Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Tag Archives: κεϋνσιανισμός





Όψεις του νεοφιλελευθερισμού: Το πέρασμα από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα. Παραδείγματα από τον χώρο των πόλεων

Εισαγωγή
Οι αλλαγές που επήλθαν στις δυτικές κοινωνίες ως απόρροια της Γαλλικής όσο και, κυρίως, της Βιομηχανικής Επανάστασης, ήταν τόσο ευρείες και σημαντικές που σηματοδότησαν την αλλαγή μιας εποχής. Αν και στα κοινωνικά ζητήματα η περιοδολόγηση ποτέ δεν είναι απόλυτη ούτε εύκολη, ο νεωτερικός χαρακτήρας των δυτικών κοινωνιών σχηματοποιήθηκε πλήρως στις αρχές του 20ού αιώνα. Μία από τις εξέχουσες πλευρές του χαρακτήρα αυτού είναι η έμφαση στην οικονομική διάσταση του κοινωνικού φαινομένου, γεγονός που είχε ιδιαίτερες επιπτώσεις στην ανάπτυξη του αστικού χώρου.
Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, συνεπεία μιας σημαντικής οικονομικής κρίσης, επήλθαν σημαντικές αλλαγές στο επί 70 χρόνια κυρίαρχο στον δυτικό κόσμο παράδειγμα οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης. Ως αποτέλεσμα αναδύθηκαν πολύπλευρες κριτικές απέναντι στο προηγούμενο παράδειγμα, η ένταση και ευρύτητα των οποίων οδήγησε στη διατύπωση της άποψης πως ίσως πρόκειται για ακόμα μία αλλαγή εποχής. Η εποχή της μετανεωτερικότητας, όπως αποκλήθηκε, συνεχίζει να δίνει έμφαση στην οικονομική διάσταση, αλλά με έναν διαφοροποιημένο τρόπο που, στον αστικό χώρο, αποτυπώθηκε με νέες μορφές.
Αντικείμενο της παρούσας εργασίας αποτελεί η συνοπτική παρουσίαση των χαρακτηριστικών της νεωτερικόττηας και της μετανεωτερικότητας και η επίδραση στον αστικό χώρο λόγω της μετάβασης από τη μία θεώρηση στην άλλη. Προς το σκοπό αυτό αρχικά θα επιχειρήσουμε μια αδρομερή περιγραφή της εποχής της νεωτερικότητας μέσω της επιγραμματικής αναφοράς στα χαρακτηριστικά του μοντερνισμού και του τρόπου που αυτός επέδρασε στη διαμόρφωση των πόλεων. Έπειτα από μια σύντομη αναφορά στον χαρακτήρα της κρίσης του 1970, θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε τον τρόπο με τον οποίο επήλθε η μετάβαση στη μετανεωτερικότητα και πώς οι αρχές του μεταμοντερνισμού επηρρέασαν την ανάπτυξη και τον κοινωνικό χαρακτήρα των πόλεων.
Η ανάδυση των νεωτερικών πόλεων
Με τον όρο νεωτερικότητα περιγράφεται η εποχή της ανάδυσης του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου, όψεις του οποίου διακρίνονται από την εποχή του Διαφωτισμού (Gregory, 2009: 471). Ωστόσο, ως διακριτή ιστορική οντότητα, η νεωτερικότητα διαμορφώθηκε κυρίως κατά τα πρώτα τριάντα χρόνια του 20ού αιώνα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 224), υπό το βάρος της επίδρασης οικονομικών και τεχνολογικών παραγόντων, οι οποίοι οδήγησαν σε συνακόλουθες κοινωνικές και πνευματικές μεταβολές. Από τις σημαντικότερες μεταβολές της περιόδου υπήρξε η συμπίεση χρόνου – χώρου, η μεταβολή δηλαδή της αίσθησης του ανθρώπου για τον χρόνο και τον χώρο ως αποτέλεσμα τόσο νέων τεχνολογιών στις επικοινωνίες και στις μεταφορές, όσο και των αναγκών του καπιταλισμού για αύξηση της συσσώρευσης κεφαλαίου (Harvey, 2009).
Χαρακτηριστικές όψεις της νεωτερικότητας αποτελούν οι αστικές, ταξικές κοινωνίες και η βιομηχανική παραγωγή. Τα ιδανικά της νεωτερικότητας εκφράστηκαν στον μοντερνισμό, το κίνημα που διαπέρασε όλες τις εκφάνσεις της πνευματικής δραστηριότητας στον δυτικό κόσμο για τα πρώτα τρία τέταρτα του 20ού αιώνα. Ο μοντερνισμός υιοθετεί τα πνευματικά ιδανικά του Διαφωτισμού, αναζητώντας την τάξη στον κόσμο μέσω του ορθολογισμού και δίνοντας έμφαση στην εύρεση των οικουμενικών, μεγάλων αληθειών (Harvey, 2009: 34, Gregory, 2009: 471). Μέσω της λειτουργικότητας προσπαθεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την φυσική αναγκαιότητα και να τον οδηγήσει σε διαρκή πρόοδο. Ως αποτέλεσμα της πίστης του στην πρόοδο, ο μοντερνισμός διατηρεί το βλέμμα του στραμμένο στο μέλλον και ως εκ τούτου έρχεται σε ρήξη με την παράδοση και την ιστορικότητα, κάτι που τον οδηγεί στην δημιουργία διπολικών σχημάτων ως προς την κατανόηση του κόσμου (Gregory, 2009: 472).
Η εδραίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών της νεωτερικότητας επέδρασε στην δομή και οργάνωση των πόλεων ήδη από τον 19ο αιώνα. Οι νεωτερικές πόλεις σχηματοποιήθηκαν καθώς η αυξανόμενη εμφάνιση των εργοστασίων, μέσω των διαδοχικών κυμάτων της βιομηχανικής επανάστασης, και η ένταση των ταξικών ανταγωνισμών μετασχημάτισαν ριζικά το μεσαιωνικό αστικό τοπίο των ευρωπαϊκών πόλεων ή οδήγησαν στην εμφάνιση εντελώς νέων, πολυπληθών –μα εξαθλιωμένων- αστικών κέντρων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 215 – 216).1 Με αφορμή τον εξευγενισμό των πόλεων και την αντιμετώπιση των τοπίων εξαθλίωσης που συνόδευσαν την βιομηχανική επέκταση, στα τέλη του 19ου αιώνα παρατηρούνται οι πρώτες πολεοδομικές παρεμβάσεις ευρείας κλίμακας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της αναμόρφωσης του Παρισιού από τον Haussmann, όπου η «επιβολή της ευθείας» των μεγάλων λεωφόρων παρουσιάστηκε ως εξορθολογισμός της πόλης, στοχεύοντας όμως ουσιαστικά στον οικονομικό (μέσω της αύξησης της υπεραξίας της γης), οπτικό αλλά και αστυνομικό (μετά την εμπειρία των οδοφραγμάτων στα στενά του Παρισιού ) έλεγχο του αστικού τοπίου από τα ανώτερα στρώματα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 84 – 86,Hobsbawm, 2008: 249). Καθώς σταδιακά η όραση καθίσταται σημαντικό στοιχείο στην εμπειρία του αστικού τοπίου, με τη χρήση νέων τεχνολογιών (μεταλλικές κατασκευές, γυάλινες επιφάνειες, σκυρόδεμα) επιχειρείται η όραση διαμέσω των κτιρίων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 88), ενώ στην οργάνωση του τοπίου αναζητείται η οπτική τάξη της ευθείας (μεγάλες λεωφόροι κλπ) (Gregory, 2009: 473).
Από τις αρχές του 20ού αιώνα ωστόσο σχηματοποιήθηκε ένα συνολικότερο πλαίσιο μοντερνιστικής αντιμετώπισης των πόλεων. Η εδραίωση του φορντισμού ως κυρίαρχου βιομηχανικού παραδείγματος οδήγησε στην εμφάνιση μεγαλύτερων βιομηχανικών μονάδων, καθώς η στόχευση σε μαζική παραγωγή τεραστίων ποσοτήτων απαιτούσε την συγκέντρωση των επιμέρους παραγωγικών διαδικασιών στον ίδιο χώρο και συνακόλουθα οδήγησε στη συσσώρευση μαζικού εργατικού δυναμικού γύρω από τα υπερμεγέθη εργοστάσια (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 220). Υπό τις επιταγές του φορντισμού σχηματοποιήθηκαν οι μεγάλες βιομηχανικές πόλεις της βορειοδυτικής Ευρώπης με τις κεντρικά χωροθετημένες βιομηχανικές μονάδες. Μέσα σε αυτό το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον ο μοντερνισμός στοχεύει σε συγκροτημένες και ολιστικές προσπάθειες απάντησης στα ζητήματα αστικού χώρου μέσω του σχεδιασμού (Gregory, 2009: 471). Αναπτύσσονται η πολεοδομία και η αστική αρχιτεκτονική και, μέσω διεθνών συνεδρίων, εξετάζονται τα ζητήματα της σχέσης των κτιρίων με τον κοινωνικό και οικονομικό τους περίγυρο (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 278) Οι ορθολογιστικές αρχές του φορντισμού και ο προσανατολισμός του αποκλειστικά στην οικονομική ανάπτυξη επηρέασαν την μοντερνιστική πολεοδομία, οδηγώντας στην αντιμετώπιση του αστικού χώρου με βάση τις βασικές λειτουργίες της πόλης (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 280 – 281). Η «φορντική πόλη» διακρίνεται από την εφαρμογή ζωνών αποκλειστικών χρήσεων (εργασίας, κατοικίας, βιομηχανίας κλπ) και από την έμφαση στην βελτίωση της κυκλοφορίας μεταξύ των ζωνών (Harvey, 2009: 102).
