Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

O ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ



                                                          
Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ

Ένα θέμα βγαλμένο από την δημοτική μας παράδοση, στη γραφή και στη μουσική του Μίκη.
Ποιός είναι ο νεκρός αδερφός; Ποιητές και λογοτέχνες, όπως ο Κλεάνθης Μιχαηλίδης (Αργύρης Εφταλιώτης), Φώτος Πολίτης και Ζαχαρίας Παπαντωνίου, εμπνέονται από τον νεκρό αδερφό, δεν αγγίζουν όμως την διαφορετική κραυγή της μάνας για τον νεκρό γιό της.
Ο Μίκης Θεοδωράκης κάνει την διαφορά, γιατί είναι ο ίδιος στο ρόλο του νεκρού αδερφού, ένας αδερφός που είναι
και πόνος και θλίψη και οργή για δικαίωση.
Έργο – σταθμός. Ο Μίκης έχει βιώσει τον Eμφύλιο σπαραγμό και δημιουργεί ναό εξιλέωσης. Όχι για τον ίδιο, αλλά για τη μάνα του, την Ελλάδα.
Το έργο ξεκινάει χωρίς στίχους, μόνο με μουσική στην εισαγωγή.
Δοξαστικό. Πώς είναι δυνατόν πριν αρχίσει το έργο, να δημιουργείς Δοξαστικό;
                                                      

                           

Πώς είναι δυνατόν χωρίς να δοξάσεις πρώτα την Αθηνά, να χτίσεις Παρθενώνα;
Η μουσική του, δυσεπίλυτο αίνιγμα. Υπάρχει νεκρός;
Η λειτουργία των στίχων ξεκινάει στο δεύτερο κομμάτι :

’’Απρίλη μου ξανθέ και Μάη μυρωδάτε’’
   
                                                  

                                  

Εδώ ένας Απόλλωνας Αρχάγγελος και ένας Διόνυσος, οργωτής της διάλυσης και της μέθης της σκέψης, σε παρασέρνουν σε ένα Καβείριο χορό, στο ρυθμό του Απρίλη και του Μαγιού.



«Καρδιά μου, πώς αντέχεις»…

Η Ελλάδα είναι η αιώνια Άνοιξη, η Μαία και η Λητώ μαζί.
Αιώνια Άνοιξη χωρίς εποχές; Οι εποχές είναι οι Έλληνες. Άλλοτε χειμώνας, άλλοτε φθινόπωρο, άλλοτε καλοκαίρι, άλλοτε Άνοιξη.


Ποτέ ο Έλληνας δεν είχε κύκλους. Ένα ζωντανό ηφαίστειο στο ακρομούσουδο του Αίμου.
Και μέσα στον Απρίλη και τον Μάη του έρωτα, ο Μίκης εξομολογείται έναν έρωτα που ανήκει σε όλους τους Έλληνες μαχητές.

«Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ».

Κανένα άλλο όνομα δεν θα ταίριαζε, γιατί πάντα ο Έλληνας ήταν ερωτευμένος με την Ελένη και αλίμονο σε αυτόν που θα την πειράξει.
Ο Μίκης σε ρόλο Όμηρου, καταγράφει με δικές του ραψωδίες τον αιώνιο Τρωϊκό σπαραγμό, με μία διαφορά όμως από τον Όμηρο : είναι κομμάτι του πολέμου και όχι απλός παρατηρητής.
Ζει το δράμα και αναζητά την Ελένη του φωτός, την Ελένη του Σέλας και της Σελήνης και δεν διστάζει να σκαρφαλώσει στα τείχη της Τροίας, γνωρίζοντας πως ένας Πάρης αδελφός μπορεί να τον χτυπήσει στην Αχίλλειο πτέρνα του.
Αυτό που τον νοιάζει, το φωνάζει στη μάνα του:

«Πατρίδα, αγαπάω τη Λενιώ, αγαπάω το φως σου!»

Αχιλλέας και Έκτορας. Ποιός αγαπάει ποιό πολύ την Πατρίδα;
Και ποιά Τροία είναι έτοιμη να πέσει;  Μήπως Τροία και Φθία, έχουν κοινή μοίρα στην ραψωδία του Μίκη;

Κορύφωση στη λειτουργία του Μίκη, αποτελεί το Όνειρο και η ποιητική του ροή. Ποιός είναι ο Παύλος;  Ποιος είναι ο Ανδρέας;
                                                          
                                                    

                           

Παιδιά μιάς μάνας, δυό δέντρα, δυό ποτάμια. Κάστρα Βενετσιάνικα και δυόσμους το άρωμά τους. Μα για την δύσμοιρη μάνα, λαχτάρες οι διαφορετικές τους πορείες. Ο ένας στην Ανατολή και ο άλλος στη Δύση. Και η μάνα στη μέση, ανυπεράσπιστη, κάνει τον πόνο προσευχή : 
«Αν δεις τον Παύλο φώναξε και τον Ανδρέα πες μου».

