ Διάκος στὸ κρεββάτι του, ζωσμένος τὴ φλοκάτη,
σὰν ἀητὸς μὲς στὴ φωλειά, ὀλάκαιρο ἕνα γένος
ἔκλωθ᾿ ἐκείνην τὴν βραδειά. Ὅταν προβάλ᾿ ἡ μέρα,
θὰ νἄβγουν τ᾿ ἀητόπουλα μὲ τροχισμένα νύχια,
μὲ θεριεμένα τὰ φτερά, ν᾿ ἀρχίσουν τὸ κυνήγι...
Πλάστη μεγαλοδύναμε! Ἀξίωσέ μας ὅλους,
πρὶν μᾶς σκεπάσῃ ἡ μαύρη γῆ, στὰ δουλωμένα πλάγια
νὰ κοιμηθοῦμε μία νυχτιὰ τὸν ὕπνο τοῦ Θανάση!

* * *

Ἆσμα Δεύτερον
Οἱ τρεῖς
Διάκος, Πανουριᾶς, Δυοβουνιώτης

-Διάκε, χαρὰ στὸν ὕπνο σου!
-Καλῶς τὸ Δυοβουνιώτη,
καλή σου μέρα, Πανουριᾶ... Μὴ μὲ προπῆρ᾿ ἡ ὥρα;
Ἐξέχασα, ἐγελάστηκα, γλυκὰ κρυφομιλώντας,
ἀδέρφια, μὲ τὴ μάνα μου, ποὖρθε νὰ μ᾿ εὕρῃ ἀπόψε.
-Θανάση, ἂν δὲ σοῦ ζήλεψα τὰ νειῶτα, τὴν ἀνδρειά σου,
τ᾿ ἄρματα τ᾿ ἀξετίμωτα, τὸ μάτι, τὸ τραγούδι,
ζηλεύω αὐτὴν τὴν ξαστεριὰ πὤχει τὸ μέτωπό σου!
Ἔστησε στὸ κατώφλι μας τὸ νεκροκρέββατό του
ὁ Χάρος καὶ μᾶς καρτερεῖ. Ξήπλεγαις, τρομασμέναις
μανάδες ἀναρίθμηταις μὲ κουφωμένα στήθια
φεύγουν στὰ πλάγια νὰ κρυφτοῦν μὲ τὰ βυζασταρούδια.
Τὰ ὄρνια ἐμυριστήκανε τὸ σκοτωμὸ ποὺ θἄρθῃ
καὶ γρούζουν ἀνυπόμονα τροχίζοντας τὰ νύχια,
καὶ σὺ κοιμᾶσαι σὰν ἀρνί! Θανάση σὲ ζηλεύω!...
-Δὲν ἔχω πέτρινη ψυχή. Τοῦ κόσμου τὴ λαχτάρα
μέσα στὴ φλέβα τῆς καρδιᾶς σὰ σίδερο λυωμένο
τὴ νοιώθω π᾿ ἀναδεύεται καὶ μὲ σαρακοτρώγει.
Συχώρεσέ με, Πανουριᾶ, πρώτη φορὰν ἀπόψε
ἀφ᾿ ὅτου ζώνω τ᾿ ἄρματα μ᾿ ἐξάφνισε τ᾿ ἀστέρι.
Μὴ μὤχετε βαρύγνωμο. Ποιὸς ξέρει μὴν ἡ μοῖρα,
ἀδέρφια, μ᾿ ἀποκοίμησε γιὰ νὰ μὲ συνειθίσῃ
στοῦ τάφου τὸ τρισκότειδο. Ἐγὼ κι᾿ ὁ γερο Χάρος
ἐψὲς λογαριαστήκαμε, καὶ στὸ κατάστιχό του
ἕνα μικρὸ κατεβατὸ μένει ἄγραφο γιὰ μένα.
Γνοιαστῆτ᾿ ἐσεῖς τοὺς ζωντανούς. Ἐγὼ θὰ πολεμήσω
γιὰ τὰ παληά μας κόκκαλα. Στὴ φλόγα τοῦ πολέμου,
σὰ μέσα σ᾿ ἕνα θυμιατό, θὰ ρίξω τὸ κορμί μου
νὰ γένω νεκρολίβανο στὸ φοβερὸ τρισάγιο.
-Μὴν τὰ ξεσυνερίζεσαι τοῦ Πανουριᾶ τὰ λόγια.
Θυμήσου, Διάκε, μοναχά, πὼς ἄδειασεν ἡ φλέβα
τοῦ δύστυχου τοῦ γένους μας, καὶ μία ρανίδα τώρα
ἂν στάξῃ ἀπὸ τὸ αἷμα μας στὴ γῆ χωρὶς ἐλπίδα,
ἀντὶ νἆναι μνημόσυνο, μπορεῖ νἆναι κατάρα.
Ξέρω τί κρύβεις στὴν καρδιά, γνωρίζω τί θὰ κάμῃς...
-Ποιὸς μ᾿ ἐμαρτύρησε σ᾿ ἐσᾶς;
-Κανένας, μὴ θυμόνεις.
Εἶδα κ᾿ ἐγὼ τὴ μάνα σου ἀπόψε στὄνειρό μου
καὶ μοὖπε νἄρθω νὰ σ᾿ εὑρῶ καὶ νὰ σοῦ πῶ, Θανάση,
ποὺ ἂν χαλαστοῦμε σήμερα, θὰ νὰ δειλιάσῃ ὁ κόσμος
καὶ θὰ χουμήσῃ ἡ Ἀρβανιτιὰ πυκνὴ σὰν τὴν ἀκρίδα,
καὶ τἄλογο τοῦ Ὁμέρπασα ποιὸς θὰ τ᾿ ἀποστομώσῃ;
-Ὁ γυιὸς τοῦ Ἀνδρούτσου στὴ Γραβιά!
-Τί θέλεις, Δυοβουνιώτη;
Νὰ πάει τὸ Γοργοπόταμο θολὸ κ᾿ ἐντροπιασμένο
νὰ πῇ στὴν ἄγρια θάλασσα, πὼς δὲν εὑρέθηκ᾿ ἕνας
τὰ ξακουσμένα του νερὰ μὲ δυὸ ρανίδαις αἷμα
σ᾿ αὐτὸ τὸ πρῶτο βάφτισμα ν᾿ ἁγιάσῃ, νὰ μυρώσῃ;
Κ᾿ ἡ θάλασσα μουγκρίζοντας νὰ τρέξῃ στ᾿ ἀκρογιάλια,
σὰ φοβερὸς διαλαλητής, κι᾿ Ἀνατολὴ καὶ Δύση
νὰ μάθουν πῶς γιορτάζομε τὴ νεκρανάστασή μας;...
Νἆναι ὁ Βρυώνης στὰ Θερμιὰ καὶ νὰ μὴν εὕρῃ ἐμπρός του
δέκα κουφάρια ξαπλωτὰ γιὰ νὰ σκοντάψῃ ἐπάνω!
Νὰ μὴ βαφῇ τὸ πέταλο στοῦ ἀλόγου του τὸ νύχι!...
Ἀδέρφια, τἀποφάσισα καὶ μοναχὸς ἂν μείνω,
θ᾿ ἁπλώσω ὀργυιὰ τὰ χέρια μου, τὰ πόδια θὰ ριζώσω,
κι᾿ ἂν δὲ μὲ ξεχωνιάσουνε κι᾿ ἂν δὲ μὲ κατακόψουν,
δὲ θὰ μὲ διώξουν ἀπεκεί, δὲ θὰ μοῦ ἰδοῦν τὴ φτέρνα.
Καὶ σὺ τί λέγεις, Πανουριᾶ;
-Μ᾿ ἐθάμπωσε ἡ ἀχτίδα,
π᾿ ἀστράφτει ἀπὸ τὰ μάτια σου. Τριγύρω στὰ μαλλιά σου
παίζει τὸ γλυκοχάραμα. Μοῦ φαίνεσαι μεγάλος,
ψηλὸς ὡσὰν τὸν Ὄλυμπο καὶ στέκω καὶ προσμένω
ἐμπρός σου ἀκίνητος, βουβός, Διάκε, νὰ ἰδῶ τὸν ἥλιο,
π᾿ ὥραν τὴν ὥρα θὰ προβῇ ἀπ᾿ τ᾿ ἀντικέφαλό σου.
-Τί λόγος, γέρο Πανουριᾶ, τί φοβερὴ βλαστήμια
ξαγλίστρησ᾿ ἀπ᾿ τὰ χείλη σου! Αὐτὸ τὸ φῶς, ποὺ βλέπεις,
ἂς μὴ τὸ σκοτειδιάσωμε... Ἐσὺ στὴ Χαλκομμάτα
σῦρε νὰ ρίξης θέμελο. Στεῖλε τὸν Παπαντρία
νὰ πάῃ στοῦ Μουσταφάμπεη μὲ τὸν Κομνὰ τὸν Τράκα.
Καὶ πρὶν ἀρχίσῃ ὁ πόλεμος, θυμήσου ὁ Ἡσαΐας
νὰ βγῇ ψηλὰ στὸ ξέφαντο κ᾿ ἐκεῖθε νὰ κηρύξῃ
τὸν φοβερὸν τὸν ὅρκο μας, γιὰ νὰ γνωρίσῃ ὁ κόσμος
ὅτι τὸ ράσο τοῦ παπᾶ κ᾿ ἡ μίτρα τοῦ Δεσπότη
θὰ γένουν Χάρου φλάμπουρο καὶ σκιάχτρο καὶ σκοτάδι
καὶ κατασάρκι μελανὸ στὴν Ἅγια Τράπεζά μας,
ὅσο σ᾿ αὐτὰ τὰ χώματα δαφνοστεφανωμένη
ἡ δουλωμένη Ἐκκλησιὰ τὸ μέτωπο δὲ δείξῃ.
-Δὲν εἶμαι, Διάκε, Πανουριᾶς, νἆμαι γυναῖκα χήρα
καὶ νὰ μὲ πνίξῃ τὸ ψωμί, ποὺ ἐφάγαμε στὰ πλάγια,
ἂν λησμονήσω σήμερα τὸ βάφτισμα, τὸν ὅρκο.
-Ἐσὺ τὸ Γοργοπόταμο θὰ πιάσῃς, Δυοβουνιώτη,
καὶ πολεμώντας τὸν ἐχθρὸ λησμόνησε πὼς ἔχεις
κλεισμένο μὲς στὰ Γιάννινα τὸ Γιῶργο, τὸ παιδί σου.
Βλέπε τὸ ρέμμα τοῦ νεροῦ, κᾶμε το ν᾿ ἁρμυρίσῃ
μὲ δάκρυ τῆς Ἀρβανιτιᾶς. Στεῖλε το ματωμένο
στὰ μακρινὰ τ᾿ ἀδέρφια μας τὸν τρύγο σου νὰ φέρῃ
ὡσὰν πρωτόλουβο καρπό, μαζὶ μὲ τὤνομά σου.
Ὁ Βακογιάννης στὰ ριζά, καὶ πλεύρα στὸ γεφύρι
τῆς Ἀλαμάνας, Πανουριᾶ, θὰ στήσω τὸν Καλύβα.
Εἰς τὴν Δαμάστα μένω ἐγώ, σὰς τὸ ζητῶ γιὰ χάρη,
κι᾿ ὅταν ἀρχίσουνε... Σιωπή!... μοῦ ῾κάστηκε πὼς εἶδα
σὰν ἕναν ἴσκιο νὰ διαβῇ... Ἐσ᾿ εἶσαι, μωρὲ Μῆτρε;
-Ἐγᾦμαι, καπετάνιε μου.
-Πατεῖς βουβὰ τὴ νύχτα
καὶ δὲ σ᾿ ἐγνώρισα μὲ μιᾶς. Μὲ δίκηο νυχτοπούλι
σὲ κράζουν οἱ συντρόφοι μας. Τί φέρνεις παλληκάρι;
-Ἐκίνησε ὁ Ὁμέρπασας ἀπὸ τὸ λιανοκλάδι.
-Πέτα, ροβόλα, Πανουριᾶ... Στ᾿ ἄρματα, Δυοβουνιώτη...
Χριστὸς ἀνέστη, ἀδέρφια μου! Καλῶς ν᾿ ἀνταμωθοῦμε
ἀπόψε πάλαι νικηταί. Κι᾿ ἂν δὲ μὲ μεταϊδῆτε,
δὲν θέλω νὰ μὲ κλάψετε. Θέλω, σὰν πολεμᾶτε,
τὴν πρώτη σας τὴν τουφεκιά, τὸ πρῶτο σὰς τὸ βόλι
γιὰ μένα νὰ τὸ ρίχνετε, γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Διάκου.
Ἐφιληθήκανε καὶ οἱ τρεῖς. Τὰ χείλη τοῦ Θανάση
ἐλουλουδίζανε χαρά, σπιθοβολοῦν τὰ μάτια,
στὸ κρύο τἀγέρι τοῦ βουνοῦ καπνίζει ὁ ἀνασασμός του,
λὲς ἀπὸ βράχου σχισματιὰ οἱ ἀκοίμηταις οἱ φλόγαις,
ὁποὺ κρυφόβραζαν βαθειὰ στοῦ γένους μας τὰ σπλάγχνα.