Οι ανάγκες ανοικοδόμησης και αντιμετώπισης των μαζικών κοινωνικών προβλημάτων που προέκυψαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έδωσαν περεταίρω ώθηση στην εφαρμογή των μοντερνιστικών επιταγών αστικού σχεδιασμού και ενέτειναν τον κοινωνικό προσανατολισμό τους. Ως συνέπεια η μορφή προκύπτει με βάση τις ανάγκες της λειτουργίας (Harvey, 2009: 101)· η λειτουργία όμως δεν συνίσταται στην απλή πρακτικότητα, αλλά είναι προσανατολισμένη στην πραγμάτωση των ιδανικών ενός εναλλακτικού, καλύτερου κοινωνικά κόσμου (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 296). Είναι ενδεικτικός ο τρόπου που επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί το επιτακτικό ζήτημα της μαζικής στέγασης από τον Λε Κορμπυζιέ και άλλους μοντερνιστές αρχιτέκτονες. Προτάθηκε (και σε ορισμένες περιπτώσεις υλοποιήθηκε)2 η δημιουργία «πύργων κατοικίας», μεγάλων συγκροτημάτων διαμερισμάτων (που σε ορισμένες περιπτώσεις έφταναν τους χιλιάδες ενοίκους και ενσωμάτωναν δραστηριότητες αναψυχής) με χρήση προκατασκευασμένων τμημάτων που θα ελαχιστοποιούσαν το κόστος κατασκευής. Οι πύργοι κατοικίας, που ήταν αποτέλεσμα τόσο των μοντερνιστικών αρχιτεκτονικών ιδεών όσο και των κερδοσκοπικών πιέσεων του κεφαλαίου στη γη (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 279-280), έδωσαν τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε λειτουργικές κατοικίες σε χιλιάδες οικογένειες, όμως ο ομογενοποιητικός τους χαρακτήρας ενίοτε δημιούργησε μη ανθρώπινα περιβάλλοντα διαβίωσης (Harvey, 2009: 69).3
Κρίση και μετανεωτερικότητα
Τη δεκαετία του 1970 ο δυτικός καπιταλισμός εισήλθε σε μία παρατεταμένη περίοδο οικονομικής κρίσης, από την οποία προέκυψε ένα ρεύμα κριτικής των μοντερνιστικών αξιών και, συνακόλουθα, διαφορετικές προσεγγίσεις στον αστικό χώρο. Η οικονομική κρίση αποτελούσε μια χαρακτηριστική κρίση καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης και οφειλόταν στην εξάντληση των δυνατοτήτων αναπαραγωγής του τρέχοντος συστήματος κεϋνσιανισμού – μαζικής παραγωγής / κατανάλωσης, εντός των πλαισίων ανταγωνισμού της εντεινόμενης παγκοσμιοποίησης (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 222). Η κρίση εκφράστηκε με άνοδο στις τιμές του πετρελαίου, κατακόρυφη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και στροφή στη ζήτηση μη τυποποιημένων προϊόντων, ενώ την ίδια περίοδο αναδύθηκαν πλείστα κινήματα (οικολογικά, εναλλακτικής διαβίωσης κ.ά.) που ασκούσαν κριτική στο τρέχον μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής οργάνωσης. Σημαντική ήταν η επίδραση εξελίξεων όπως η αποϋλοποίηση του χρήματος (κάτι που προσέδωσε μεγαλύτερη ευελιξία στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο), ενώ η ευρεία διάδοση των media και οι νέες τεχνολογίες άμεσης διάδοσης πληροφοριών (ειδικά από τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα) οδήγησαν σε έναν νέο γύρο συμπίεσης χώρου – χρόνου (Harvey, 2009: 114).
Η κρίση τελικά δεν έφερε την κατάρρευση του καπιταλισμού αλλά την αντικατάσταση του φορντισμού από την ευέλικτη συσσώρευση, ένα νέο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής το οποίο στοχεύει στην παραγωγή για όταν ζητηθεί. Με την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και καινοτόμων μεθόδων, εγκαταλείφθηκαν οι φορντικές βιομηχανίες μεγάλης κλίμακας και η παραγωγική διαδικασία οργανώθηκε σε υπεργολαβίες. Απαραίτητες προϋποθέσεις της ευέλικτης συσσώρευσης είναι η ευελιξία στην εργασία και η αποστέωση του συνδικαλισμού, ενώ ως μοντέλο παραγωγής οδήγησε τελικά στην παγκόσμια άνοδο του τομέα υπηρεσιών (με έμφαση στις υπηρεσίες παραγωγού –νομικά, πληροφόρηση, έρευνα και ανάπτυξη, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες κ.ά.) (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 223 – 225). Καθώς ο πυρήνας της καπιταλιστικής οικονομίας δεν είναι πλέον η δευτερογενής παραγωγή αλλά ο τεταρτογενής τομέας, το νέο αυτό στάδιο καπιταλισμού χαρακτηρίζεται συχνά ως «οικονομία της γνώσης» (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 320). Σε ιδεολογικό επίπεδο, η πτώση του κεϋνσιανισμού ακολουθήθηκε από την κατακόρυφη άνοδο της επιρροής του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος γενικά υπερασπίζεται τις ελεύθερες αγορές και ροές κεφαλαίου, αλλά απαιτεί σφραγισμένα σύνορα για την εργασία μαζί με εξαφάνιση του κρατικού παρεμβατισμού σε όλα τα επίπεδα (Gregory, 2009: 570).
Ο μετασχηματισμός του οικονομικού παραδείγματος συνοδεύτηκε από συστηματική κριτική στις αξίες του μοντερνισμού, σε βαθμό που άρχισε να γίνεται λόγος για αλλαγή εποχής.4 Η νέα εποχή χαρακτηρίστηκε ως «μετανεωτερικότητα» και το πνευματικό κίνημα που εκφράζει τις αρχές της «μεταμοντερνισμός». Χαρακτηριστικά του μεταμοντερνισμού είναι η απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων και ο μεταπαραδειγματικός του χαρακτήρας (Λεοντίδου, 2011: 217).5 Δίνει έμφαση στο επιμέρους, στην τοπική ταυτότητα, στην ετερότητα, στην επικοινωνία, ενώ αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα ως πολυσήμαντο μωσαϊκό (Λεοντίδου, 2011: 215). Ουσιαστικό ρόλο στην μεταμοντερνιστική πρόσληψη της πραγματικότητας παίζει η φαντασία, η εικόνα και η αισθητική λειτουργία (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 327, Λεοντίδου, 2011: 214),6 τάσεις που σχετίζονται με την ταυτόχρονη άνοδο των media και την τηλεοπτική επέκταση (Gregory, 2009: 567), οι οποίες εξάλλου ευνοούνται από την επιφανειακή προσέγγιση του μεταμοντερνισμού (Harvey, 2009: 96).
Οι διαδικασίες που συνόδευσαν την μετάβαση στην ευέλικτη συσσώρευση είχαν σημαντικές προεκτάσεις στον χώρο και στο τόπο, αφού παγκοσμίως σημειώθηκε ανακατανομή παραγωγικών και οικονομικών δραστηριοτήτων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 223).7 Η θεώρηση του μεταμοντερνισμού για τον χώρο αναγκαστικά επηρεάστηκε από τη νέα οικονομική οργάνωση και οδήγησε στην πρωτοκαθεδρία του χώρου έναντι του χρόνου και στην ανασημασιοδότηση των χωρικών κλιμάκων σε κάθε επίπεδο, ευνοώντας τη νέα χωρική διάρθρωση των καπιταλιστικών παραγωγικών δραστηριοτήτων (Λεοντίδου, 2011: 213, Λεοντίδου κ.ά., 2013: 334).8
Στον αστικό χώρο ειδικότερα, συνειδητοποιήθηκε πως η «μητροπολιτική κουλτούρα» του μοντερνισμού (Gregory, 2009: 470) ήταν υπεύθυνη για τη δημιουργία ποικίλλων προβλημάτων, όπως η περιβαλλοντική υποβάθμιση, τα κυκλοφοριακά προβλήματα,9 η αποξένωση, η αίσθηση του ανοίκειου, το αίσθημα απειλής, ο κατακερματισμός του χώρου λόγω των ζωνών αποκλειστικών χρήσεων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 291-294, Λεοντίδου, 2011: 224), ενώ η ομογενοποιητική επίδραση του μοντερνιστικού πολεοδομικού σχεδιασμού και αρχιτεκτονικής δημιούργησε «καταπιεσμένες επιθυμίες» στα ανερχόμενα μεσοαστικά στρώματα (Harvey, 2009: 120). Για τον μεταμοντερνισμό οι πόλεις δεν αποτελούν πεδία εφαρμογής κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, αλλά «ετεροτοπίες», δηλαδή χώροι όπου συνυπάρχουν πολλαπλές νοηματοδοτήσεις και πραγματικότητες (Harvey, 2009: 82). Με την οπτική αυτή το διαφορετικό δεν συνιστά λ.χ. ταξικό πρόβλημα, αλλά απεναντίας ενισχύει τον πλουραλισμό.
Ο μεταμοντερνισμός πράγματι εξυμνεί την ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητα ως θετικούς κοινωνικούς και χωρικούς παράγοντες. Ως απότοκο αυτής της θεώρησης, μεταμοντερνιστές εξυμνούν την κιτς αισθητική του Λας Βέγκας ή δυσφημισμένων προαστίων, επειδή αυτήν την αισθητική φαίνεται να επιλέγουν τα μεσοαστικά στρώματα, ανεξαρτήτως φύλου, χρώματος κλπ. Κατά την άποψη αυτή «η Disneylandφαίνεται να βρίσκεται πιο κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους (σσ: και γι’ αυτό είναι πιο αληθινή), απ’ οτιδήποτε κατάφεραν ποτέ να τους δώσουν οι αρχιτέκτονες» (Harvey, 2009: 94). Τέτοιες θεωρήσεις ωστόσο αναδεικνύουν τον κοινωνικό μυωπισμό του μεταμοντερνισμού, καθώς στην προσπάθειά τους να εστιάσουν στην μικρή κοινωνική κλίμακα, αγνοούν τις μεγαλύτερες, καθιστώντας τα μεταμοντερνιστικά επιχειρήματα εκ των υστέρων εκλογικεύσεις. Οι υπερασπιστές της «Disneyland» λ.χ. δεν εξετάζουν από πού αντλούν τα μεσοαστικά στρώματα αυτές τις συγκεκριμένες αισθητικές προτιμήσεις και τον ρόλο των κυρίαρχων επικοινωνιακών, καταναλωτικών και οικονομικών προτύπων στην διαμόρφωσή τους.