Αφίσα του ΕΑΜ στα Δεκεμβριανά.
Αντικρινά βουνά, έτοιμα για σύγκρουση. Βροντή και αστραπή, φωτιά και σίδερο. Τα μαχαίρια στα χέρια και η μάνα γίνεται όνειρο στον αφηνιασμένο τους ύπνο, κείτεται σε νεκρικό κρεβάτι. Τρέχουν κι οι δυό, σμίγουν τα χέρια, κλείνουν τα μάτια της μάνας και μπήγουν τα μαχαίρια στη γη. Και γίνεται η ευχή της μάνας πηγή. Και εκεί που καρφώθηκαν τα μαχαίρια, πίνουν και οι δυό νερό. Είναι όμως όνειρο ή ελπίδα;

Σήμερα ζούμε έναν αναίμακτο Εμφύλιο. Χωρισμένοι σε μικρά μπαϊράκια, ακονίζουμε τα μαχαίρια μας αλλά τελικά αν δεν βρούμε το δρόμο του μονιάσματος, θα κλείσουμε τα μάτια της μάνας, χωρίς να πάρουμε την ευχή της γάργαρο νερό στη δίψα του αιώνα μας.
Ο Μίκης σηκώνει τον μύστη από το έδαφος και του θυμίζει. Του θυμίζει πώς τον νανούριζε η μάνα του. Στους στίχους του Κώστα Βίρβου, ξυπνάνε οι μνήμες μιάς παιδικής αθωότητας, χωρίς πολέμους, χωρίς βία.

                                                       

                              

Και μία μάνα που βλέπει το παιδί της ουράνιο Άγγελο.
«Κοιμήσου, αγγελούδι μου, παιδί μου νάνι νάνι, να μεγαλώσεις γρήγορα, σαν τ’αψηλό πλατάνι».
Αυτό το δέντρο κουβαλάει ιστορίες αιώνων στα κλαδιά του. Στις ρίζες του φωλιάζει γάργαρο νερό και κάτω από το φύλλωμά του γλυκόστομα αηδόνια σβήνουν τις αγωνίες σε όποιον οδοιπόρο  προσκυνήσει τη δροσιά του. 
«Κοιμήσου, περιστέρι μου, να γίνεις σαν ατσάλι».
Η μάνα συνεχίζει, αγωνιά και μέσα στον ύπνο του παιδιού της ονειρεύεται σαν ανδρωθεί ετούτο το παιδί, να μην πει μες τη ζωή του «δεν μπορώ», ακόμα και αν χρειαστεί να σηκώσει ένα σταυρό. Χρόνια τώρα στην Ελλάδα, οι μάνες γεννιούνται Παναγίες και ξέρουν ότι σε κάθε γωνιά άποικοι Ρωμαίοι μπορεί να στήσουν Γολγοθάδες.
Ώ, και μετά, αυτό το νανούρισμα, ένα δειλινό βάζει ένα μωβ πέπλο στον Επιτάφειο της μάνας.

                                                       

                                

Η δωρική φωνή του Γρηγόρη σκίζει το παραπέτασμα του ναού, ενός ναού χτισμένου από Τελώνηδες και Φαρισαίους.

«Σου κάρφωσαν τα χέρια σου, μου κάρφωσαν τα σπλάχνα».
Η Πατρίδα δεν αντέχει. ..
Ο Μίκης σε ρόλο Αρχάγγελου, απλώνει τα φτερά της μουσικής του.

«Μου κλέψανε την όραση, μου πήραν την αφή μου».

Εδώ ένας ολόκληρος κόσμος δεν παρακολουθεί τον Εσταυρωμένο αλλά τον κατασκευαστή του σταυρού. Και ο Μίκης προτρέπει. Προτρέπει αυτόν που την αγάπη του για την Πατρίδα την κάνανε καρφιά στις παλάμες του. Και εδώ ξεκάθαρα η φωνή του Αρχάγγελου προστάζει :
«Χίμηξε πα στις θάλασσες, χίμηξε πα στους κάμπους
Κάνε ν’ ανθίσουν τα βουνά, ώ, ώ, και να χαρούν οι ανθρώποι».

Ο διαχρονικός Αρχάγγελος της μουσικής μας, μας κάνει να αναρωτιόμαστε σήμερα ποιοί κάρφωσαν τη σπίθα του στο σταυρό τους, ποιοί χάλασαν το μόνιασμα των Ελλήνων, για να μη «χαρούν οι ανθρώποι».

Κλείνει όμως ο Αρχάγγελος τα φτερά;


Όχι. Μονάχα οι ώρες μιάς προδομένης αγάπης σμίγουν τα μεσάνυχτα, για να μιλήσουν για μια προδοσία.

                                                             
«Τα μεσάνυχτα που είναι κοντά οι ζωές μας», όπως τα άστρα στον γαλαξιακό ποταμό, αναρωτιούνται πώς θα’χει συνέχεια ο δρόμος τους. Τη λύση στο αίνιγμα, τη δίνουν δυό πουλιά, δυό περιστέρια, που δεν χρειάζεται στο στίχο να οριοθετηθεί το χρώμα τους. Είναι λευκά και ζητούν από Ανατολή έως Δύση, το δρόμο της ειρήνης.