* * *

Ἆσμα Τρίτον
Εἰκοστὴ τρίτη Ἀπριλίου
Μνήμη τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος
Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου

Λαλοῦν οἱ πέρδικαις γλυκὰ κι᾿ ὁ ἥλιος στὴ χαρά του
ἁπλώνει μίαν ἀχτίδα του καὶ ψηλαφίζει ὁ κλέφτης
τὰ παρδαλὰ τὰ στήθια τους κι᾿ αὐταὶς ἀναγαλλιάζουν.
Κατάκορφα στὸν οὐρανὸ πετιέται κι᾿ ὁ πετρίτης,
τ᾿ ἀητοὺ πρωτοπαλλήκαρο, νὰ βάψῃ τὰ φτερούγια
μὲς στὸν αἰθέρα τῆς αὐγῆς πρὶν ἔβγη στὴν παγάνα.
Πλένουν τὰ φύλλα στὴ δροσιὰ χαρούμενα τὰ ρείκη,
καὶ στὸ ἐλαφρὸ τὸ φύσημα τοῦ ἀγέρα, ποὺ διαβαίνει,
συναπαντοῦσε φιλικὰ μὲ τὸν ἀνασασμό του
τὸ θρούμπι τὴν ἀλιφασκιά, τὸ σφελαχτὸ ἡ μυρτούλα.
Δακρύζουνε τ᾿ ἀπάρθενα τὰ χιόνια στὸ λιοπύρι,
ἀκούοντ᾿ οἱ νεροσυρμαὶς ἀπὸ ἐγκρεμὸ σὲ βράχο
νὰ παραδέρνουνε γοργὰ καὶ λὲς μὲ τὴ γαργάρα
π᾿ ἀνάκραζαν τὴν κλεφτουριὰ καὶ τὴν ἀποζητοῦσαν.
Ἐκυματίζαν τὰ σπαρτά, χαρὰ τοῦ ζευγολάτη,
καὶ κάπου κάπου ἀνάμεσα ξεπρόβαιν᾿ ἕνα στάχυ
καὶ ἔγερν᾿ ἐδῶ, κ᾿ ἔγερν᾿ ἐκεῖ τὸ τρυφερὸ κεφάλι,
ὡσὰν νὰ παραμόνευε νὰ ἰδῇ κι᾿ αὐτὸ τὸ Διάκο.
Κι᾿ ὡστόσο ἀνθρώπινη φωνὴ μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο,
ποὺ φαίνεται ὁλοζώντανος, καμμιὰ δὲν ἀγροικιέται,
οὔτε φλογέρα πιστικοῦ, οὔτε χαρᾶς τραγοῦδι
οὔτ᾿ ἀγωγιάτη σάλαγος. Ἐφαίνετ᾿ ὅλη ἡ φύσις
λουλούδι χωρὶς μυρωδιά, κόρη γλυκειά, πανώρηα,
ὁποὺ ἐγεννήθηκε βουβὴ κι᾿ ὁποὺ τὴν παραστέκει
ἡ μαυρισμέν᾿ ἡ μάνα της νὰ ἰδῇ μὴν ξεχαράξῃ
μαζὶ μ᾿ ἕνα χαμόγελο στὰ χείλη κ᾿ ἡ λαλιά της.
Ἀστράφτουνε, λαμποβολοῦν τριγύρω στὴ Δαμάστα
ἄλλοι στρωμένοι κατὰ γῆς ἄλλοι στὸ διπλοπόδι
περήφανοι, σιωπηλοί, τρακόσιοι ἀνδρειωμένοι.
Ἐπάνωθέ τους κάτασπρο τὸ φλάμπουρο τοῦ Διάκου
ἀνέμιζε τρομαχτικό, καὶ στὸ ξεδίπλωμά του
λεβέντης ἀστραπόμορφος ἐπρόβαινε ὁ Ἅη Γιώργης
μὲ τ᾿ ἄγριό του τ᾿ ἄλογο κρατώντας καρφωμένο
τ᾿ ἄσπλαγχνο τὸ κοντάρι του στὸ διάπλατο λαρύγγι
τοῦ φοβεροῦ τοῦ δράκοντα, ποὺ δέρνεται στὸ χῶμα.
Ποιὸς ἐσυντύχαινε κρυφὰ μὲ τοῦ σπαθιοῦ τὴν κόψη
κ᾿ ἐπάνω της ἐξέσερνε γοργὰ τὸ δάχτυλό του,
ποιὸς ἐπελέκαε τεχνικὰ τὴ στουρναρόπετρά του
στὸ λύκο τοῦ καρυοφυλλιοῦ, ποιὸς τρίβει τὰ παφήλια
συγνεφιασμέν᾿ ἀπὸ νοτιὰ καὶ ποιὸς γιὰ νὰ ξεδώσῃ
ἐθόλωνε μὲ τὸν ἀχνὸ τοῦ μαχαιριοῦ τὴ λάμψη.
Κανένας δὲν ἀνάσαινε. Σ᾿ ἕνα κοντρὶ μονάχος
κυττάζει ὁ Διάκος σιωπηλὸς κατὰ τὸ Λιανοκλάδι.
Ἔξυπνος κι᾿ ὀνειρεύεται. Ἀπὸ τὸ ριζοβοῦνι,
ἀνέβηκε κ᾿ ἡ καταχνιά, ψιλὸς ἀφρὸς τοῦ ἀγέρα,
καὶ μία στιγμὴ τὸν ἔκρυψε στὴ δροσερὴ ἀγκαλιά της

* * *

Ἆσμα Τέταρτον.
Ἀποκάλυψις [ἀπόσπασμα]