Πάντως, οι προσεγγίσεις του μεταμοντερνισμού στον αστικό χώρο εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο που προέκυψε από τον καπιταλιστικό μετασχηματισμό. Καθώς η οικονομική κρίση του 1970 ενέτεινε το ενδιαφέρον για μη χρηματικό κεφάλαιο υπήρξε μία γενικότερη στροφή -μεταξύ άλλων- στη γη ως επενδυτική δραστηριότητα. Η αύξηση της υπεραξίας της ενέτεινε την κερδοσκοπία στη γη και δημιούργησε μεγάλο ενδιαφέρον για την ανοικοδόμηση στον αστικό χώρο (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 286). Ως αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής αναδύθηκαν τα διάφορα σχέδια επαναστικοποίησης και εξευγενισμού του κέντρου των αποβιομηχανοποιημένων πόλεων. Εξάλλου οι παγκοσμιουπόλεις, πλανητικοί επιχειρηματικοί κόμβοι που δημιουργήθηκαν μέσα στα πλαίσια της «οικονομίας της πληροφορίας», έχουν ανάγκη από εντοπισμένα χωρικά και επικοινωνούντα δίκτυα συναφών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, καθώς και από μεγάλους γραφειακούς χώρους που να στεγάζουν τις λειτουργίες αυτές. Πράγματι, σε μεγάλο ποσοστό δράσεων εξευγενισμού τα εγκαταλελειμμένα βιομηχανικά κτίρια στα κέντρα ευρωπαϊκών πόλεων μετατράπηκαν σε γραφειακά συγκροτήματα.
Οι μετανεωτερικές πόλεις αλλάζουν αναγκαστικά χαρακτήρα: η πόλη δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως κοινωνικός σχηματισμός με σκοπό την εξυπηρέτηση των κατοίκων της, αλλά ως επιχειρηματική μονάδα με στόχο την προσέλκυση διεθνούς επενδυτικού κεφαλαίου εντός ενός πλαισίου παγκόσμιου ανταγωνισμού και κεφαλαιακής ευελιξίας (Λεοντίδου, 2011: 217, 226, 227). Στην επιχειρηματική πόλη ο κοινωνικός προσανατολισμός της αρχιτεκτονικής είναι επιζήμιος· πλέον η μορφή δεν ακολουθεί τη λειτουργία, αλλά τη χρηματοδότηση και τον εντυπωσιασμό (Harvey, 2009: 115). Η μεταμοντέρνα αρχιτεκτονική υιοθετεί πιο αισθητική κι εκλεκτικιστική αντιμετώπιση του σχεδιασμού με ανάμιξη κομματιών από το παρελθόν κατά βούληση και επιζητά τη μνημειακότητα, τη θεατρικότητα και την οργάνωση του χώρου ως θεάματος, την ψευδαίσθηση του υψηλού στα όρια του κιτς (Λεοντίδου, 2011: 216,Harvey, 2009: 89, 135).10 Αντί του πολεοδομικού προγραμματισμού προτιμώνται οι καινοτόμες σημειακές αναπλάσεις, οι οποίες μέσω της βελτίωσης της ορατότητας του αστικού τοπίου στοχεύουν στην προσέλκυση εφήμερων γεγονότων (Ολυμπιακοί αγώνες, πολιτιστικές πρωτεύουσες κλπ) και κεφαλαίου (Λεοντίδου, 2011: 227-228).
Μέσα σε αυτό το μετανεωτερικό εμπορευματικό πλαίσιο δεν εκπλήσσει το ενδιαφέρον του μεταμοντερνισμού για την ιστορία: για να αυξηθεί η επενδυτική ανταγωνιστικότητα του τόπου θα πρέπει να διακρίνεται για την ταυτότητά του. Ο χώρος προσεγγίζεται ως τόπος με μνήμη (Λεοντίδου, 2011: 219 – 221)· ο μεταμοντερνισμός θεωρητικά αναζητά την τάξη στον μεταβαλλόμενο κόσμο μέσω της συνέχειας παρελθόντος και παρόντος (Harvey, 2009: 123), παρέχοντας όμως ταυτόχρονα στο επενδυτικό κεφάλαιο ένα πλαίσιο δημιουργίας υπεραξιών πάνω στη γη. Το ενδιαφέρον του μεταμοντερνισμού για την ιστορικότητα συνδέεται επίσης με την ανάγκη του ύστερου εμπορικού καπιταλισμού να δημιουργεί και να διατηρεί ζήτηση σε νέες αγορές υπηρεσιών (Harvey, 2009: 98-99). Η κατεύθυνση αυτή εξηγεί τη γενικότερη μετανεωτερική προσέγγιση της πολιτισμικής κληρονομιάς ως μαζικό καταναλωτικό προϊόν (πολιτισμική βιομηχανία), η οποία όμως έχει ως αποτέλεσμα την επιφανειακή και εμπορική ανάγνωση της ιστορίας (Harvey, 2009: 98).11
Η αστική οπτική του μεταμοντερνισμού και η στροφή στην επιχειρηματική πόλη προσέδωσαν ένα αναπάντεχο συγκριτικό πλεονέκτημα στις μεσογειακές πόλεις (Λεοντίδου, 2011: 230), οι οποίες εξάλλου ποτέ δεν χώρεσαν στα ερμηνευτικά σχήματα του μοντερνισμού. Η προσθετική τους ανάπτυξη, που αποκαλούσε πονοκέφαλο για τους μοντερνιστές πολεοδόμους, καθιστά τις μεσογειακές πόλεις την ιδανική «κουρελού» διαφορετικότητας για τους μεταμοντερνιστές (Λεοντίδου, 2011: 226). Λόγω των μικτών χρήσεων γης οι πόλεις της Μεσογείου είναι ζωντανές καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο ενώ η μακραίωνη ιστορία και η διαρκής κατοίκησή τους είναι εμφανής μέσα στον ιστό τους (Λεοντίδου, 2011: 224). Ταυτόχρονα, το εύκρατο μεσογειακό κλίμα τις καθιστά ιδανικές για διοργάνωση μεγάλων γεγονότων ανοικτού χώρου καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Τελικά όμως, η μεταμοντερνιστική προσέγγιση στον αστικό χώρο δημιούργησε και σοβαρά προβλήματα. Λόγω των σημειακών παρεμβάσεων και της έμφασης στην διαφορετικότητα κατακερματίζεται ο ιστός των πόλεων (Harvey, 2009: 101). Ο προσανατολισμός του μεταμοντερνισμού στην αγορά τον ωθεί στη δημιουργία μονότονων τοπίων, κάτι για το οποίο οι μεταμοντερνιστές ασκούσαν κριτική στον ιδεαλισμό του μοντερνισμού (Harvey, 2009: 116). Επίσης, ο μεταμοντερνιστικός εκλεκτικισμός εντείνει τις ταξικές διαφορές στον αστικό χώρο και επιπλέον, καθώς η μετατροπή των πόλεων σε τουριστικούς προορισμούς γίνεται με απομύζηση των πόρων των κατοίκων, το οικιστικό περιβάλλον καταλήγει να υπεξαιρείται από τους κατοίκους προς όφελος μιας παγκόσμιας άρχουσας τάξης (Λεοντίδου, 2011: 231). Μάλιστα, καθώς η προσέλκυση του διεθνούς κεφαλαίου γίνεται με τρόπους που δεν εγγυώνται αειφορία (Λεοντίδου, 2011: 231), τελικά το μέλλον των πόλεων υποθηκεύεται με τρόπο που δεν αποκλείει την εμφάνιση «μετανεωτερικών Ντιτρόιτ» όταν τα ενδιαφέροντα του κεφαλαίου προσανατολιστούν αλλού.
Καταλήγοντας, είναι ενδιαφέρον να δούμε επιγραμματικά πώς εξασφαλίζεται η συναίνεση των τοπικών κοινωνιών στον μεταμοντέρνο σχεδιασμό των επιχειρηματικών πόλεων. Στο κοινωνικό πεδίο το πέρασμα στη μετανεωτερικότητα χαρακτηρίστηκε από την παρακμή των ταξικών αγώνων, την απόρριψη της σκληρής εργασίας και την έμφαση στον αισθησιακό καταναλωτισμό και τον ευδαιμονισμό αντί της τεϋλορικής εργασιακής πειθαρχίας και της συμβατικής ζωής της τυπικής προαστιακής οικογένειας. Η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού μαζί με την μεταμοντερνιστική απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων καλλιέργησαν ειρωνική διάθεση απέναντι στην αριστερά και στην καθαρότητα του στυλ (Λεοντίδου. 2011: 233). Σε αυτό το πλαίσιο, και μέσω ενός ευφυούς συστημικού ελιγμού, η ανασφάλεια που νιώθουν τα κατώτερα στρώματα από την ανταγωνιστική αγορά εργασίας και τον μετασχηματισμό του τόπου κατοικίας, ωθείται στην αναζήτηση ασφάλειας μέσω της δόμησης ταυτότητας, μακριά από τον ορίζοντα των ταξικών αγώνων. Όσο οι ταξικές διαφορές εντείνονται, η αναζήτηση της «κοινότητας» μες στην πόλη στρέφεται σε άλλες κατευθύνσεις. Σε αυτή την περίπτωση το διαφορετικό μπορεί να λειτουργεί εσκεμμένα ως συνδετικό: λ.χ. σε μια πόλη με πολλές μειονότητες η εθνοτική διαφοροποίηση μπορεί να εκληφθεί ως «κοινό πολυπολιτισμικό υπόστρωμα» της κοινότητας της πόλης – αρκεί να κατευνάζει τις ταξικές εντάσεις και να μπορεί να πωληθεί από τη νεοφιλελεύθερη πολιτισμική βιομηχανία.12
Επίλογος
Αν κάτι έμεινε αναλλοίωτο κατά τη μετάβαση των πόλεων από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα ήταν η κατεξοχήν οικονομική τους διάσταση: από τη φορντική στην επιχειρηματική πόλη, ο αστικός χώρος οργανώνεται με μια οπτική κατά βάση οικονομική. Ωστόσο ο μοντερνισμός, στην προσπάθειά του να απελευθερώσει τον άνθρωπο από τις αναγκαιότητες της επιβίωσης, τον σκλάβωσε στα δεσμά μιας ορθολογιστικής γραφειοκρατίας που εστίαζε μόνο στις μεγάλες ποσότητες, αγνοώντας τις ποιότητες. Από αυτή τη χροιά της μοντερνιστικής σκέψης εκίνησε η μεταμοντερνιστική κριτική.