Θα βρεθεί η πολυπόθητη ειρήνη; Μα κάποιοι

«Τον Παύλο και τον Νικολιό, τους πάνε για ταξίδι
με βάρκα δίχως άρμενα, με πλοίο δίχως ξάρτια»

Ποιός έβαλε στα άρμενα φωτιά;  Ποιά καταιγίδα χάλασε τα ξάρτια; Και ποιός τους οδηγεί σε θανατερό ταξίδι, που γυρισμό δεν έχει;
Οι μάνες τους πάνε αντάμα και ζητούν χρησμό από το χώμα. Και ο Αρχάγγελος κάνει στίχο τον χρησμό «κι εκείνο στάζει αίμα».

Δεν είναι αναστεναγμός
που βγαίνει από το χώμα,
μόνο πηγή λαχταριστή
να πιείς, να ξαναπιείς, να ξεδιψάσεις»

Ο Παύλος και ο Νικολιός, νεκροί σύντροφοι του Αρχάγγελου, λίγο πριν τη μεγάλη συγκέντρωση στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.




Ο 19 χρονος Μίκης Θεοδωράκης στο συλλαλητήριο της πλατείας Συντάγματος κρατώντας μια Ελληνική σημαία βουτηγμένη στο αίμα, στις 3 Δεκεμβρίου του 1944.


Στα χέρια του μία ελληνική σημαία, που χάνει το γαλανό της από το αίμα.
Ο Μίκης πονάει. Κουβαλάει στο κορμί του τις οδύνες της σημαίας που κρατά και φωνάζει, φωνάζει, φωνάζει στους ...''θεούς''... του κόσμου που δεσμεύουν τις ζωές μας : «Πότε θα ξεδιψάσουμε; Πότε;»

Η οργή περνάει από μπροστά του, κάνει τα πάντα για να τον κυριεύσει. Το ερώτημα μένει ζωντανός σύντροφος. Πότε θα ξεδιψάσουμε; Πότε;  Σημαδεύει την οργή και την σκοτώνει με την ελπίδα της μουσικής του.

                                                              
Ά, ναι, ο Αρχάγγελος διαπερνά τους αιώνες και βλέπει «στα περβόλια, μες στους ανθισμένους κήπους», να στήνουνε χορούς. Όχι, ποτέ δεν φοβηθήκαμε τον Χάρο. Θα τον «καλέσουμε να πιούμε αντάμα και να τραγουδήσουμε μαζί».
Ο Μίκης στήνει γιορτή με όλα τα ελληνικά όργανα. Κλαρίνα, ζουρνάδες, μπαγλαμάδες. Στήνει τον χάρο απέναντι και τον περιγελά σαν Διγενής:
«μες στης μάχης τη φωτιά με πήρες, Χάρε»
Ο Μίκης στο ρόλο του λαού, λέει στον Χάρο πως δεν πέθανε και τον καλεί σε χορό, κι ας έχει ένα παράπονο.


Την ώρα που έφευγε στο μέτωπο ενός δίκαιου αγώνα, η μάνα ξενοδούλευε και μόνος του πήρε το τρένο που τον πήγε πέρα από τη ζωή, γιατί δεν ήθελε η μάνα του για άλλους να ξενοδουλεύει.

                                                     

«Βάζω εγώ σήμερα μια "Σπίθα" και περιμένω να ακολουθήσουν κι άλλες. Μέχρι η σπίθα να φουντώσει και να γίνει η καθαρτήρια φωτιά που θα μας σώσει»

Ο Μίκης ανατρέπει και εδώ τον χρόνο. Πολλοί θα πουν ότι κάθε έργο έχει και μία έξοδο μα εδώ ο Αρχάγγελος συνεχίζει το αιώνιο Δοξαστικό στην ειρήνη.

Η φωνή του δωρικού Γρηγόρη, αυτή τη φορά κλείνει το χάσμα του δικού μας ναού και μας καλεί στη μεγάλη συμμετοχή της Ελευθερίας.
Όλοι οι Έλληνες είναι το αιώνιο Δοξαστικό στους στίχους και στη μουσική του Μίκη :


ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ ΕΝΩΘΕΙΤΕ !

Ενωθείτε, βράχια βράχια
Ενωθείτε, χέρια χέρια
Τα βουνά και τα λαγκάδια, πιάστε το τραγούδι
Πολιτείες και λιμάνια, μπείτε στο χορό

Σήμερα παντρεύουμε τον Ήλιο
τον Ήλιο με τη νύφη τη μονάκριβη
την Πασχαλιά

Πασχαλιά μας, κοπελιά μας
κάμποι, θάλασσες, βουνά μας
μάνες, κόρες, σκοτωμένα αδέλφια, πατεράδες
ένα δέντρο με μια ρίζα, μια πηγή, μια βρύση


Σήμερα παντρεύουμε τον Ήλιο
τον Ήλιο με τη νύφη τη μονάκριβη
την Πασχαλιά

Πολυχρόνιος ημέρα
τη Υπερμάχω, τη Υπερμάχω
                                                  
                                                  
                                                    

                        

ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΠΟΤΑΣ
                                                                                   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...