Κοιμᾶται ἀκόμα ἡ Ἀρβανιτιά, χορτάτη, ἀποσταμένη,
μὲς στὴν πυκνὴ τὴ χλωρωσιά. Τόσες χιλιάδες κόσμος,
κι οὔτ᾿ ἕνα ὄνειρο γλυκό, οὔτ᾿ ἕνα καρδιοχτύπι!
Στοῦ ὕπνου τῆς τὴ συγνεφιὰ δὲν ἔλαμπαν ἐλπίδες,
δὲ φέγγει πόθος μακρυνός. Στὰ μάτια τῆς μαυρίλα
καὶ στὴν καρδιὰ τῆς ἐρημιά. Τ᾿ ἀνθρώπινα κοπάδια
ἀπ᾿ τὸ βαρὺ τὸν κάματο βουβά, ἀποκαρωμένα,
μὲς στὰ λουλούδια τ᾿ Ἀπριλιοῦ μαυρολογοῦν, πλαγιάζουν,
σὰν νά ῾τανε συντρίμματα, χορταριασμένες πέτρες
ὁποὺ εἶχε πάρει ὁ χαλασμὸς ἀπὸ κανέναν πύργο
καὶ τά ῾χε σπείρει ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ μὲ τοῦ σεισμοῦ τὸ χέρι.
Ἀκόμα ἡ Πούλια εἶναι ψηλὰ καὶ τῆς αὐγῆς ἀκόμα
τ᾿ ὀρνίθι δὲν ἐλάλησε. Προτοῦ νὰ βασιλέψῃ
τὸ δρέπανο τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἑνὸς βουνοῦ τὴ ράχη
ἐστάθηκε γιὰ μία στιγμὴ καὶ πικραμένο ρίχνει
τὴν ὕστερή του τὴ ματιὰ στὸ ἔρμο τὸ Ζητούνι.
Ἐμαύρισαν οἱ λαγκαδιές. Στὸ μελανό του κῦμα
τ᾿ ἀγέρι πνίγει τὰ σπαρτά, τὰ δέντρα, τὰ λιβάδια,
γένονται θάλασσα οἱ στεριές, λὲς ὅτι αὐτὸ τὸ βράδυ
ἦρθε μὲ δυὸ μεσάνυχτα κι ἀργεῖ νὰ ξημερώσῃ.
Μὲς στὸ σκοτάδι τὸ βαθὺ χιλιόχρονο ρουπάκι
φοβέριζε τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἀγριομανητό του.
Στοιχειὸ τῆς γῆς περήφανο, βουλήθηκε νὰ φτάσῃ
τὰ σύγνεφα μὲ τὰ κλαριά, τὸν Ἅδη μὲ τὴ ρίζα,
καὶ δὲν ἀνανοήθηκε ποὺ ὁ χαλαστὴς ὁ χρόνος
τοῦ ῾χε φωλιάσει στὴν καρδιὰ καὶ τὤσκαφτε λαγοῦμι
δουλεύοντας σιγὰ σιγὰ μὲ τὰ σκυλόδοντά του.
Εἰς τὸν βαρὺν τὸν ἴσκιο του περίχαρο λουλοῦδι
ποτὲ δὲν ἐξεφύτρωσε. Οὔτε τὸ χαμομήλι
οὔτε ἡ χολάτη ἡ κυκλαμιά. Ὁλόγυρά του σπλόνοι
καὶ δρακοντιὲς φαρμακερές. Στὸ χῶμα κάπου κάπου
σπαρμένα ραχοκόκκαλα, ποὺ τά ῾χε ξεσαρκώσει
ὁ τραπεζίτης τοῦ σκυλιοῦ, τοῦ κόρακα τὸ νύχι,
ἐσέποντο χωρὶς ταφή. Κι ἀνίσως πλανεμένος
κανεὶς ἐδιάβαινε ἀπ᾿ ἐκεῖ κ᾿ ἔνοιωθε τὰ σαράκια
νὰ πριονίζουν ἄγρυπνα τὰ κούφια κατακλείδια
κι ὁλονυχτὶς νὰ τρίζουνε, ἔκανε τὸ σταυρό του
κι οὔτε ποὺ γύριζε νὰ ἰδῇ τὸ φοβερὸ τὸ δέντρο.
Στὴν μαύρη τὴν κουφάλα του ἐμόνιαζε ἕνας γύφτος,
γέροντας, κακοτράχαλος, βουβός, φωτοκαμένος,
ἀνάθρεμμα τῆς εὐλογιᾶς, τῆς λώβας στερνοπαίδι.
Τὸν ἔβοσκε βαθὺ χτικιό, τοῦ θέριζε τὰ σπλάγχνα
ἔχθρα κρυφή, παντοτινή, γιὰ τ᾿ ἄνθη, γιὰ τ᾿ ἀστέρια,
γιὰ τοῦ παιδιοῦ τὴν εὐμορφιά, κ᾿ ἔτρωγε μὲ τὸ μάτι
ὅ,τι τὸ χέρι τὸ σκληρὸ δὲν ἔφτανε νὰ φθείρῃ.
Ἔκλωθε τὴ σαπίλα του στρωμένος στὰ ξεσκλίδια,
ποὺ τὤφερνε πᾶσα φορὰ τὸ κλεψιμιό, ἡ κρεμάλα.
Ἀχώριστοί του σύντροφοι σφυριά, τριχιές, ἀμόνι,
στουρνάρια γιὰ τὸ γδάρσιμο, παληόκαρφα, ψαλίδες,
μιὰ νυχτερίδα, ἕνας σκορπιός, μιὰ κίσσα, μιὰ χελῶνα.
Κανένας δὲν ἐγνώριζε στὴ Λιβαδειὰ πῶς ἦρθε.
Τὸν εἶχε ρίξει σύγνεφο;... Τὸν εἴχανε ξεράσει
τὰ χώματα τοῦ ρουπακιοῦ;... Κανένας δὲν τὸ ξέρει.
Ὅταν τὴ νύχτα στὸν τροχὸ τὰ σύνεργα ἐπερνοῦσε
κι ἀνάδευε τὰ χέρια του κ᾿ ἔτρεμε τὸ κεφάλι,
παρασαρκίδα ἀφύσικη μὲς στὴν κοιλιὰ τοῦ δέντρου,
ἐφάνταζεν ἀπὸ μακρὰ ὅτι ἦτον θεριεμένο
χταπόδι στὴ θαλάμη του, ποὺ πρόσμενε κυνήγι
κι ἀνήσυχο παράδερνε μὲ τοὺς ἀποκλαμούς του.
Σ᾿ αὐτὸν τὸν λάκκο ἀποβραδὺς θαμμένος εἶν᾿ ὁ Διάκος,
τ᾿ ἀστροπελέκι τοῦ βουνοῦ σβυέται σ᾿ αὐτὸ τὸ μνῆμα.
Χαρούμενο στ᾿ ἁρπάγια του τὸν ἔχει τὸ σφαλάγγι
καὶ τοῦ βυζαίνει τὴν ψυχή. Ξερὲς παλαμονίδες
τοῦ στρώνει μέσα στὴ σπηλιὰ καὶ τόνε ρίχνει ἐπάνω.
Μὲ δαγκανάρια, μὲ σχοινὶ τὰ χέρια ξεκλειδόνει
καὶ τὰ φορτόνει σίδερα, τοῦ δένει τὰ ποδάρια,
χαλκᾶ τοῦ σφίγγει στὸ λαιμό. Τὰ στήθια του πλακόνει
μ᾿ ἕνα ἀγκωνάρι κοφτερό. Τὰ σερπετὰ μαυλίζει
καὶ τὰ τινάζει ἐπάνω του... Ὕστερα, διπλοπόδι,
τὰ παραμόνευε ὁ φονιὰς μὴν ἀποκοιμηθοῦνε
κι ἀφήσουν ἀτελείωτο τὸ νυχτοκάματό τους.
Ἀκοίμητο, ἀγρυπνοῦσ᾿ ἐκεῖ καὶ τοῦ Θεοῦ τὸ μάτι.
Χιλιάδες ᾔρθανε μὲ μιᾶς τριγύρω στὸ Θανάση
ψυχὲς μεγαλοδύναμες ἀπὸ τὸν ἄλλον κόσμο
μὲ τὰ παληά τους βάσανα, μὲ τὴν παλληκαριά τους,
καὶ τοῦ φιλοῦν τὸ μέτωπο καὶ τὸν περιδροσίζουν.
Στὴ σκοτεινή του φυλακή, γαλανοφορεμένες,
ἁπλόνουν τὰ φτερούγια τοὺς κ᾿ ἐπάνωθέ του ἀνοίγουν
βαθύν, ἀπέραντο οὐρανὸ καὶ τοῦ τὸν ἀστερόνουν
μ᾿ ἀθάνατες ἐνθύμησες, μοσχοβολιὲς τοῦ τάφου.
Καταίβηκε ὁ Φιλόθεος μὲ θυμιατὸ στὸ χέρι
καὶ λιβανίζει κ᾿ εὐλογᾷ. Μαζί του κι ὁ Δημήτρης
κρατώντας στὸ δισάκκι του κρυμμένα τοῦ Δεσπότη
τ᾿ ἀγαπημένα λείψανα, σὰ νὰ ζητοῦσε ναὕρῃ
λιγάκι χῶμα, ψυχικό, ἐλεύθερη μίαν ἄκρη
γιὰ νὰ τὰ θάψῃ ὁ δύστυχος. Τοὺς συντροφεύει ὁ Κούρμας,
πλατύς, ψηλὸς σὰν ἔλατος, κι ὁ Πάνος Μεϊντάνης
μὲ τὸ μικρὸ Χορμόπουλο καὶ μὲ τὸ Σπαθογιάννη.
Εἶδε τοῦ Βάλτου τὸ θεριό, τὸ Χρῆστο τὸ Μιλλιόνη,
μὲ τὴ στερνή του τὴν πληγή. Τὸ Γιάννη Μπουκουβάλα
γυμνὸ βαστώντας τὸ σπαθὶ σὰν νά ῾φτανε τρεχάτος
ψηλ᾿ ἀπὸ τὸ Κεράσοβο. Σιμά του ὁ Μητρομάρας.
Ἐφάνηκε ὕστερα ὁ Σταθᾶς, θολός, ἀνταριασμένος,
θαλασσοπούλι, πὤσταζεν ἀφροὺς ἀπ᾿ τὴν Κασσάνδρα.
Ὁ Ζῆδρος ὁ ἀνήμερος. Ὁ Θύμιος ὁ Βλαχάβας,
πού ῾χε παράπονο κρυφὸ γιατ᾿ ἦτον πεθαμένος
καὶ δὲν μποροῦσε μία φορὰ νὰ μαρτυρήσῃ ἀκόμα
γιὰ τὤνειρό του τὸ γλυκό. Ὁ Βλαχαρμάτας Βέργος.
Ὁ Λιὰς ἀπὸ τὴ Βίδαβη. Ἐπέρασε ὁ Λαμπέτης
καὶ δείχνει τ᾿ Ἀστραπόγιαννου τὴν κάρα ματωμένη
στὴν ἀγκαλιά του τὴν πιστή. Ἐκεῖ κι ὁ Ἀμπελογιάννης
μὲ τρεῖς θηλειές, ποὺ ἑσφίγγανε τὸν ἄγριο λαιμό του.
Ὁ Κωνσταντάρας, πὤφερνε στὸν ὦμο τὸ παιδί του
σφαμμένο μὲ τὰ χέρια του, μονάκριβή του κλῆρα,
γιατί, κακούργιο, ἐντρόπιαζε τ᾿ ἄρματα, τὴ γενειά του.
Ὁ Λάζος, ὁ Βρυκόλακας, ὁ γερο Κώστας Πάλλας,
ὁ Καλιακούδας ὁ Λουκᾶς, ὁ Χρόνης, ὁ Γυφτάκης,
τ᾿ Ἀνδρούτζου τ᾿ ἄσπρο φάντασμα, τρανὸ σὰν τὸ Βελούχι
μὲ τὸν ψυχοπατέρα του τὸ Βλάχο τὸ Θανάση,
λιοντάρια, ποὺ δὲν ἄφιναν τὸν Ἅδη σ᾿ ἡσυχία.
Ὁ Λιάκος ἀπ᾿ τὸν Ὄλυμπο. Ἐκεῖ κι ὁ Κοντογιάννης,
ποὺ γύρευε συγχώρεση νὰ πάῃ γιὰ τὸ Μῆτσο.
Ὁ Κατζαντώνης, πὤδειχνε μὲ κρυφοπερηφάνεια
στὸ κόκκαλό του τὸ σφυρί... Ὁ Δίπλας στὸ πλευρό του.
Ὁ Ἀλέξης ὁ Καλόγερος, οἱ Κατζικογιανναῖοι,
ἀχώριστοι στὸ σκοτωμό, στὸ μνῆμ᾿ ἀδερφωμένοι.
Τῆς Λάμιας ὁ σταυραητὸς πλακόνει ὁ Χρῆστος Γρίβας.
Σὲ φλογισμένο σύγνεφο διαβαίνει θρονιασμένος,
ἐμπρὸς στὸ Διάκο ὁ Σαμουήλ, τῆς Κιάφας ὁ προφήτης.
Κρατεῖ στὴ ζώνη τὰ κλειδιά, ποὺ πῆρε ἀπὸ τὸ Κούγγι
ὅταν τὸν ἔφαγε ἡ φωτιά. Ἀχτίδες τὰ μαλλιά του,
τὰ γένεια σπίθες καὶ καπνός. Οἱ πέντε του συντρόφοι
στὸν ὦμο τους τόνε βαστοῦν. Ἀνέμιζαν τριγύρω
στὸ φοβερὸ καλόγερο παιδιὰ βυζασταρούδια,
ἀγράμπελες ποὺ ἐφύτρωσαν στὸ βράχο τοῦ Ζαλόγγου,
καθένα τοῦ ῾χε ἡ μάνα του στὴν τραχηλιὰ τῆς ρόδο
κ᾿ ἀνάμεσό τους φαίνεται ὁ γερο πολεμάρχος
σὰν περατάρης γερανός, ποὺ σέρνει στὰ φτερούγια
τὰ χελιδόνια τοῦ Μαρτιοῦ δαρμέν᾿ ἀπ᾿ τὴν ἀντάρα.
M᾿ ἀνέλπιστη παρηγοριὰ ὁ πεθαμένος κόσμος
τὸ πονεμένο τὸ κορμὶ ραντίζει τοῦ Θανάση,
κι ἐπίστεψεν ἀπὸ μακρὰ ὅτ᾿ εἶδε τὸ λημέρι,
ποὺ τὴν ψυχή του ἐπρόσμενε. Ἐρρίζωσε ἡ καρδιά του
βαθύτερα στὰ σωθικά, τοῦ φώλιασε στὰ μάτια
γλυκειὰ τῆς μάνας του ἡ εὐχή. Σκοτείδιασε τὸ φῶς του
κι ἀποκαρώθηκε ὁ φτωχός. Τὰ σερπετὰ δειλιάζουν
στ᾿ ἀγώγι τους καὶ φεύγουνε. Νεκρόνεται κι ὁ γύφτος,
ἡ φύσις ὅλη ἐσίγησε, λὲς κ᾿ ἤθελε ν᾿ ἀφήσει
ἐλεύθερα νὰ καταιβοῦν τὰ ὀνείρατα τοῦ Διάκου.
K᾿ ἰδοὺ τοῦ ῾κάστηκε μὲ μιᾶς ὅτ᾿ εἶδε τὴν κουφάλα
τοῦ δέντρου ν᾿ ἀναδεύεται. Τοῦ ρουπακιοῦ τὰ φύλλα
νὰ πέσουν ὅλα κατὰ γῆς, νὰ μεταμορφωθοῦνε,
νὰ γένουν σάρκες ζωντανές, καὶ τ᾿ ἄψυχο τὸ ξύλο
νὰ λάβῃ ἀνθρώπινη μορφή. Ἡ φλούδα μοναχή της
χωρίζει, ξεδιπλώνεται, καὶ τότε μὲ τὸ χέρι,
τὸ σιωπηλὸ τὸ φάντασμα, ποὺ στέκει ἐπάνωθέ του,
τὴ σήκωσε, τὴν ἔρριξε στὴν πλάτη του σὰ ράσο,
κ᾿ ἔμειν᾿ ἐμπρός του ἀκίνητο... Τριγύρω στὸ λαιμό του
χαράκι κόκκινο βαθύ, σὰν νά ῾θελε περάσῃ
ἐκεῖθε ἡ κόψη τοῦ σπαθιοῦ...