Πράγματι, ο μεταμοντερνισμός κατάφερε να δημιουργήσει έναν ανοιχτό χαρακτήρα που του επέτρεψε να κατανοήσει την ετερότητα. Με την εστίαση στην τοπικότητα και στη διαφορά προσέφερε απελευθερωτική δυναμική σε ποικίλα κοινωνικά κινήματα. (Harvey, 2009: 81, 160-162). Ωστόσο, η σύνδεση του μεταμοντερνισμού με τους κανόνες της αγοράς και το νεοφιλελευθερισμό οδήγησαν σε κατακερματισμό του χώρου, μηδενιστική αποδόμηση και στην ενίσχυση της εξουσίας (Harvey, 2009: 165-166). Η μεταμοντερνιστική απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων και η εστίαση στην τοπικότητα δεν καταργούν τα συνολικά ιδεολογικά σχήματα από τον προγραμματισμό των παγκόσμιων οργανισμών που ρυθμίζουν τις ζωές μας σε υπερτοπικό επίπεδο.13
Ακόμα χειρότερα όμως, η ρητορική του μεταμοντερνισμού είναι επικίνδυνη επειδή αποφεύγει να αντιπαρατεθεί με τις πραγματικότητες της πολιτικής οικονομίας και τις συνθήκες της παγκόσμιας εξουσίας (Harvey, 2009: 166). Η αποστροφή του μεταμοντερνισμού για τις μεγάλες αφηγήσεις ταυτόχρονα με την έμφασή του στη φαντασία και στην ετερότητα (όλα είναι διαφορετικά, αλλά με ίση αξία) λειτουργεί τελικά υπέρ του λαϊκισμού, της εύκολης πειθούς και του εντυπωσιασμού του επιχειρήματος έναντι του ίδιου του επιχειρήματος. Χωρίς το συνεκτικό πλαίσιο της μεγάλης αφήγησης, κάθε επιμέρους επιχείρημα μπορεί να παρουσιαστεί πειστικά ως μεγάλη αλήθεια – αφού δεν έχει ανάγκη από ένα συστηματικό πλαίσιο εξήγησης από το οποίο να αντλεί την εγκυρότητά του. Μια τέτοια στάση ευνοεί τελικά τις συντηρητικές και λαϊκίστικες πολιτικές, στρέφοντας την κοινωνία σε μια κατεύθυνση υπέρ του νεοφιλελευθερισμού και διασφαλίζοντάς του τα μέσα κοινωνικής αναπαραγωγής του, αφού ακόμα και οι καταπιεζόμενοι του συστήματος το βλέπουν με την δική του οπτική.14
Βιβλιογραφία
  • Λεοντίδου, Λ., κ.ά. (2013), Γενική Γεωγραφία, Ανθρωπογεωγραφία και υλικός πολιτισμός της Ευρώπης – Ευρωπαϊκές Γεωγραφίες, Τεχνολογία και Υλικός Πολιτισμός. Πάτρα: ΕΑΠ.
  • Λεοντίδου, Λ. 2011, Αγεωγράφητος χώρα – Ελληνικά είδωλα στους επιστημολογικούς αναστοχασμούς της ευρωπαϊκής Γεωγραφίας, Αθήνα: Προπομπός.
  • Gregory κ.ά. (2009), The dictionary of Human Geography, Chichester: Wiley – Blackwell.
  • HarveyD. 2009, Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας – Διερεύνηση των απαρχών της πολιτισμικής μεταβολλής, μτφρ. Ε. Αστερίου, Μεταίχμιο, Αθήνα.
  • HobsbawmE. 2008, Επαναστάτες, μτφρ. Π. Μπουρλάκης, Θεμέλιο, Αθήνα.
  • «Unité d’ Habitation», Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/Unit%C3%A9_d%27Habitation , 10 Απριλίου 2015.
  • «Resurgence of the Traditional Wet Shaving Technique Drives the Global Non-Electric Shavers Market, According to a New Report by Global Industry Analysts, Inc.», Prweb, http://www.prweb.com/releases/cartridge_razors_market/injector_razor_market/prweb12636250.htm , 23 Απριλίου 2015.
  1. Η δημιουργία ενός εργοστασίου συνοδευόταν από την συρροή –και προσωρινή εγκατάσταση- μεγάλων εργατικών πληθυσμών γύρω του. Οι παραγκουπόλεις των χιλιάδων εργατών και των ανύπαρκτων συνθηκών υγιεινής συνόδευαν την εμφάνιση κάθε εργοστασίου. [↩]
  2. Χαρακτηριστικά είναι τα κτίρια «Unité d’Habitation» (μονάδων κατοικίας) που ο Λε Κορμπυζιέ σχεδίασε σε Γαλλία και Γερμανία, βλ. σχετ. «Unité d’Habitation», Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/Unit%C3%A9_d%27Habitation , 10 Απριλίου 2015. [↩]
  3. Δεν προκαλεί εντύπωση το γεγονός πως η ιδέα των μαζικών εργατικών κατοικιών βρήκε ιδιαίτερη απήχηση στο ανατολικό μπλοκ, καθώς συνδύαζε την μαζική στέγαση με την εφαρμογή των σοσιαλιστικών ιδανικών για αταξική συνύπαρξη [↩]
  4. Η τάση αυτή εντάσσεται στη γενικότερη αίσθηση κλεισίματος ενός κύκλου που εκπήγασε από τις κοσμογονικές αλλαγές που συνόδευσαν την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και που οδήγησε σε διατυπώσεις για το «τέλος της ιστορίας», το «τέλος της ιδεολογίας» κλπ. Ωστόσο, το κατά πόσο πρόκειται για όντως νέα εποχή ή όχι αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας σε πολλούς επιστημολογικούς κύκλους. Στην παρούσα ανάλυση υιοθετούμε την προσέγγιση όσων (με εξέχοντα τον Harvey) υποστηρίζουν πως πρόκειται για μετασχηματισμό εντός του καπιταλισμού κι όχι για ριζική αλλαγή παραδείγματος. [↩]
  5. Για τον μεταμοντερνισμό δεν έχει νόημα η αναζήτηση των καθολικών αληθειών, διότι τα πάντα μεταβάλλονται ραγδαία (Λεοντίδου, 2011: 217). Ακόμη όμως κι αν υπάρχουν καθολικές αλήθειες, δεν μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν (Ηarvey, 2009: 77). [↩]
  6. Η εικόνα τόσο ως στιγμιαία εντύπωση, όσο και ως έκφραση κοινωνικής θέσης (συμβολικό κεφάλαιο). Το επάγγελμα του image maker (διαμορφωτή εικόνας) μετουσιώνει, στα πλαίσια του μεταμοντερνισμού, την εικόνα από μέσο σε σκοπό.. [↩]
  7. Ολόκληρες βιομηχανικές πόλεις ερήμωσαν, με τα κουφάρια των εργοστασίων να αιωρούνται πάνω από τους άνεργους εργατικούς πληθυσμούς. Χαρακτηριστικότερη όλων η περίπτωση του Ντιτρόιτ, της πάλαι ποτέ παγκόσμιας πρωτεύουσας της αυτοκινητοβιομηχανίας που ακόμα και σήμερα δεν έχει ανακάμψει. [↩]
  8. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης αποτελεί η αναδιάρθρωση του αυτοδιοικητικού χάρτη της Ελλάδας («Καποδίστριας» και «Καλλικράτης») με στόχο όχι τόσο τη συνένωση ομοειδών κοινοτήτων αλλά τη δημιουργία ικανού μεγέθους αυτοδιοικητικών μονάδων ώστε να αποτελούν συμφέρουσες επιλογές για επιχειρηματικές δραστηριότητες. [↩]
  9. Ως αποτέλεσμα του διαχωρισμού τόπου εργασίας – κατοικίας (λόγω των ζωνών αποκλειστικής χρήσης) και της συνεπακόλουθης μαζικής χρήσης Ι.Χ., όσο και της χωροθέτησης των βιομηχανιών στα αστικά κέντρα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 279). [↩]
  10. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Piazza d’ Italia στη Νέα Ορλεάνη (Ηarvey, 2009: 138). [↩]
  11. Η τάση αυτή ισχυροποιείται τα τελευταία χρόνια, ισχυροποιώντας ως καταναλωτικά πρότυπά το ρετρό, το vintage κλπ. Η επαναφορά του παρελθόντος, ειδικά μέσα σε περιόδους κοινωνικών κρίσεων, αφενός προσφέρει ένα αίσθημα οικειότητας και ασφάλειας κι αφετέρου ανοίγει μεγάλες νέες αγορές. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η βιομηχανία ειδών συναφών με την ανδρική περιποίηση: μέχρι και τη δεκαετία του 1990 η αγορά πρόβαλε τις ηλεκτρικές ξυριστικές μηχανές και τα προϊόντα μίας χρήσης (έτοιμοι αφροί ξυρίσματος, ξυραφάκια μιας χρήσης κλπ) ως την επιτομή της ευχρηστίας και του μοντέρνου άνδρα. Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται παγκοσμίως μια εντυπωσιακή εμπορική αναβίωση των προϊόντων παραδοσιακού ξυρίσματος (πινέλα, ξυράφια διπλής κόψης κ.ά, που, ως τρόπος περιποίησης έχει τις ρίζες του στις αρχές του 20ού αιώνα) και μάλιστα πρόσφατες έρευνες αγοράς διακρίνουν σημαντικές τάσεις ανόδου, βλ. σχετ. την συνοπτική παρουσίαση έρευνας αγοράς της Global Industry Analysis στο prweb, διαθέσιμο στο http://www.prweb.com/releases/cartridge_razors_market/injector_razor_market/prweb12636250.htm , 23 Απριλίου 2015. [↩]
  12. Κάτι τέτοιο ωστόσο δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει στις μεσογειακές πόλεις, λόγω του έντονου εθνικού χαρακτήρα τους και των ιστορικών αντιπαλοτήτων με τις γειτονικές χώρες (απ’ όπου συχνά προέρχονται οι μειονότητες) που έχουν εγγραφεί στην επίσημη ανάγνωση της ιστορίας. [↩]
  13. Για τις Η.Π.Α., για παράδειγμα, η Κούβα παραμένει μία σημαντική απειλή και συμπεριλαμβάνεται ακόμη στους επίσημους καταλόγους των «τρομοκρατικών χωρών». Δεδομένης της ανύπαρκτης στρατιωτικής ισχύος της χώρας και της οικονομικής καταστροφής από το 50ετές εμπάργκο, η θεώρηση αυτή βασίζεται αποκλειστικά σε ιδεολογικά κριτήρια. Παρόμοια, η ιδεολογική εμμονή των νεοφιλελεύθερων πιστωτών της Ελλάδας στην εφαρμογή νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, παρόλο που αυτές τελικά υπονομεύουν την δυνατότητά της χώρας να αποπληρώσει τα χρέη της στους πιστωτές της. [↩]
  14. Αυτό εξηγεί το γιατί π.χ. ο σύγχρονος μικροαστός απεχθάνεται την ομοιογένεια που συνεπάγεται μια αταξική κοινωνία, την στιγμή που χρωστάει το σπίτι του για την αποπληρωμή της υποθήκης του και δυσκολεύεται να ταΐσει το παιδί του, βλ. σχετ. Harvey, 2009: 29. [↩]