ΠΗΓΗ: periptosi.blogspot.com/2012/04/24-1821.html
Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Βλάχικη γλώσσα


Αντώνης ΜπουσμπούκηςΟμιλία του ομότιμου καθηγητή Γλωσσολογίας του ΑΠΘ κ. Αντώνη Μπουσμπούκηστην 4η συνδιάσκεψη της Παγκόσμιας Βλάχικης Αμφικτιονίας.
Ευχαριστώ την Παγκόσμια Βλαχική Αμφικτιονία, γιατί μου έδωσε την ευκαιρία να βρίσκομαι ανάμεσα στους Βλάχους πατριώτες μου της Αλβανίας και να τους γνωρίσω από κοντά. Και καθώς τώρα βρίσκομαι στην Κορυτσά, νιώθω να με αγγίζει η πολιτισμική αύρα της ένδοξης Μοσχόπολης, που την εξύψωσε τόσο η απαράμιλλη αξιοσύνη των τέκνων της, ώστε να της αποδοθεί ο δίκαιος τίτλος ΑΘΗΝΑΙ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ. Οι Βλάχοι, και μάλιστα οι Βλάχοι της Αλβανίας, κατοικούν σε μέρη της Βαλκανικής, όπου για πρώτη φορά πάτησαν το πόδι τους οι Ρωμαίοι. Από τότε και από εδώ ξεκινάει και η λατινοφωνία.

Η μητρική γλώσσα των Βλάχων και των Ρουμάνων προέρχεται από τη Νότια Ιταλία. Αυτή είναι η τελευταία άποψη όσων μελετούν τις νεολατινικές γλώσσες. Αντίθετα, στη Δαλματία και στην Πανονία μιλιούνταν κάποτε ρωμανικές διάλεκτοι, που προέρχονταν από τη Βόρεια Ιταλία. Από τις δύο πλευρές της Αδριατικής, το Μπάρι και το Μπρίντεζι από τη μια, η Απολλωνία, η Αυλώνα και το Δυρράχι από την άλλη ήταν τα πρώτα και κύρια λιμάνια που διευκόλυναν την επικοινωνία ανάμεσα στην Ιταλία και τη Βαλκανική.
Από την Εγνατία οδό, όπου κυκλοφορούσαν Έλληνες, Ιλλυριοί και Ρωμαίοι, στρατιώτες κι έμποροι, άρχισε να διαμορφώνεται η πρώιμη ρωμανική διάλεκτος των Βλάχων. Με βάση την Εγνατία, η λατινοφωνία διαδόθηκε σε όλη τη Βαλκανική ενδοχώρα μέχρι και πέρα από τον Δούναβη, όπου η Ρώμη επεκτάθηκε ύστερα από 300 χρόνια.
Οι Βλάχοι-Αρμάνοι, ζωντανή επιβίωση του ελληνο-ρωμαϊκού κόσμου, σε όλη την ιστορική τους διαδρομή πορεύτηκαν, παραφράζοντας – θαρρείς – τα λόγια του αυτοκράτορα Αδριανού, που εξομολογούνταν ότι: «σκέφτομαι ελληνικά και διατάζω λατινικά». Και λέω παράφρασαν, γιατί εφάρμοσαν την επικοινωνιακή συνήθεια να μιλούν τα λατινογενή βλάχικα στο οικογενειακό τους περιβάλλον, ελληνικά στις δημόσιες εκδηλώσεις της ζωής των και να γράφουν επίσης ελληνικά.
Εφόσον, αυτό γινόταν στα χρόνια της τουρκοκρατίας, όπως το γνωρίζουμε από την προφορική παράδοση, τους ξένους περιηγητές και τον Κασομούλη, θα μπορούσε να ισχύει και στις προηγούμενες ενδεχομένως από αυτήν περιόδους, μιας και η Ελληνική δεν έπαψε ποτέ να είναι παρούσα στον ευρύτερό τους χώρο ως ομιλούμενη γλώσσα και ως γλώσσα ανώτερου κύρους. Άλλωστε, και ο Πρίσκος μας πληροφορεί ότι αιχμάλωτοι από βαλκανικές περιοχές στην αυλή του Ατίλα τον 5ο αιώνα μιλούν τόσο τα ελληνικά όσο και τα λατινικά, ενώ ο Έσσελιγκ σημειώνει ότι η Λατινική είχε κατακτήσει και πλατύτερα λαϊκά στρώματα.
Ο μειχτός πολιτισμός του Βυζαντίου, ρωμαϊκός, ελληνικός, χριστιανικός και ανατολικός, στους πρώτους αιώνες, από το 320 μ.Χ. μέχρι το 620, είχε για επίσημη γλώσσα επικοινωνίας τα λατινικά. Αυτά ακούγονταν στην αυτοκρατορική αυλή, την υπαλληλία, τη διοίκηση, τη δικαιοσύνη, το στρατό κτλ.. Λατινική, λοιπόν, είναι η μητρική γλώσσα του Μεγάλου Κων/νου και των Ελλήνων που υπηρετούν το ρωμαϊκό δημόσιο, όπως το ξεκαθαρίζει πια η γνωστή πληροφορία του Ιωάννου Λυδού, που έζησε στα χρόνια του Ιουστινιανού, δηλαδή κατά τον 6ο αιώνα.
Στην Κων/πολη υπήρχε ελληνόγλωσσο και λατινόγλωσσο πανεπιστήμιο, ενώ η καθημερινή επαφή και τριβή ελληνικών με τα λατινικά μοιάζει για μια στιγμή σα να πρόκειται να εκλατινιστεί γλωσσικά το Βυζάντιο.
Στο τέλος, όμως, τα λατινικά υποχωρούν μπροστά στα ελληνικά. Ωστόσο, οι Βυζαντινοί, ως Ρωμαίοι πολίτες, θεωρούσαν και χαρακτήριζαν τη λατινική «πατρώαν γλώσσαν» και αυτοονομάζονταν Ρωμαίοι. Σε αυτήν την ιστορική βάση στηρίχτηκε ο πανεπιστημιακός δάσκαλος Ιωάννης Ρωμανίδης κι έγραψε ότι τόσο οι μεσαιωνικοί όσο και οι νεώτεροι Έλληνες έχουν ρωμαίο πατέρα κι ελληνίδα μητέρα. 
Κι ενώ η ελληνική γλώσσα επικρατεί στο κέντρο της Αυτοκρατορίας, στην Πόλη του Κων/νου ή την αλλιώς Νέα Ρώμη, στην περιφέρεια της Βαλκανικής, στο δυτικό της κυρίως μέρος, εξακολουθούν ν’ ακούγονται τα λατινικά παράλληλα με τα ελληνικά. Και αυτό γίνεται, γιατί έχει παρατηρηθεί πως ό,τι χάνεται στο Κέντρο συχνά διατηρείται στην Περιφέρεια.
Αργότερα, όμως, όταν επιβάλλεται η οθωμανική κυριαρχία, η ελληνική αρχίζει και χάνει μεγάλο αριθμό ομιλητών της, κυρίως στη Μικρά Ασία.
Τρεις αιώνες μετά την οθωμανική κυριαρχία, τον 18ο και 19ο αιώνα, αρχίζει η εποχή του ελληνικού διαφωτισμού. Την εποχή αυτή η αστική τάξη των Βλάχων παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζύμωση ιδεών και γλώσσας. Είναι τότε που τα ορεινά μέρη, όπου κατοικούν, τα πατροπαράδοτα επαγγέλματα που ασκούν, σε συνδυασμό πάντα με το ανήσυχο και πολύτροπο πνεύμα τους, καθώς και με τη συχνή επαφή με κέντρα της Ευρώπης, τους επιτρέπουν ν’ αναδείξουν χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις πρότυπα παραδείγματα προκοπής και πολιτισμού.
Το γλωσσικό ζήτημα, δηλαδή καθαρεύουσα ή δημοτική, απασχολεί, εκτός από τους ελληνόφωνους, και τους βλαχόφωνους λόγιους. Συμμετέχουν και αυτοί στη γλωσσική διαμάχη, ανάμεσα στους υποστηριχτές της καθαρεύουσας και της δημοτικής. Μια τρίτη τάση είναι η μέση οδός μ’ επικεφαλής τον Αδαμάντιο Κοραή. Σε αυτή την συμβιβαστική πρόταση ανήκουν και Βλάχοι, όπως ο ιστορικός Κωνσταντίνος Κούμας και οι αδελφοί Δαρβάρηδες, Δημήτριος και Νικόλαος, από την Κλεισούρα.
Ο μοσχοπολίτης Ιώσηπος Μοισιόδαξ, που έζησε στο Βουκουρέστι ως ιερομόναχος και σχολάρχης, είναι οπαδός αυτής της γραμμής πριν από τον Κοραή. Στο έργο του Θεωρία της Γεωγραφίας υπερασπίζεται την απλή ελληνική, γιατί πιστεύει ότι το έθνος πρέπει να μορφωθεί. Η γλώσσα του, όμως, επηρεασμένη από τη λόγια, μοιάζει με τη γλώσσα του Κοραή, που θ’ ακολουθήσει.
Στην άλλη πλευρά, αντίπαλος του Ιώσηπου, είναι ο πολυμαθέστατος Κερκυραίος Ευγένιος Βούλγαρης, γόνος ενδεχομένως βλάχικης οικογένειας με πιθανό τόπο καταγωγής τους Καλαρύτες, απ’ όπου και η οικογένεια των μεγάλων αργυροχρυσοχόων Búlgari. 
Συντηρητικός είναι και ο επίσης Βλάχος Νεόφυτος Δούκας, μεγάλος δάσκαλος του γένους, που κήρυττε το δόγμα «βαθμηδόν προς την αρχαίαν ελληνικήν γλώσσαν».
Δεν είναι, όμως, μόνο η διαμάχη για την επιλογή ανάμεσα στη λόγια και τη ζωντανή γλώσσα που απασχολεί τους μορφωμένους της εποχής. Αρκετοί από αυτούς, κυρίως Βλάχοι, συνειδητοποίησαν πολύ νωρίς και την ανάγκη να διαδοθούν τα ελληνικά και στους αλλόγλωσσους Ρωμιούς που ζούσαν στους κόλπους του νεότερου ελληνισμού. Πρώτος στην ανάγκη των καιρών ανταποκρίνεται ο Αναστάσιος Καβαλιώτης από τη Μοσχόπολη, που συντάσσει, γύρω στα 1770, τρίγλωσσο λεξικό, όπου σε κάθε λέξη της νεοελληνικής παραθέτει δίπλα την αρβανίτικη και τη βλάχικη. Είναι η πρώτη μέθοδος εκμάθησης της Ελληνικής, γραμμένη με τη φροντίδα ενός Βλάχου. Το 1802 ο Δανιήλ, δάσκαλος της μοσχοπολίτικης σχολής, συμπληρώνει το Λεξικό του Καβαλιώτη μ’ ένα τετράγλωσσο τώρα Λεξικό, όπου προσθέτει και τα βουλγάρικα. Οι στόχοι της σύνταξης αυτών των λεξικών είναι φανεροί.
Ο συντάκτης του τετράγλωσσου λεξικού καλεί τους ορθόδοξους, που είναι ξενόγλωσσοι, να γίνουν ελληνόγλωσσοι. 
Ανάμεσα στους μορφωμένους Βλάχους της εποχής εκείνης, ξεχωρίζει η μορφή του Ρήγα Φεραίου – Βελεστινλή, που μεταφέρει από τα γαλλικά και τα γερμανικά εγχειρίδιο φυσικής στην απλή, την κατανοητή γλώσσα. Στο Σύνταγμά του, άρθρο 53, προβλέπει ως αναγκαία τη διδασκαλία της λαϊκής γλώσσας στα σχολεία και τη χρήση της στη σύνταξη νόμων και διαταγμάτων.
Τελειώνοντας με τους λόγιους Βλάχους και τις θέσεις που πήραν απέναντι στο γλωσσικό πρόβλημα, πάμε τώρα στους ανώνυμους ποιητές, στιχουργούς του νεοελληνικού λόγου, που είναι οι δημιουργοί του δημοτικού τραγουδιού.
Οι ποιητές των δημοτικών τραγουδιών, ελληνόφωνοι και βλαχόφωνοι, γράψανε τ’ αριστουργήματά τους στη ζωντανή γλώσσα και μάλιστα στην κοινή της μορφή. Έμειναν, όμως, άγνωστοι, όπως ανώνυμοι παρέμειναν και οι τεχνίτες ασημουργοί των βλάχικων κέντρων χρυσοχοϊκής τέχνης (Καλαρίτες, Μέτσοβο, Νυμφαίο κ.ά).
Θ’ ακουστεί, ίσως, παράξενο και προκλητικό, είναι όμως διαπιστωμένο ότι η μνήμη και το στόμα των Βλάχων στάθηκαν αντίστοιχα το μεγαλύτερο αρχείο συντήρησης και διάδοσης του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού. Τα επαγγέλματά τους ζητούν τη συντροφιά του τραγουδιού, κυρίως αυτό του αγωγιάτη και του βοσκού. Η μετακίνηση ολόκληρων μαζών από το βουνό στον κάμπο και αντίστροφα, τα απανωτά ταξίδια που κάνουν αγωγιάτες, έμποροι και τεχνίτες τόσο σε διάφορα κέντρα του ελληνικού χώρου όσο και στην περιφέρειά του τους δίνουν την ευκαιρία ν’ ακούσουν, να μάθουν και να τραγουδούν ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Δεν τραγουδούν μόνον, αλλά και δημιουργούν ελληνικά τραγούδια. Και καθώς δεν είχαν για μητρική γλώσσα κάποιο νεοελληνικό ιδίωμα, τα ελληνικά που μιλούν είναι τόσο καθαρά, ώστε θα τα ζήλευε κι ένας ακόμη Αθηναίος, όπως παρατηρεί ο Victór Berár για Βλάχους, μάλιστα από το Δυρράχι και τη Β. Μακεδονία, που τους γνώρισε και τους άκουσε από κοντά. 
Είναι αισθαντικοί, ανήσυχοι και χαροκόποι. Τα μεγαλύτερα πανηγύρια ακόμα και σήμερα τα κάνουν οι Βλάχοι. Οι μαζικοί λαϊκοθρησκευτικοί πανάρχαιοι κύκλιοι χοροί, όπου δεν ακούγονται μουσικά όργανα απαιτούν τραγούδια πολλά και με μακρύ αφηγηματικό νήμα και αυτά είναι κατά το μεγαλύτερό τους μέρος ελληνικά.
Οι Βλάχοι τραγούδησαν και στη δική τους γλώσσα, τραγούδια όμως κοινωνικά, ερωτικά, σκωπτικά. Για τα ιστορικά και ηρωικά τους άσματα επιφύλαξαν κυρίως τη χρήση της Ελληνικής. Στη Σαμαρίνα – για παράδειγμα – έχουμε μια από τις καλύτερες ελληνικές παραλλαγές τραγουδιού του Διγενή Ακρίτα. Στις Σέρρες ο Γιώργος Καφταντζής έκανε την έκδοση συλλογής με δημοτικά τραγούδια από το νομό των Σερρών το 1978.
Στη συλλογή υπάρχει η συνδρομή των πολυάριθμων εντόπιων ελληνοφώνων και των Σαρακατσάνων, αλλά η κατάθεση ελληνικών τραγουδιών από ένα και μόνο βλάχικο χωριό, το Χιονοχώρι, ανεβάζει τη συμμετοχή του σε ποσοστό 35%, καθώς από ένα σύνολο 661 τραγουδιών τα 228 προέρχονται από το Χιονοχώρι.
Αλλά και σήμερα ποιος θα μπορούσε ν’ αμφισβητήσει τη συμβολή των Βλάχων στο λαϊκό ελληνικό τραγούδι μ’ έναν κορυφαίο σαν τον Βασίλη Τσιτσάνη, έναν Καλδάρα, ένα Βίρβο, τον πιο παραγωγικό στιχουργό, και άλλους;
Όσο για τους επώνυμους βλάχους ποιητές, θα αναφέρουμε μόνο το Ζαλοκώστα και τον Κρυστάλλη. Ο Γιώργος Ζαλοκώστας, όπως και ο Κώστας Κρυστάλλης, κατάγονται από το Συρράκο της Ηπείρου. Με την έναρξη της Επανάστασης του ’21 ο Ζαλοκώστας αφήνει τις σπουδές του κι έρχεται στην πατρίδα. Ζει όλες τις φάσεις και τις περιπέτειες του Αγώνα και γιαυτό θα μπορούσε να δώσει αξιόλογα ηρωικά ποιήματα, αν δεν επηρεαζόταν από τη λόγια γλώσσα της Αθηναϊκής Σχολής. Μικρά ποιήματα, όπως «ο βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει», «Μια βοσκοπούλα αγάπησα», που τραγουδιέται μέχρι και σήμερα, γράφτηκαν στη γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού και είναι αυτά που συντηρούν τη μνήμη του ως ποιητή.
Το ίδιο συνέβη και με τον Βλάχο αγωνιστή του ’21 Νικόλαο Κασομούλη από το Πισοδέρι της Φλώρινας, που εάν έγραφε τα Στρατιωτικά Ενθυμήματά του στη λαϊκή γλώσσα, θα είχαμε ένα γλωσσικό μνημείο της εποχής του, ισάξιο ενδεχομένως με κείνο του Μακρυγιάννη.
Ο βλάχικης καταγωγής Κρυστάλλης δέχεται την ευεργετική επίδραση τόσο από το δημοτικό τραγούδι όσο και από την αδρή γλώσσα του Βαλαωρίτη. Έτσι, εμπνέει για κάποιο διάστημα την ελπίδα ότι τελικά θα είναι αυτός ο αναμενόμενος αναμορφωτής της νεοελληνικής γλώσσας. Το νήμα, όμως, της ζωής του κόπηκε πριν μεστώσει πνευματικά και πριν καρπίσει στον καιρό της ωριμότητας.
Και μια που ο λόγος για συμβολή των Βλάχων στο ελληνικό τραγούδι, θ’ αναφερθώ σε μια κορυφαία μορφή της ενόργανης δημοτικής μουσικής, το Νίκο Καρακώστα από την Κρανιά του Ασπροπόταμου, που το κλαρίνο του εξέφρασε κατά τρόπο μοναδικό τ’ άρρητα, τ’ ανέκφραστα της νεοελληνικής ψυχής και που ανάμεσα στους σκοπούς, τους οποίους έπαιξε, ξεχωρίζει το Αρβαντοβλάχικο. Σκοπός συγκαθιστός, αργός και μεγαλόπρεπος, ακολουθεί το δωρικό ύφος αυτών που τον χορεύουν, δηλ. των Φαρσιλιατών και Κολωνιατών Βλάχων της Αλβανίας. Κι ενώ οι Βλάχοι της Πίνδου ήταν δίγλωσσοι, οι Αρβανιτόβλαχοι, κατά τον Κασομούλη, μιλούσαν βλάχικα στο σπίτι, αλβανικά ή ελληνικά στην αγορά, καθώς ήταν τρίγλωσσοι. Αναφέρω σχετικά την πληροφορία του Θόδωρου Γενναίου Κολοκοτρώνη ότι οι γυναίκες των Αρβαντοβλάχων στη Ρούμελη ταίριαζαν στην ελληνική και τη βλάχικη ηρωικά τραγούδια, που τα γνώριζε και τα τραγουδούσε ο κόσμος της εποχής του.
Ως προς τον ανώνυμο λαϊκό κόσμο των Βλάχων κατά το παρελθόν, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες ομιλητών.
Την πρώτη αποτελούσαν όσοι κατοικούσαν σε χωριά της Δυτ. Μακεδονίας, της Αν. Ηπείρου και της Θεσσαλίας (περιοχή Ασπροποτάμου, Αχελώος). Αυτοί ήταν κυρίως κτηνοτρόφοι και δίγλωσσοι, καθώς το μισό χρόνο ήταν στον κάμπο, μαζί με άλλους συγχωριανούς των επαγγελματίες, και έρχονταν σ’ επαφή και συναλλαγή με τον εντόπιο ελληνόφωνο πληθυσμό, με τον οποίο μιλούσαν ελληνικά.
Τη δεύτερη κατηγορία ομιλητών αποτελούσαν μικρογεωργοί και μικροκτηνοτρόφοι που έμεναν μόνιμα στα χωριά τους, όπως αυτά της ορεινής Καλαμπάκας. Εδώ έχουμε δίγλωσσους άντρες και μονόγλωσσες γυναίκες.
Μια τρίτη κατηγορία αποτελούσαν αστικά χωριά, κυρίως της Βόρειας Μακεδονίας, όπου οι Βλάχοι, μέσα σε περίγυρο σλαβοφώνων, μιλούσαν ελληνικά και σλάβικα οι άντρες και μόνο βλάχικα οι γυναίκες. Σε χωριά, όμως, όπου υπήρχαν σχολεία, η γλώσσα ανδρών και γυναικών ήταν η καθαρεύουσα. 