    ΠΗΓΗ:http://www.homohominus.net/tag/%CE%BA%CE%B5%CF%8B%CE%BD%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82/
Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Η καμπύλη Laffer και τα supply side economics


laffercurve
Η οικονομική σκέψη παγκοσμίως έχει αλωθεί τα τελευταία χρόνια από μια μικρή ομάδα δεξιών εξτρεμιστών που πιέζουν αφόρητα για μείωση της φορολογίας, ειδικά των επιχειρήσεων, και περιορισμό του κράτους. Ιδέες που πριν από μερικά χρόνια θα προκαλούσαν μόνο το γέλιο προβάλλονται ως αδιαμφισβήτητες οικονομικές αλήθειες. Η περικοπή των φόρων, ειδικά στα ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια, παρουσιάζεται ως μονόδρομος και λύση σε κάθε οικονομικό πρόβλημα. Αυτή μαζί με τη μείωση των μισθών προβάλλονται ως κίνητρα που πρέπει να δοθούν στους επιχειρηματίες, έτσι ώστε αυτοί να «παράξουν πλούτο». Αποτέλεσμα της εφαρμογής όμως των παραπάνω είναι η ανισότητα κατανομής εισοδήματος στη δύση να προσομοιάζει δικτατορίες του 3ου κόσμου. Πως ξεκίνησαν όμως όλα αυτά;
Ο μύθος λέει ότι όλα ξεκίνησαν σε μία συνάντηση στη Washington το 1974 μεταξύ ενός οικονομολόγου, του Arthur Laffer, ενός αρθρογράφου της Wall Street Journal, του Jude Wanniski και του Dick Cheney, ο οποίος ήταν τότε στέλεχος της κυβέρνησης Ford. Ο Wanniski, ένας ενθουσιώδης άνθρωπος, ο οποίος δεν ήταν οικονομολόγος, προσέφευγε συχνά στις συμβουλές του Laffer. Αυτή η επιλογή ήταν περίεργη εκείνη την εποχή.
Ο Laffer υπηρετούσε, χωρίς μεγάλη επιτυχία, στο γραφείο διοίκησης και προϋπολογισμού στη Washington από το 1970. Το 1971 είχε κάνει μια υπεραισιόδοξη εκτίμηση για το ΑΕΠ των ΗΠΑ χρησιμοποιώντας μόνο τέσσερις δείκτες, όταν οι υπόλοιποι οικονομολόγοι χρησιμοποιούν εκατοντάδες ή και χιλιάδες. Η εκτίμηση του Laffer αποδείχθηκε τελικά λανθασμένη και η φήμη του δέχθηκε τότε ένα πολύ ισχυρό πλήγμα με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να παραιτηθεί από τη θέση του.
Παρά τη δημόσια διαπόμπευση του Laffer, ο Wanniski συνέχισε να εμπιστεύεται την κρίση του. Οι δυο τους ανέπτυξαν την ιδέα ότι είναι δυνατή η ανάπτυξη της οικονομίας και η μείωση του πληθωρισμού μέσω της μείωσης της φορολογίας, ιδιαίτερα των υψηλών εισοδημάτων. Οι διαπρεπείς οικονομολόγοι της εποχής, ακόμη και οι συντηρητικοί, θεωρούσαν την ιδέα αστεία. Ο Wanniski, παρ’ όλα αυτά, πεπεισμένος για την ορθότητα των ιδεών τους, τις προώθησε με θέρμη μέσω της στήλης που διατηρούσε στη Wall Street Journal. Το δόγμα Wanniski, το οποίο αργότερα πήρε την ονομασία supply side economics, απέτυχε να κερδίσει πολλούς οπαδούς πέρα από ένα περιορισμένο αριθμό ακολούθων.
Ένα μοιραίο απόγευμα ο Wanniski με τον Laffer προσπαθούσαν να εξηγήσουν την οικονομική τους θεωρία στον Cheney. Ο Laffer τράβηξε μια χαρτοπετσέτα και σχεδίασε μια παραβολή. Το νόημα του σχεδίου ήταν απλό. Αν η κυβέρνηση ορίσει φορολογικό συντελεστή στο 0, θα έχει μηδενικά έσοδα, αν πάλι ορίσει φορολογικό συντελεστή 100%, πάλι θα έχει μηδενικά έσοδα, μιας και κανένας δε θα έχει κίνητρο να παράγει αφού η κυβέρνηση θα καρπωνόταν ολόκληρο το όφελος. Μεταξύ των δύο σημείων ο Laffer ζωγράφησε μια καμπύλη. Η καμπύλη υπονοούσε ότι σε περιπτώσεις όπου ο φορολογικός συντελεστής ήταν υψηλός, η κυβέρνηση θα είχε μεγαλύτερα έσοδα αν χαμήλωνε τους φόρους.
Η μικρή φορολογία φέρνει περισσότερα έσοδα
Σε αυτό το σημείο ο Cheney θα μπορούσε αντιτάξει ότι οι ισχυρισμοί της καμπύλης δεν είναι απαραίτητα σωστοί, παρατάσσοντας μερικά απλά επιχειρήματα. Παρά το αναντίρρητο γεγονός ότι με μηδενικούς φορολογικούς συντελεστές τα έσοδα του κράτους θα είναι μηδενικά, ο συντελεστής 100% δε σημαίνει απαραίτητα μηδενικά έσοδα. Τα κομουνιστικά καθεστώτα της εποχής εφάρμοζαν το ανάλογο της 100% φορολόγησης παρέχοντας μηδενικά κίνητρα για την παραγωγή πλούτου και παρ’ όλο που δεν αποτελούσαν μοντέλα οικονομικής οργάνωσης και αποδοτικότητας κατόρθωναν να συγκεντρώνουν αρκετούς πόρους για ένα αξιοζήλευτο διαστημικό πρόγραμμα και μια πανίσχυρη στρατιωτική μηχανή που κρατούσε ολόκληρη τη δύση σε εγρήγορση. Επιπρόσθετα κανείς δε μπορούσε να γνωρίζει σε ποιό σημείο της καμπύλης βρίσκεται μια χώρα.
Ο Dick Cheney πείστηκε ότι η μείωση των φόρων θα οδηγούσε σε ανάπτυξη και αύξηση των εσόδων. Πιθανόν με την ίδια ευκολία πείστηκε μερικά χρόνια αργότερα από τον Donald Ramsfeld ότι ένα μικρό εκστρατευτικό σώμα ήταν αρκετό για την κατάληψη και την κατοχή του Ιράκ … Από εκείνο το σημείο και μετά η καμπύλη Laffer απογειώθηκε παρουσιάζοντας με έναν εύκολο και εύπεπτο τρόπο τη μεσσιανική δύναμη της μείωσης της φορολογίας.
Η καμπύλη Laffer έδωσε τεράστια ώθηση στα supply side economics και έγινε πολύ δημοφιλής στους πολιτικούς, η πλειοψηφία των οποίων έχει μηδαμινές γνώσεις οικονομικών. Στην καμπύλη Laffer όμως βρήκαν τη νιρβάνα τους. Μείωση φόρων, αύξηση εσόδων, όλοι κερδισμένοι, κανένας χαμένος.
Το μήνυμα της καμπύλης εξαπλώθηκε ακαριαία στους κύκλους των συντηρητικών πολιτικών. Από την εποχή της θητείας του Ronald Reagan και της Margaret Thacher τα supply side economics ανήχθησαν σε θρησκεία. Η ευημερία και η οικονομική ανάπτυξη εξαρτιόνταν πλέον στα μάτια των συντηρητικών αποκλειστικά και μόνο από τα κίνητρα που είχαν οι επενδυτές και οι επιχειρηματίες να αποκτήσουν επιπρόσθετο πλούτο. Και αυτά τα κίνητρα εξαντλούνταν πλέον στους χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές. Και επειδή επενδυτές και επιχειρηματίες είναι συνήθως οι πλούσιοι, είναι αποτελεσματικότερο να μειωθούν οι φορολογικοί συντελεστές στα υψηλά εισοδήματα. Προοδευτικά ως κίνητρο για τη δημιουργία θέσεων εργασίας προστέθηκε η χαμηλή αμοιβή της. Το πραγματικό αποτέλεσμα ήταν βέβαια η προκλητική εύνοια που δείχτηκε σε αυτές τις ομάδες με αποτέλεσμα την άμβλυνση των ανισοτήτων που βιώνουμε σήμερα.
Η παραδοσιακή ανησυχία των συντηρητικών πολιτικών για τα ελλείμματα υποχώρησε. Οι supplysiders υποστήριζαν ότι η μείωση των φόρων θα δημιουργήσει επαρκή ανάπτυξη για την εξάλειψη των ελλειμμάτων ή ότι τα ελλείμματα δεν έχουν πλέον σημασία. Όταν ο Reagan υιοθέτησε τα supply side economics, ο George H. W. Bush τα αποκάλεσε voodoo economics (σημειωτέον ότι ήταν ο μοναδικός πρόσφατος συντηρητικός πρόεδρος που αύξησε τη φορολογία στις ΗΠΑ). Σταδιακά όμως κανένας συντηρητικός πολιτικός δε μπορούσε καν να αναφερθεί σε αύξηση των φόρων. O George W. Bush Jr. μείωσε τους φορολογικούς συντελεστές τέσσερις φορές κατά τη διάρκεια της θητείας του. Ακόμα και μπροστά στην προοπτική του πολέμου του Ιράκ και των τεραστίων εξόδων που αυτός συνεπαγόταν η σκέψη της αύξησης των φορολογικών συντελεστών δεν έπεσε ποτέ στο τραπέζι. Την ίδια εμμονή έχει και ο Έλληνας πρωθυπουργός. Ο κ. Σαμαράς με τη χώρα να αγκομαχάει για να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα εξακολουθεί να θέτει ως στόχο του τη μείωση της εταιρικής φορολογίας στο 15%.
Η αλήθεια είναι ότι τα supply side economics εμπεριέχουν αρκετές δόσεις αλήθειας. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να αυξάνει τους φορολογικούς συντελεστές όσο θέλει χωρίς να υπάρξουν αρνητικές συνέπειες. Υπάρχουν βάσιμα επιχειρήματα ότι η υψηλή φορολογία μπορεί να έχει δυσμενείς επιπτώσεις για την οικονομική ανάπτυξη. Οι υποστηρικτές των supply side economics όμως, υποστηρίζουν ότι ο φορολογικός συντελεστής είναι ο βασικός, αν όχι ο μοναδικός προσδιοριστικός παράγοντας της επίδοσης της οικονομίας.
Υποστηρίζουν ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών από τον Reagan ανέκοψε από μόνη της την πορεία της ύφεσης της δεκαετίας του 70′. Υποστήριζαν ότι η αύξηση φόρων που θέσπισε ο Bill Clinton θα έφερνε την οικονομική καταστροφή. Διαψεύστηκαν παταγωδώς. Δε μπορούν να εξηγήσουν με τίποτε την περίοδο 1947 – 1973, κατά την οποία η αμερικάνικη οικονομία γνώρισε μια άνευ προηγουμένου άνθιση με ρυθμούς ανάπτυξης 3 και 4% ετησίως. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο ανώτερος φορολογικός συντελεστής ήταν 91% από το ’47 μέχρι το ’63 και 70% από το ’63 και μετά. Αυτό δε σημαίνει ότι η οικονομία αναπτύχθηκε εξ’ αιτίας των υψηλών φορολογικών συντελεστών, μάλλον αναπτύχθηκε παρά τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές.
Αυτό που φαίνεται με σιγουριά είναι ότι οι φορολογικού συντελεστές και γενικά τα κίνητρα που δίνονται στους επενδυτές και τους επιχειρηματίες (χαμηλοί μισθοί, ελαστικές σχέσεις εργασίας) δε συμβάλουν καθοριστικά στην ανάπτυξη της οικονομίας. Αντίθετα αυξάνουν τις ανισότητες αυξάνοντας τον πλούτο που συσσωρεύουν οι επενδυτές και οι επιχειρηματίες. Τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα όμως έχουν κάθε λόγο να προωθούν τα supply side economics με όλη τους τη δύναμη μέσω όλων των καναλιών διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, από τα ΙΕΚ και τα πανεπιστήμια, ως τις εφημερίδες και τα τηλεοπτικά κανάλια. Φτάσαμε λοιπόν στο σημείο ένα επιχείρημα που έχει κάποια βάσιμη ισχύ να τεντώνεται και να υιοθετείται σε όλες τις περιστάσεις. Αυτό όμως δεν είναι επιστήμη. Είναι ιδεοληψία.