Τελειώνοντας το κεφάλαιο με τις σχέσεις των Βλάχων με την Ελληνική, δεν μπορούμε να παραλείψουμε ότι στην αρχή του ελεύθερου εθνικού μας βίου ξεχώρισε η συγκλονιστική ομιλία στη Βουλή των Ελλήνων ενός βλάχου πολιτικού, του πρωθυπουργού Ιωάννη Κωλέττη από το Συρράκο, που για το περιεχόμενο και τη γλώσσα, ο Τερτσέτης την χαρακτήρισε ως μοναδικό μνημείο λόγου ανδρός της Επαναστάσεως, κληρονομιά και υποθήκη για τις επόμενες γενεές, ενώ ο Πλαπούτας αξιολόγησε τον Κωλέττη ως ρήτορα παρόμοιο με τον αρχαίο Δημοσθένη.
Κι ενώ παρουσίασα συνοπτική εικόνα της σχέσης των Βλάχων με την Ελληνική, θα δώσω στη συνέχεια μικρό μόνο δείγμα από τη μητρική γλώσσα τους σε νεοελληνικά ιδιώματα.
Μέχρι τώρα πιστεύουν οι Έλληνες γλωσσολόγοι ότι τα βλάχικα δάνεισαν σε νεοελληνικά ιδιώματα λέξεις μόνον από τον χώρο της κτηνοτροφίας. Ωστόσο, όταν εργαζόμουν στην Ακαδημία Αθηνών ως ερευνητής διαλεκτολόγος, εντόπισα και από άλλους εννοιολογικούς χώρους βλάχικες δάνειες λέξεις και όχι μόνο στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία αλλά μέχρι και την Πελοπόννησο. 

Έτσι, στο νησί της Ιθάκης, για παράδειγμα, η λέξη παδούρι σημαίνει «δάσος», ό,τι και η βλάχικη păduri: «Γίνανε οι bαρbαροσυκές είναι παδούρι πα στο φράχτη» ακούγεται στην Ιθάκη.
Στο Κουκούλι της Ηπείρου λούτους είναι ο «πηλός», ενώ λουτιάζου στο Σπάρτο της Ακαρνανίας σημαίνει μεταφορικά «θολώνει, σαστίζει το μυαλό μου από κάτι», lutu και alutu στα βλάχικα είναι ο «πηλός». 
Στο Σπάρτο και πάλι τζακουτιασμένος λέγεται ο «αδιάθετος, ο ελαφρά άρρωστος», dzăcútu στα βλάχικα είναι ο «αρρωστιάρης», λέξη που ανάγεται στο λατινικό jaceo «είμαι καταγής κείτομαι». 
Στο Γεράκι της Λακωνίας η λ. κρούσκος «συμπέθερος» και τάτας «πατέρας» αντιστοιχούν στα βλάχικα cúscru και táta,gάλμπινος σε ιδιώματα της Πελοποννήσου και της Ηπείρου σημαίνει «ξανθός», «υποκίτρινος», «ωχρός», «κιτρινιάρης», galbinu είναι ο «κίτρινος» στα Βλάχικα.

Κι ενώ οι Βλάχοι είχαν στη μητρική τους γλώσσα τραγούδια, μύθους, ωραία παραμύθια και η ίδια η γλώσσα τους ανάγεται στη δεύτερη αρχαία «σοφή» γλώσσα, τα λατινικά, η μοίρα τους όρισε να γεννηθούν και ν’ ανδρωθούν κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης του κλασικού πολιτισμού. Και καθώς το φως, η «σκιά» της Ακρόπολης, σκιάζει και φωτίζει πνευματικά όλη την ανθρωπότητα, τ’ αλλόγλωσσα τέκνα της Ελλάδας, Βλάχοι, Αρβανίτες και Σλαβόφωνοι είναι περήφανοι που ανήκουν κι αυτοί στο μεγαλείο τούτο της πολιτισμικής δόξας και της αιώνιας ομορφιάς.
Και κλείνω με την εξομολόγηση του ρωμαίου Αδριανού για την αγάπη του προς την ελληνική γλώσσα: «Αγάπησα, μας λέει, αυτήν τη γλώσσα για την εύρωστη πλαστικότητά της, για το πλούσιο λεξιλόγιό της, που η κάθε λέξη του πιστοποιεί την άμεση και διαφορετική επαφή της με τις αλήθειες, και ακόμα γιατί ό,τι έχει λεχθεί καλό από τον άνθρωπο, έχει ως επιτοπλείστον λεχθεί σ’ αυτή τη γλώσσα […] .
Το ίδιο και με τις προσωπικές μας επιλογές: από τον κυνισμό ως τον ιδεαλισμό, από τον σκεπτικισμό του Πύρρωνα ως τα ιερά όνειρα του Πυθαγόρα, οι αρνήσεις μας ή οι αποδοχές μας έχουν ξαναγίνει. Οι διαστροφές μας και οι αρετές μας έχουν ελληνικά πρότυπα». (Μ. Yourcenar, Αδριανού απομνημονεύματα, Αθήνα 1976, σελ. 30).
Και όπως ο φιλέλληνας Αδριανός λάμπρυνε με τα καλλιμάρμαρα έργα του την αρχαία Αθήνα, παρόμοια κι εμείς, οι λατινόγλωσσοι Έλληνες-Βλάχοι, τη στολίσαμε με ό,τι πιο ωραίο και περίτεχνο κοσμεί τη σημερινή Αθήνα, όπως με το ωραιότατο νεοκλασικό κτίριο του κόσμου, την Ακαδημία Αθηνών, με το κτίριο του ανώτατου τεχνολογικού ιδρύματος, το Μετσόβειο Πολυτεχνείο, το μαρμάρινο παναθηναϊκό στάδιο και άλλα.
Αντώνης Μπουσμπούκης
Καθηγητής Γλωσσολογίας