ΠΗΓΗ:http://oikonomica.com/2014/09/19/supply_side_economics/
Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Οι τρεις μεγάλες κρίσεις του καπιταλισμού 1873-1895, 1929-1945, 2007-;


Αποτέλεσμα εικόνας για Η μεγάλη κρίση φέρνει ανατροπές


Πολύτιμα διδάγματα για το μέλλον της ταξικής πάλης, καταμεσής μίας από τις μεγαλύτερες κρίσεις του καπιταλισμού, μπορούμε να πάρουμε από τη Μεγάλη Ύφεση του 19ου αιώνα. Τότε, μέσα στη μάχη, η Αριστερά και το εργατικό κίνημα άλλαξαν και ριζοσπαστικοποιήθηκαν. Το κομμουνιστικό ρεύμα διεκδίκησε την αυτοτέλειά του, οι εργαζόμενοι επέβαλαν κατακτήσεις, παρά την ολομέτωπη αστική επίθεση. Ακολούθησε το επαναστατικό κύμα του 20ου αιώνα.

Αλέκος Αναγνωστάκης


«Η συνεχής ανατροπή της παραγωγής, ο αδιάκοπος κλονισμός όλων των κοινωνικών καταστάσεων, η αιώνια αβεβαιότητα και κίνηση διακρίνουν την αστική εποχή από όλες τις προηγούμενες», υπογράμμιζαν έντονα οι Μαρξ - Ένγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο εκατό εξήντα δύο χρόνια από σήμερα. «Διαλύονται –συνέχιζε– όλες οι στέρεες, σκουριασμένες σχέσεις με την ακολουθία τους από παλιές σεβάσμιες παραστάσεις και αντιλήψεις και όλες οι καινούριες που διαμορφώνονται παλιώνουν, πριν προλάβουν να αποστεωθούν. Κάθε τι κλειστό και σταθερό εξατμίζεται, κάθε τι ιερό βεβηλώνεται και στο τέλος οι άνθρωποι αναγκάζονται να αντικρούσουν με νηφάλιο μάτι τη θέση τους στη ζωή και τις αμοιβαίες σχέσεις τους».
Εδώ και τρία περίπου χρόνια η ανθρωπότητα ζει στη δίνη μιας από τις τρεις μεγαλύτερες κρίσεις των αιώνων του καπιταλισμού, που κλονίζει καταστάσεις και βεβαιότητες. Ο καπιταλισμός μετά από κρίσεις τέτοιου ιστορικού χαρακτήρα γίνεται άλλος από αυτόν που γνωρίσαμε. Αλλά και το εργατικό κίνημα, κάτω από την ιδιαίτερα βίαιη ταξική αναμέτρηση, παίρνει άλλη μορφή και περιεχόμενο.
Η πρώτη μεγάλη κρίση, η κρίση του 1873-1895 συνδέθηκε με το πέρασμα στο μονοπωλιακό καπιταλισμό, την αντιδραστικοποίηση της αστικής τάξης, στην ποιοτική και ποσοτική άνοδο του εργατικού κινήματος, που συμπυκνώνεται στον επαναστατικό εργατικό αγώνα για το οκτάωρο.
Η κρίση του 1929-’45 συνδέθηκε τελικά με την ανελέητη, μέσω πρωτίστως του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και πάνω από όλα της εργατικής δύναμης. Συνδέθηκε επίσης με την «ολοκλήρωση» του κρατικού μονοπωλιακού καπιταλισμού, την προώθηση του κεϋνσιανισμού - κράτους πρόνοιας. Ο κεϋνσιανισμός αποτέλεσε την πολιτική απάντηση στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα που έβγαινε από τον πόλεμο ενισχυμένο και επικίνδυνο, παρά τη συντελούμενη μετατόπιση προς τα δεξιά των κομμουνιστικών κομμάτων.
Η σημερινή κρίση μεταμορφώνει ποιοτικά και επιταχύνει την υπεραντιδραστικοποίηση του καπιταλισμού που ζήσαμε. Απαιτεί, μέσα στην εξελισσόμενη ταξική πάλη, ραγδαίες και σοβαρές αλλαγές στο περιεχόμενο και τις μορφές άσκησης εργατικής πολιτικής από το εργατικό κίνημα και την Αριστερά, που δεν μπορούν πλέον να δρουν όπως πάντα και όπως συνήθως.
Η αποκάλυψη της γενικότερης πολιτικής στάσης της αστικής και εργατικής τάξης στις κρίσεις του 1873-1895 και του 1929-’45, διευκολύνει στην ανίχνευση κάτω από το βαρύ στρώμα του σημερινού προσωρινά δυσμενούς πολιτικού συσχετισμού, ισάριθμων ναρκών στο έδαφος του συστήματος. Νάρκες των οποίων η ενεργοποίηση από το εργατικό κίνημα, δηλαδή το κίνημα των εργατικών κομμάτων, των πολιτικών μετώπων και το συνδικαλιστικό κίνημα στη μεταξύ τους αυτοτέλεια και αλληλοσύνδεση, μπορεί να αντιστρέψει το βέλος της πολιτικής και τελικά να τινάξει στον αέρα το πλέγμα της ατομικής αστικής ιδιοκτησίας και της μισθωτής δουλείας.