ΠΗΓΗ:http://www.vlahoi.net/vlahiki-glossa/vlahoi-kai-elliniki-glossa.html

Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

Οι απόψεις του Τρότσκι για το μακεδονικό ζήτημα και τους σλαβομακεδόνες


Λεβ Νταβίντοβιτς Μπρονστάϊν,
γνωστότερος ως Τρότσκι
Στο τεύχος αριθ. 30 του αριστερίστικου (τροτσκιστικού) περιοδικού "Σπάρτακος" (Ιούνιος-Αύγουστος 1991), δημοσιεύτηκε ένα σημαντικότατο, για την πολιτική του σημασία, κείμενο, που περιείχε τα πρακτικά μιας συζήτησης που είχε ο Τρότσκι με ηγετικό στέλεχος της ομάδας των Αρχειο-μαρξιστών στην Ελλάδα.  Αποκαλύπτεται από την συζήτηση αυτήν ο ρόλος της κομμουνιστικής αριστεράς, καθώς και οι τρόποι με τους οποίους δημιούργησε, οργάνωσε και πρόβαλε το Μακεδονικό ζήτημα, αλλά κυρίως, εκείνο που προκύπτει είναι ότι "Μακεδονικό έθνος" ουδέποτε υπήρξε, αλλά κατασκευάστηκε για να στηρίξει τα σχέδια της Σοβιετικής Ένωσης και της Αριστεράς. Για να θυμόμαστε...
ΔΕΕ

Ο Λεβ Νταβίντοβιτς Μπρονστάϊν (Τρότσκι) για το Μακεδονικό ζήτημα - Μια συζήτηση του Τρότσκι με την Αριστερή Αντιπολίτευση στην Ελλάδα.
Το αντίγραφο αυτής της συζήτησης που είχε ο Τρότσκι με ηγετικό στέλεχος της ομάδας των Αρχειο-μαρξιστών στην Ελλάδα προετοιμάστηκε για να κυκλοφορήσει στη Διεθνή Αριστερή Αντιπολίτευση στα μέσα του 1932 σαν προκαταρκτική εργασία για την πρώτη παγκόσμια συνδιάσκεψη της Αριστερής Αντιπολίτευσης, που διεξάχθηκε το Φλεβάρη του 1933. Δεν έχει, απ' ό,τι γνωρίζουμε, δημοσιευθεί στα ελληνικά. Πρωτοδημοσιεύθηκε στο Intercontinental Press της 30 Αυγούστου 1976 απ' όπου και έχει μεταφραστεί. Το αντίγραφο βρέθηκε στο αρχείο του αείμνηστου James P. Cannon. Το πρωτότυπο ήταν στα γερμανικά και συνοδευόταν από το εξής εισαγωγικό σημείωμα του Τρότσκι, με ημερομηνία 15 Ιούνη, 1932:
"Τα εσωκλειόμενα πρακτικά μιας συζήτησης μεταξύ μεμονωμένων συντρόφων αποτελεί μόνο ένα συνοπτικό περίγραμμα και θάναι χρήσιμο πληροφοριακά για τα τμήματα της Αριστερής Αντιπολίτευσης. Επειδή το αντίγραφο είναι ανολοκλήρωτο, δεν θάπρεπε να προσδοθεί ιδιαίτερο βάρος σε κάθε συγκεκριμένη φράση και κάθε μεμονωμένη διατύπωση που εμπεριέχει".
Από το πλήρες ντοκουμέντο παρουσιάζουμε μόνο εκείνα τα κομμάτια που αφορούν το μειονοτικό ζήτημα. Είναι αξιοπαρατήρητος ο υπομονετικός και ευαίσθητος τρόπος με τον οποίο ο Τρότσκι ακούει τις απόψεις των Αρχειομαρξιστών παρόλο που στο εθνικό ζήτημα διαφωνεί μαζί τους.
Οι Αρχειομαρξιστές εμφανίστηκαν σαν αντιπολίτευση στο νεαρό ΚΚΕ. Αντιμάχονταν τον εκλεκτικισμό και την ετερογένεια που αναπτύχθηκαν στην οργάνωση αυτή εξαιτίας της απουσίας μιας μαρξιστικής παράδοσης στην Ελλάδα. Διαγράφηκαν το 1922, και άρχισαν να εκδίδουν ένα έντυπο τιτλοφορούμενο: Τα Αρχεία του Μαρξισμού, αφιερωμένο στη μαρξιστική επιμόρφωση. Ηρθαν σε επαφή με την Αριστερή Αντιπολίτευση το 1930 και ψήφισαν υπέρ της προσχώρησής τους σ' αυτήν στο συνέδριό τους το 1931. Η συνδιάσκεψη της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης αναγνώρισε τους Αρχειομαρξιστές σαν το επίσημο τμήμα της Αριστερής Αντιπολίτευσης στην Ελλάδα, αλλά το 1934 οι Αρχειομαρξιστές αποχώρησαν. Στις παραμονές του ιδρυτικού συνεδρίου το 1938 οι Αρχειομαρξιστές και ένας άλλος σχηματισμός που βγήκε από την τάση του Σπάρτακου, ενοποιήθηκαν σε ενιαία οργάνωση, και έστειλαν αντιπροσωπεία στο ιδρυτικό συνέδριο.
Η σύνταξη του Σπάρτακου