Η μεγάλη κρίση φέρνει ανατροπές

Η πρώτη Μεγάλη Ύφεση του καπιταλισμού ξεκινά με την κρίση του 1873 και συνεχίστηκε με διάφορα επεισόδια ανάκαμψης και επανερχόμενης κρίσης έως το 1895, καθώς επεκτάθηκε σε όλες τις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες. Σε κάθε ένα από τα κρισιακά επεισόδια το θεαματικότερο σημείο είναι χρηματιστηριακής (κατάρρευση αξιών - πανικός) ή τραπεζικής φύσης (πτώχευση ενός μεγάλου ιδρύματος, που ακολουθείται από σειρά πτωχεύσεων).
Στις 9 Μαΐου 1873 κατέρρευσαν οι χρηματιστηριακές τιμές στη Βιέννη και συμπαρέσυραν τα χρηματιστήρια στη Γερμανία και τις ΗΠΑ. Το χρηματιστηριακό κραχ συνοδεύεται από τραπεζικές πτωχεύσεις σε Αυστρία και Γερμανία. Στην Αγγλία μεταξύ 1873 και 1875 οι πτωχεύσεις επιχειρήσεων διπλασιάζονται (από 7.490 το 1873 σε 13.130 το 1879), οι τιμές πέφτουν, η ανεργία εξαπλώνεται, οι εξαγωγές μειώνονται κατά 25%. Ακολουθεί μια οξεία κρίση το 1890 στην αγορά της Μ. Βρετανίας εξαιτίας τοποθετήσεων δανείων στην αγορά της Αργεντινής, τα οποία δεν μπορούν να αποπληρωθούν, με αποτέλεσμα η εξαιρετικής βαρύτητας Τράπεζα Baring να βρεθεί πολύ κοντά στη χρεοκοπία. Σώζεται μετά από παρέμβαση της Κεντρικής Τράπεζας της Αγγλίας, η οποία αποτρέπει τον τραπεζικό πανικό και την οικονομία από μεγαλύτερη ύφεση, που πλήττει ήδη ιδίως τη μεταλλουργία, την υφαντουργία και τη ναυπηγική. Στη Γαλλία, το 1882 το χρηματιστηριακό κραχ στη Λυόν συνοδεύεται από την πτώχευση της εξαιρετικά ισχυρής τράπεζας Union General, την οποία ακολουθούν πτωχεύσεις τραπεζών και βιομηχανιών. Και ενώ το πράγμα φαινόταν να ελέγχεται, εφτά χρόνια αργότερα, το 1889, η εταιρεία που είχε αναλάβει τη διώρυγα του Παναμά και η Εταιρεία Μετάλλων εμπλέκονται σε κερδοσκοπία που αφορά το χαλκό και χρεοκοπούν, οδηγώντας ξανά σε χρηματιστηριακό πανικό και πιστωτική κρίση. Το 1884 καταρρέουν ξανά στις ΗΠΑ οι μετοχές των μεγάλων σιδηροδρομικών εταιρειών εξαιτίας του αιώνιου καταλυτικού νόμου του καπιταλισμού, του ανταγωνισμού, γεγονός που συνοδεύεται ξανά από επιβράδυνση της βιομηχανικής δραστηριότητας. Επιβράδυνση που στα επόμενα εννιά χρόνια συνοδεύτηκε από μια περίοδο σχετικής ανάκαμψης, κατά την οποία εδραιώθηκαν μεγάλα τραστ (Rocfeller, Morgan, Carnergie), όταν –το 1893– 491 τράπεζες κηρύσσουν ξανά πτώχευση μετά την προηγηθείσα κατάρρευση πάλι των χρηματιστηριακών αξιών των εταιρειών σιδηροδρόμων.
Στη διάρκεια αυτής της εικοσιπενταετής περίπου Μεγάλης Ύφεσης, με τις αλλεπάλληλες κρίσεις, η ανεργία εμφανίζεται με κυματοειδή μορφή, ακολουθώντας την κρίση και τους ταξικούς συσχετισμούς. Από 1% επί των συνδικαλισμένων μόνο εργατών που υπήρχαν για παράδειγμα στην Αγγλία το 1873, ανέρχεται στο 11% το 1879, για να πέσει ως το 2% το 1882, να ανέβει στο 10% το 1886, να πέσει πάλι στο 2% το 1890 και να φτάσει στο 7,5% το 1893. Στην ίδια διάρκεια εμφανίζεται πτώση των τιμών. Οι τιμές χονδρικής μειώνονται, για παράδειγμα κατά 32% στη Μ. Βρετανία, 40% στη Γερμανία, 43% στη Γαλλία, 45% στις ΗΠΑ. Όσο για τους μισθούς, αυτοί αυξομειώνονται ακολουθώντας επίσης τους ρυθμούς των κρίσεων. Καθορίζονται όμως από τους εκάστοτε ταξικούς συσχετισμούς, με την αστική τάξη να επιχειρεί σταθερά τη μείωσή τους. Και τελικά μεταξύ 1873 και 1896 και με βάση το 1873, στη Βρετανία οι αποδοχές εμφανίζουν μια άνοδο της τάξης του 37%, στη Γαλλία, μετά από αυξομοιώσεις, αύξηση κατά 25%. Στις ΗΠΑ πλήττονται γεγονός που συνοδεύεται από σκληρούς αγώνες.
Στη διάρκεια της κρίσης και στην εξέλιξή της το εργατικό κίνημα αλλάζει θετικά τους συσχετισμούς. Διαδηλώσεις στους δρόμους, αποφασιστικές απεργίες, θυσίες και αίμα, συνδικαλιστικές οργανώσεις, συνεταιρισμοί, σωματεία αλληλεγγύης, εργατικά κόμματα και κινήματα, βελτιώνουν σοβαρά το συσχετισμό δυνάμεων, δίχως να φτάνει ακόμα ως το επίπεδο εργατικών επαναστάσεων.
Στις ΗΠΑ, το συνδικαλιστικό κίνημα σφυρηλατείται εντός των κρίσεων της Μεγάλης Ύφεσης. Οι Ιππότες της Εργασίας από 110.000 το 1885 φτάνουν τους 720.000 το 1886 για να πέσουν στις 100.000 το 1896. Η Αμερικανική Συνομοσπονδίας Εργασίας (American Federation of Labor) αναπτύσσεται στα 280.000 μέλη το 1896. Η χρονιά του 1877 αποτελεί έτος ορόσημο, αφού τότε πραγματοποιείται η πρώτη γενική απεργία: Η μεγάλη πανεθνική απεργία των σιδηροδρομικών, η οποία συγκλονίζει την πολιτική και οικονομική ζωή και κορυφώνεται με την κομμούνα του Πίτσμπουργκ. Το Μάιο του 1886, η χώρα βρίσκεται σ’ αναβρασμό. Χιλιάδες εργαζομένων αντιδρούν στις συνθήκες εργασίας τους ζητώντας καθιέρωση του 8ώρου με σύνθημα «είτε εργάζεστε με το κομμάτι είτε με τη μέρα, μειώνοντας τις ώρες, αυξάνεται ο μισθός σας». Μόνο στο Σικάγο, στην ιστορικής σημασίας πλέον εξέγερση, την 1η Μαΐου απεργούν 40.000 εργάτες και τους ακολουθούν 350.000 εργάτες σε 1.200 εργοστάσια σ’ όλη τη χώρα. Η δυναμική αυτή συνεχίζεται αμείωτη συναντώντας το νέο αιώνα, τον 20ο. Στη Γαλλία, μέσα στον αναβρασμό των σχολών πολιτικής σκέψης, των παραδόσεων και τις απεργίες στην υαλουργία και υφαντουργία, το εργατικό κίνημα οργανώνεται με μια δυναμική που οδηγεί σε 415.000 συνδικαλισμένα μέλη το 1895 και σε 750.000 το 1905. Ανάλογες τάσεις εμφανίζονται και στη Γερμανία. Στη Βρετανία, μετά τη κάμψη της δεκαετίας του ’70, σοσιαλιστικά ρεύματα τη δεκαετία του ’80 ξαναζωντανεύουν. Ο αριθμός των συνδικαλισμένων αυξάνει στα 1,1 εκατ. 1876, σε μια δυναμική που οδηγεί σε 4,1 εκατ. το 1913. Στο ίδιο διάστημα ισχυροποιούνται τα εργατικά κόμματα και δημιουργούνται νέα, όπως στις ΗΠΑ το 1876, στη Γαλλία και στην Ισπανία το 1879, στη Νορβηγία το 1887, στην Αυστρία, στην Ελβετία και τη Σουηδία το 1889. Μαρξιστικές ομάδες συγκροτούνται στην Αγγλία και τη Ρωσία.
Σε αυτές τις συνθήκες, η πρώτη Διεθνής διαλύεται το 1876 τόσο γιατί, κατά τον Ένγκελς, «με την παλιά της μορφή, έχει πια ξεπεραστεί... Πιστεύω ότι η επόμενη Διεθνής –ύστερα από μερικά χρόνια επίδρασης των έργων του Μαρξ– θα είναι καθαρά κομμουνιστική (...)», όσο και εξαιτίας της διαλυτικής διαπάλης των αναρχικών απέναντι στο μαρξιστικό ρεύμα. Δυνάμωνε όμως το πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ των εργατών διαφόρων χωρών και ισχυροποιούνταν το ιδεολογικοπολιτικό εκείνο ρεύμα που ζητούσε να δημιουργηθεί μια νέα Διεθνής. Έτσι από τον επόμενο χρόνο, με τις συνδιασκέψεις στο Γκεντ το 1877, στο Chur της Ελβετίας το 1881, στο Παρίσι στα 1883 και 1886 και στο Λονδίνο το 1888, ανοίγει ο δρόμος για τα δύο συνέδρια του Παρισιού το 1889 και στην ίδρυση της Δεύτερης Διεθνούς.
Στον τομέα της θεωρίας και της πολιτικής, επίσης, οι εξελίξεις είναι σημαντικές. Το 1885 –δύο χρόνια μετά το θάνατο του Μαρξ– και το 1894, με τη φροντίδα του Ένγκελς κυκλοφόρησαν αντίστοιχα ο Β’ και ο Γ’ τόμος του Κεφαλαίου. Το 1891 είδε το φως της δημοσιότητας η Κριτική του προγράμματος της Γκότα. Το 1877 - 1878 δημοσιεύτηκε το Αντι-Ντύρινγκ του Ένγκελς, στα 1884 εκδόθηκε το έργο του Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους και στα 1886 Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας. Η Αριστερά καταμεσής της κρίσης κάνει τομές στη θεωρία και πολιτική της, η Αριστερά καταμεσής της κρίσης και στην εξέλιξη της ταξικής πάλης, αλλάζει.
Αυτός ο καινούριος συσχετισμός δυνάμεων σε συνδυασμό με την εσωτερική δυναμική του εργατικού κινήματος και τις τολμηρές καινοτόμες αλλαγές στην πολιτική και θεωρία της Αριστεράς, τους επαναστατικούς εργατικούς αγώνες του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος, προκύπτει τελικά η τάση για άνοδο των μισθών στις τέσσερις κυριότερες καπιταλιστικές χώρες και η σπουδαιότητα των κοινωνικών νόμων που ψηφίστηκαν στη διάρκεια της κρίσης: Νόμοι που αφορούν στη διευκόλυνση του συνδικαλιστικού κινήματος, παρά την αποτυχημένη αστική πολιτική της συντριβής του. Νόμοι σχετικά με το χρόνο εργασίας, τη σύνταξη, την εβδομαδιαία αργία, την υγιεινή και ασφάλεια. Η εργατική τάξη και τα καταπιεζόμενα στρώματα, σε μια εποχή επέλασης του καπιταλισμού, με σκληρούς εργατικούς αγώνες μπόρεσαν να επιβάλουν νίκες και κατακτήσεις, σε σφοδρή αντίθεση με τις επιδιώξεις της αστικής τάξης, αλλά και τις ανομολόγητες εκτιμήσεις ρευμάτων ότι κάτι τέτοιο ήταν αντικειμενικά αδύνατο. Η ιστορία πλέον διδάσκει πως όπου σπάει με τον εργατικό αγώνα η μοιρολατρία των μαζών, η αστική τάξη αναγκάζεται σε μεγαλύτερες ή μικρότερες παραχωρήσεις, οι οποίες, όχι μόνο δεν σταματούν την ταξική πάλη, αλλά αντίθετα την οξύνουν περαιτέρω. Γεγονός που ερμηνεύει το ό,τι αυτός ακριβώς ο καινούριος συσχετισμός δυνάμεων, η ίδια η εσωτερική δυναμική του εργατικού κινήματος και η καινοτόμα δράση της Αριστεράς, αναπτύσσουν, γονιμοποιούν και ενδυναμώνουν την αντίληψη που έχουν τότε κομμουνιστές, σοσιαλιστές και αριστεροί αναρχικοί για την επερχόμενη και επιδιωκόμενη ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος: «Η επανάσταση είναι κοντά (...) θα είναι αρκετή η σύγκρουση δύο σύννεφων για να προκαλέσει την ανθρώπινη έκρηξη» έγραφε ο Λαφάργκ. «Το ξεκίνημα του επόμενου αιώνα θα είναι το ξεκίνημα της καινούργιας εποχής» συμπλήρωνε ο Πουζέ. «Κύριοι πιστέψτε με, η κοινωνική επανάσταση θα ξεσπάσει πριν περάσουν δέκα χρόνια» σημείωνε ο Κροπότκιν το 1883. Πεποίθηση και επιδίωξη που ανατροφοδοτούσε το εργατικό κίνημα.
Μετά τη Μεγάλη Ύφεση και την πάλη των τάξεων στη διάρκεια της, η Αριστερά ήταν άλλη, το εργατικό κίνημα ήταν διαφορετικό, ο καπιταλισμός με τις δρομολογούμενες καινούριες καπιταλιστικές δομές (συσσώρευση και συγκέντρωση κεφαλαίου, χρηματιστικό κεφάλαιο και συνύφανση του με το βιομηχανικό) είναι πλέον μονοπωλιακός - ιμπεριαλιστικός, η αστική τάξη, καθολικά πλέον κυριαρχούσα, αντιδραστικοποιείται.
Ο κόσμος είχε αλλάξει.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ 19ΟΥ ΑΙΩΝΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ

Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 1873-1895 εξελίχθηκε σε ιστορικής σημασίας κρίση με μακροπρόθεσμες συνέπειες στην εξέλιξη της ταξικής πάλης και όχι εφήμερη τροποποίηση των δεδομένων της. Είχε ως επίκεντρο την καρδιά του καπιταλιστικού κόσμου (ΗΠΑ, Βρετανία, Γερμανία, Γαλλία). Εκδηλώθηκε στην Ευρώπη με τάσεις γρήγορης διεθνοποίησης επιδρώντας στο τότε διεθνές σύστημα του κεφαλαίου, στις γεωστρατηγικές ισορροπίες. Έθεσε σε δοκιμασία βασικά δεδομένα στο διεθνές σύστημα. Η άνοδος του γερμανικού και βορειοαμερικάνικου ιμπεριαλισμού, οδήγησε στην αμφισβήτηση της ιδιαίτερα πληττόμενης από την κρίση βρετανικής ηγεμονίας. Η ίδια η εξέλιξη της έθεσε σε δοκιμασία τους δεσμούς των εργαζομένων με την αστική ιδεολογία αφού αναδείκνυε ότι ο καπιταλισμός δεν είναι άτρωτος.
Έτσι, το ίδιο το εργατικό κίνημα και η Αριστερά, σε μια εποχή επέλασης του καπιταλισμού, ανάλογης με τη σημερινή, μέσα στην οργή του κόσμου, αγωνίστηκε για την ανατροπή της επιδιωκόμενης αστικής πολιτικής. Απέκρουσε την καλλιέργεια της μοιρολατρίας, της καταστροφικής αναμονής, του αναπόφευκτου. Δημιούργησε ρήγματα. Και επάνω σε αυτά τα ρήγματα δημιουργείται πρόσφορο έδαφος για τη διείσδυση της απελευθερωτικής - επαναστατικής ιδεολογίας σε πρωτοπόρα τμήματα της εργατικής τάξης, η οποία πλέον θέτει αισθητά το πολιτικό της βάρος στη λειτουργία των εθνικών καπιταλισμών. Με την επαναστατική επαγγελία στο τιμόνι και αποφασιστικούς εργατικούς αγώνες στις ταχύτητες του οχήματος της εργατικής πολιτικής, χρειάστηκαν μόλις 10 χρόνια ως το 1905, 22 ως το 1917 και 24 ως το 1919, για την έκρηξη των προλεταριακών επαναστάσεων στη Ρωσία, Γερμανία, Ουγγαρία και την ιστορικής σημασίας Οκτωβριανή Επανάσταση.
Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά, ήρθε η δραματικότερη κρίση του 1929-’45. Τριάντα χρόνια αργότερα η μικρότερης έντασης αλλά καθοριστική δομική κρίση του 1973-’74. Και σε άλλα τριάντα τέσσερα είναι πάλι σε εξέλιξη η σύγχρονη Μεγάλη Ύφεση. Η κρίση του 1873-’95 είχε ανοίξει την αυλαία της γενικότερης ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού, η οποία συμπεριλαμβάνει τα ιστορικά όρια, αδιέξοδα και κρίσεις όλων των όρων παραγωγής και αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο αναπτυσσόμενο δεν χωρά στον εαυτό του.

Πηγές:
Ivan T. Berend, Η οικονομική ιστορία του ευρωπαϊκού εικοστού αιώνα, εκδ. Gutenberg.
M. Beaud, Η ιστορία του καπιταλισμού, εκδ. Ηλέκτρα.
Κ. Μαρξ, Το κεφάλαιο, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.








ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Ξέσπασμα των εσωτερικών αντιθέσεων του συστήματος
ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΫΝΣΙΑΝΙΣΜΟΥ


Μετά την κρίση του 1873-’95 εμφανίστηκαν θεωρίες, που επανέρχονται στις μέρες μας, οι οποίες προσεγγίζουν τις κρίσεις του καπιταλισμού ως συνέπεια της ανισορροπίας μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Θεωρίες που καταλήγουν ότι οι κρίσεις μπορούν να εξαλειφθούν δρώντας επί των επιπτώσεών τους και μη λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά αίτια. Κλασικό παράδειγμα είναι ο κεϋνσιανισμός, που θεωρητικοποιεί τη δυνατότητα ξεπεράσματος των κρίσεων (που οφείλονται, κατά τον Κέυνς, στην έλλειψη πραγματικής ζήτησης) μέσω της κρατικής παρέμβασης στην αγορά ως στοιχείου συμπληρωματικού για την αποκατάσταση της διαταρασσόμενης ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Η κρίση όμως του 1973-’74 έδειξε τα όρια αυτής καθ' αυτής της κεϋνσιανικής πολιτικής διαχείρισης της οικονομίας του καπιταλισμού, διαψεύδοντας στην πράξη τις αντιλήψεις πως αυτή θα αποτελούσε όχι απλά ένα, αλλά το αντίδοτο στις καπιταλιστικές κρίσεις.
Επανέρχεται η αντίληψη πως η υποκατανάλωση των μαζών είναι η βασική αιτία της κρίσης και ταυτόχρονα το αδιέξοδο εξόδου από αυτήν. Στις εποχές όμως που προηγούνται των κρίσεων είναι αυξημένη η κατανάλωση των εργατών. Επιπλέον δε η ανεπαρκής κατανάλωση, που οφείλει δήθεν να εξηγεί τις κρίσεις, υπήρξε από τότε που υπάρχουν εκμεταλλεύτριες και εκμεταλλευόμενες τάξεις, στα πλέον διαφορετικά οικονομικά καθεστώτα. Η υποκατανάλωση υπάρχει, μα ανάγεται στη δευτερεύουσα θέση που της ανήκει. Η βασική και καθοριστική αιτία των κρίσεων δεν έγκειται επομένως στην αναπόφευκτη ανισορροπία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, στη σχέση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Οι κρίσεις αποτελούν ξέσπασμα των εσωτερικών αντιθέσεων του ίδιου του καπιταλισμού, αφού «το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο. Είναι το γεγονός ότι το κεφάλαιο και η αυτο-αξιοποίησή του εμφανίζονται σαν αφετηρία και τέρμα, σαν κίνητρο και σκοπός της παραγωγής. (Ÿ) Τα όρια μέσα στα οποία, και μόνο, μπορούν να κινηθούν η διατήρηση και αξιοποίηση της κεφαλαιακής αξίας, που στηρίζονται στην απαλλοτρίωση και πτώχευση της μεγάλης μάζας των παραγωγών, έρχονται έτσι διαρκώς σε αντίθεση με τις μεθόδους παραγωγής που το κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να χρησιμοποιεί για την επίτευξη των στόχων του, και οι οποίες οδηγούν στην απεριόριστη μεγέθυνση της παραγωγής, στην παραγωγή σαν αυτοσκοπό, στην απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας. Το μέσο –απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας– έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με τον περιορισμένο στόχο της αξιοποίησης του υπάρχοντος κεφαλαίου...» (Το Κεφάλαιο – τ. 3ος)
Οι αντιθέσεις ανάμεσα στην επιστημονική οργάνωση της παραγωγής στο εσωτερικό κάθε επιχείρησης από τη μια και την αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής στο σύνολο της από την άλλη, το κυνήγι του κέρδους - αυτοσκοπού και ο ασυγκράτητος ανταγωνισμός που φέρνουν νομοτελειακά την άνιση ανάπτυξη τομέων, περιφερειών, χωρών, την ανισορροπία - αντίθεση ανάμεσα στην αναζήτηση του μέγιστου κέρδους και την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, που γεννά η αντίθεση ανάμεσα στις επαναστατικοποιημένες παραγωγικές δυνάμεις και τις καθηλωτικές παραγωγικές σχέσεις, κοιλοπονούν την επερχόμενη κρίση. Αντιθέσεις που μπορουν, πρόσκαιρα και ως ένα βαθμό, να εξουδετερωθούν από τους καπιταλιστές με την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, με την εξοικονόμηση και την ταχύτερη περιστροφή του σταθερού κεφαλαίου, με τη βίαιη συμπίεση των τιμών των πρώτων υλών και τη λεηλασία των εξαρτημένων χωρών της καπιταλιστικής περιφέρειας, με την εξαγωγή κεφαλαίου και τις επενδύσεις για την υπερεκμετάλλευση των φτηνών εργατικών χεριών σε ανάλογες περιοχές του κόσμου. Για να οδηγηθούν όμως αναγκαστικά σε ανοιχτές κρίσεις, καταστροφές και πολέμους ισοπεδώνοντας ολόκληρους τομείς της οικονομίας και χώρες, επιτρέποντας στους πιο ισχυρούς καπιταλιστές που επιβιώνουν να ξαναρχίζουν κατά το δοκούν τον κύκλο της παραγωγής. Αν βέβαια οι ταξικοί συσχετισμοί το επιτρέπουν.
Διαβάστε Περισσότερα »