[...]
ΛΕΩΝ ΤΡΟΤΣΚΙ: Δεν έχεις πει τίποτα για το εθνικό ζήτημα. Τι άποψη έχετε για τη Μακεδονία και τις μειονότητες;
ΑΡΧΕΙΟ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ: Το συνέδριό μας πήρε απόφαση ενάντια στο σύνθημα για ανεξαρτησία της Μακεδονίας, που είχε υιοθετήσει το κόμμα το 1925.
Λ.Τ.: Γιατί;
Α.Μ.: Προέκυψε μετά την πλήρη ανταλλαγή πληθυσμών Ελλήνων, Τούρκων και Βουλγάρων. Η βουλγαρική Μακεδονία αποτελούνταν στο 90% από Βούλγαρους, η ελληνική Μακεδονία από 90% Ελληνες, η σερβική Μακεδονία το ίδιο. Αν εξαιρέσουμε την εβραϊκή μειονότητα, η οποία μένει μόνο στις πόλεις, όλοι στην επαρχία είναι Ελληνες από την Μικρά Ασία και την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.
Λ.Τ.: Γιατί πρόβαλε το κόμμα το σύνθημα για ανεξαρτησία της Μακεδονίας;
Α.Μ.: Ο Manouilsky και ο Kolarov επέμεναν σ' αυτό. Την εποχή εκείνη, το βουλγαρικό κόμμα είχε συμμαχήσει με τους Βούλγαρους εθνικιστές, οι οποίοι αυτοαποκαλούνταν "Μακεδόνες", ελπίζοντας να τους κερδίσουν με το μέρος τους. Σ' αυτή τη βάση ήταν που προβλήθηκε το σύνθημα για την ανεξαρτησία της Μακεδονίας. Όμως οι "Μακεδόνες", υπό την ηγεσία του Zankov, έστρεψαν αμέσως τα πυρά τους κατά των κομμουνιστών.
Λ.Τ.: Μήπως θάπρεπε νάναι ζήτημα ανεξαρτησίας της Μακεδονίας συνολικά;
Α.Μ.: Ναι.
Λ.Τ.: Δεν είμαι σίγουρος αν είναι συνετό να απορρίψουμε αυτό το σύνθημα. Δεν μπορούμε να λέμε ότι είμαστε αντίθετοι επειδή θα το απορρίψει ο κόσμος που τον αφορά. Πρέπει να του ζητηθεί η άποψή του. Οι "Βούλγαροι" αντιπροσωπεύουν ένα καταπιεσμένο στρώμα. Εμείς πρέπει να εξηγήσουμε ότι ο πληθυσμός έχει το δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος για ό,τι τον αφορά. Αν η κυβέρνηση απορρίψει το δημοψήφισμα, τότε πρέπει να παλέψουμε ενάντια σ' αυτή την απόφαση. Αν η καταπιεσμένη εθνότητα εξεγερθεί ενάντια στην κυβέρνηση, τότε πρέπει να τους υποστηρίξουμε. Με μια τέτοια γλώσσα πρέπει να μιλάμε. Και αν οι Μακεδόνες Έλληνες διακηρύξουν την αντίθεσή τους στην κυβέρνηση της Αθήνας, απαιτώντας την ανεξαρτησία τους, εμείς θα εναντιωνόμαστε δογματικά; Αμφιβάλλω. Ωστόσο, δεν γνωρίζω αρκετά καλά το ζήτημα, μιας και με απασχόλησε το μακεδονικό ζήτημα μόνο το 1913.
Α.Μ.: Η Κομμουνιστική Διεθνής εγκατέλειψε αυτό το σύνθημα γιατί είχε καταντήσει απραγματοποίητο. Η Μακεδονία δεν αποτελεί μια ομοιόμορφη εθνική ολότητα.
Λ.Τ.: Μα μήτε και η Ελλάδα. Γιατί να μη μπορεί η Μακεδονία να υπάρξει με τον ίδιο τρόπο σαν μια αυτόνομη ένωση με διαφορετικές εθνικότητες; Ο πληθυσμός πρέπει να εκφράσει την άποψή του πάνω σ' αυτό το θέμα μέσα από ένα δημοψήφισμα.
Α.Μ.: Ποιες δυνάμεις θα υποστήριζαν κάτι τέτοιο;
Λ.Τ.: Δεν είναι δικό μας καθήκον να οργανώνουμε εθνικιστικές εξεγέρσεις. Απλώς λέμε πως αν το ζητήσουν οι Μακεδόνες, εμείς θα πάρουμε το μέρος τους, πως θάπρεπε να τους δινόταν η δυνατότητα να αποφασίσουν, και ότι επίσης θα υποστηρίξουμε την απόφασή τους. Αυτό που με ενοχλεί δεν είναι τόσο το ζήτημα των Μακεδόνων αγροτών, αλλά περισσότερο το κατά πόσο υπάρχει λίγο σωβινιστικό δηλητήριο στους Έλληνες εργάτες. Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Για μας, που είμαστε υπέρ μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας σοβιετικών κρατών, είναι αδιάφορο το αν η Μακεδονία ανήκει σ' αυτή την ομοσπονδία σαν αυτόνομη ολότητα ή σαν τμήμα ενός άλλου κράτους. Όμως, αν οι Μακεδόνες καταπιέζονται από την αστική κυβέρνηση, ή νιώθουν ότι καταπιέζονται, πρέπει να τους υποστηρίξουμε.
Λ.Τ.: Υπάρχει κίνημα Μακεδόνων στην Ελλάδα υπέρ της αυτονομίας;
Α.Μ.: Όχι.
Λ.Τ.: Στη Σόφια υπάρχει μια Μακεδονική Επιτροπή που υποστηρίζεται, βέβαια, από την κυβέρνηση. Ωστόσο, στη Βιέννη υπήρχε (και συνεχίζει να υπάρχει;) στα χρόνια 1929-1930, μια μακεδονική εφημερίδα που εκδιδόταν από μια επιτροπή υποστηριζόμενη από την Κομμουνιστική Διεθνή. Τι προτείνετε εσεις για τα Βαλκάνια στο σύνολό τους;
Α.Μ.: Μια σοβιετική ομοσπονδία.
Λ.Τ.: Και το κόμμα; (Σημ. ΔΕΕ: Εννοεί το ΚΚΕ)
Α.Μ.: Μια σοβιετική Ελλάδα. Δεν λένε τίποτε για μια βαλκανική ομοσπονδία σοβιετικών κρατών. Το κόμμα επικρίνει το σύνθημά μας για μια ομοσπονδία, γιατί ισχυρίζονται ότι το χρησιμοποιούμε για να κρύψουμε το γεγονός ότι είμαστε αντίθετοι με μια σοβιετική Ελλάδα.
Λ.Τ.: Πριν τον πόλεμο υπήρχαν οι Τesniaki (αριστεροί σοσιαλδημοκράτες) στη Βουλγαρία, οι οποίοι υποστήριζαν μια βαλκανική ομοσπονδία. Την εποχή εκείνη, το σύνθημα αυτό έπαιξε ένα μεγάλο ρόλο. Το υιοθετήσαμε, αν και αυτό που πρότειναν ήταν μια (αστική) δημοκρατική ομοσπονδία. Είναι πια φανερό ότι δεν υπάρχει καμιά δημοκρατική δύναμη στα Βαλκάνια ικανή να πραγματοποιήσει μια τέτοια ομοσπονδία. Μάλλον είναι ένα έργο για το προλεταριάτο. Η προοπτική ενός εργατικού συνεδρίου, ενός αγροτικού κινήματος, μιας γενικής απεργίας, δηλαδή, ο πρόλογος της εξέγερσης στην Ελλάδα, θα θέσει το ζήτημα της βαλκανικής ομοσπονδίας πιο δυναμικά. Ορισμένοι θα πουν: Πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς μια νικηφόρα επανάσταση σε μια Ελλάδα παγιδευμένη σ' αυτό το σύστημα κλουβί των βαλκανικών κρατών, περικυκλωμένη από διχτατορία και φασισμό;" Θα απαντήσουμε: "Μια επαναστατική προοπτική είναι αδύνατη χωρίς μια ομοσπονδία των βαλκανικών κρατών, που προφανώς δεν θα σταματήσει εκεί, αλλά μάλλον θα επεκταθεί έως την ομοσπονδία των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης".
[...]
Λ.Τ.: Θά' θελα να ξαναθέσω το ζήτημα της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Απ' ό,τι καταλαβαίνω, δεν έχει δοθεί τόση σημασία στο ζήτημα αυτό έως τα σήμερα. Όμως, το ζήτημα αυτό είναι πολύ σημαντικό για τη διαπαιδαγώγηση των Ελλήνων εργατών, για την απελευθέρωσή τους από τις εθνικές προκαταλήψεις, για τη βελτίωση της κατανόησής τους για τη διεθνή κατάσταση στα Βαλκάνια και γενικότερα. Οι επίσημες στατιστικές δίνουν τα εξής στοιχεία: Υπάρχουν 82.000 σλαβομακεδόνες στους 1.400.000 κατοίκους της Μακεδονίας. 19.000 Αλβανοί στους 300.000 κατοίκους της Ηπείρου. Το πρώτο που θα πρέπει να αναρωτηθούμε είναι: Είναι ακριβή τα στοιχεία αυτά; Το πρώτο μας καθήκον είναι να αντιμετωπίσουμε αυτά τα νούμερα με απόλυτο σκεπτικισμό. Τα στοιχεία συγκεντρώθηκαν το 1925, την εποχή της επανεγκατάστασης των πληθυσμών, κάτω από τις ξιφολόγχες των στρατιωτικών αρχών. Τι εννοούμε με τη λέξη "Έλληνας"; Ισως αυτούς που μιλούν ελληνικά επειδή τους επιβάλλεται αλλά δεν θεωρούν τους εαυτούς τους Έλληνες. Αν τα στοιχεία αυτά είναι ανακριβή, αυτό και μόνο θα προκαλούσε δυσαρέσκεια και μίσος στους κόλπους των εθνικιστών. Αν λέμε ότι τα επίσημα στοιχεία πρέπει να αντιμετωπίζονται με δυσπιστία, θα κερδίσουμε πολύ συμπάθεια. Πιο σημαντικό όμως, με τον τρόπο αυτό μπορούμε να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη του βουλγάρικου προλεταριάτου. Πριν από τον πόλεμο ακόμη, οι Βούλγαροι ήταν πολύ επιφυλακτικοί απέναντι στους Έλληνες, επειδή οι Έλληνες είναι έντονα εθνικιστές.
Λ.Τ.: Αλλά ακόμη και 82.000 σλάβοι να υπήρχαν στη Μακεδονία, το ζήτημα αυτό θα διατηρούσε τη μεγάλη του σημασία. Πού μένει αυτή η μειοψηφία των 82.000; Πιθανά στα βουλγαρικά σύνορα. Το μικρό μέγεθος αυτού του εθνικού στρώματος δεν αποκλείει την αυτονομία. Έτσι στη Ρωσία έχουμε τη μικροσκοπική χώρα της Μολδαβίας, κοντά στη Ρουμανία, που υπάρχει σαν ανεξάρτητη οντότητα. Θα ρωτήσουν: Θέλετε ακόμη μεγαλύτερη βαλκανοποίηση; Εμείς απαντάμε σ' αυτό: Είμαστε υπέρ του σχηματισμού μεγάλων οικονομικών ενοτήτων. Αυτό όμως δεν μπορεί να συμβεί ενάντια στη θέληση των μαζών. Αν οι μάζες αυτές θέλουν την αποσκίρτηση, εμείς πρέπει να λέμε: Ολοκληρώστε το πείραμά σας, θα επιστρέψετε στη σοβιετική ομοσπονδία. Όμως, στο βαθμό που η αστική κυβέρνηση του κυρίαρχου έθνους σας εμποδίζει να αποσπαστείτε, εμείς θα σας υπερασπίσουμε. Η σημασία που έχει να θέτουμε το ζήτημα έτσι το δείχνει με ανάγλυφο τρόπο η τύχη της Αυστρο-ουγγρικής και της τσαρικής μοναρχίας.
Λ.Τ.: Στην Αυστρία οι μισο-μαρξιστές πάντα εφεύρισκαν σοφά οικονομικά, ψευτοεπαναστατικά επιχειρήματα για να αποδείξουν την ανάγκη διατήρησης των καταπιεσμένων εθνών μέσα στο πλαίσιο της αυστρο-ουγγρικής μοναρχίας. Το αποτέλεσμα: Η Αυστρο-Ουγγαρια διασπάστηκε στα συστατικά της κομμάτια. Στη Ρωσία οι μπολσεβίκοι πάντα υπερασπίζονταν το δικαίωμα αυτονομίας κάθε έθνους. Σαν αποτέλεσμα, η Ρωσία επιβίωσε σαν οικονομική οντότητα. Αυτό επιτεύχθηκε μόνο γιατί στη διάρκεια του πολύχρονου αγώνα για το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των εθνών, οι μπολσεβίκοι κέρδισαν την εμπιστοσύνη των εθνικά καταπιεσμένων λαϊκών μαζών, και πάνω απ' όλα, του προλεταριάτου. Εχω τη γνώμη ότι ο ελληνικός και διεθνής Τύπος πρέπει να αφιερώσει μερικά άρθρα πάνω στο ζήτημα αυτό. Το όλο πρόβλημα πρέπει να μελετηθεί λεπτομερώς και να συγκλιθεί μια μικρή συνδιάσκεψη με Βούλγαρους συντρόφους, ώστε να επεξεργαστούν μια ενιαία πολιτική.
Α.Μ.: Φέτος είχαμε μεγάλες εθνικές επαναστατικές κινητοποιήσεις ενάντια στην κατοχή της Κύπρου από την Αγγλία. Υποστηρίξαμε το δικαίωμα του πληθυσμού να αυτοδιατεθεί και εξηγήσαμε την ανάγκη για επαναστατικούς αγώνες. Πήραμε την ίδια θέση όσον αφορά τα Δωδεκάνησα, που βρίσκονταν υπό την κατοχή των Ιταλών. Η οργάνωση έχει ασχοληθεί με το μακεδονικό ζήτημα για αρκετά χρόνια. Η συμμαχία του κόμματος με τους Βούλγαρους εθνικιστές το υπονόμευσε σοβαρά. Θα γράψω πάνω στο θέμα αυτό.
Λ.Τ.: Στην Κύπρο και τα Δωδεκάνησα είχαμε καταπιεσμένους Έλληνες, στη Μακεδονία, καταπιεσμένους σλάβους. Αν οι κομμουνιστές υποστηρίξουν τους καταπιεσμένους Έλληνες, αλλά δεν υποστηρίξουν τους καταπιεσμένους σλάβους ενάντια στον Έλληνα καταπιεστή, τότε η καχυποψία τους απέναντί μας θα κορυφωθεί. Αν δεν κάνω λάθος, ο Ένγκελς σε μια πολεμική του με τον Μπακούνιν έλεγε: Όποιος επαναστάτης κάνει την παραμικρή παραχώρηση στον πανσλαβισμό είναι χαμένος.

ΠΗΓΗ:http://www.istorikathemata.com/2011/07/blog-post_02.html
Διαβάστε Περισσότερα »